Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Mια επίσκεψη στο παρελθόν την εποχή του εμφυλίου πολέμου.



ΙΧΝΗ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ



Το αστείρευτο πηγάδι της μνήμης

Υπάρχουν γεγονότα, εμπειρίες και βιώματα που είναι καθοριστικά σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Όσος χρόνος και να περάσει κάποιος θα γυρίσει προς τα πίσω και θα τα σκαλίσει, θα τα ψάξει και θα ξανάρθουν στην επιφάνεια το ίδιο ζωντανά όπως τη στιγμή που συνέβησαν. Το μυθιστόρημα του Γιώργου Λίλλη είναι μια τέτοια δουλειά, μια επίσκεψη στο παρελθόν την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

Το Μάρτιο του 1948, ο δεκάχρονος Περικλής γίνεται μάρτυρας της φρικτής δολοφονίας των γονιών του από τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού. Ένας αντάρτης, ο Αντρέας, αναλαμβάνει να πάει το παιδί στο μοναδικό του συγγενή, ένα θείο του στη Λαμία. Καθώς δεν μπορούν να ταξιδέψουν ελεύθερα παίρνουν το δρόμο μέσα από τα βουνά της Ευρυτανίας. Εκεί, ο Περικλής σχεδόν υιοθετείται από την ομάδα των ανταρτών που προσπαθούν να τον προστατέψουν, ενώ στο πρόσωπο της αντάρτισσας Μαρίας θα βρει μια δεύτερη μητέρα. Όταν τους συλλαμβάνουν τελικά, θεωρώντας ότι έχουν συγγένεια, στέλνουν τον Περικλή μαζί με τη Μαρία στη Μακρόνησο, όπου παραμένουν μέχρι το θάνατο της τελευταίας. Το ταξίδι του μικρού αγοριού συνεχίζεται μέσα από το ορφανοτροφείο μέχρι να έρθει η ώρα να φτάσει στη Λαμία και στο θείο του.

Την ιστορία αυτή την αφηγείται ο ηλικιωμένος Περικλής σε ένα νεαρό ερευνητή, καθώς ταξιδεύουν στα μέρη όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται: σε ορισμένα υπάρχει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Περικλή και σε άλλα η τριτοπρόσωπη αφήγηση των γεγονότων τη στιγμή που συνέβαιναν. Με γλώσσα απλή, αλλά δυνατή και γεμάτη εικόνες από τη σκληρή ζωή των ανταρτών, ο συγγραφέας κάνει ένα ταξίδι στα δύσβατα μονοπάτια της Ευρυτανίας. Με γρήγορο ρυθμό και χωρίς περιττές λεπτομέρειες παρουσιάζει έναν αγώνα χωρίς ελπίδα για επιβίωση και δημιουργεί χαρακτήρες που είναι εξαιρετικά συμπαθείς, παρά τη σκληρή τους φύση.

Πρέπει να τονιστεί ότι ο ηλικιωμένος Περικλής είναι ένας ισορροπημένος χαρακτήρας που έχει συναίσθηση της πραγματικότητας και παρά την εμπειρία του στο βουνό και αργότερα στο κομμουνιστικό κόμμα, δεν φοράει παρωπίδες. Η παραδοχή του ότι λάθη και εγκλήματα γίνανε και από τις δυο πλευρές είναι το μεγαλύτερο μάθημα που μπορεί να προσφέρει στο νεαρό ερευνητή. Η προσωπική του ιστορία είναι σκληρή, τον σημάδεψε και άργησε πολύ να συνέλθει, αλλά τελικά τον δίδαξε να διακρίνει το σωστό από το λάθος και να βρίσκει τη ζωή μέσα από την αγάπη που παίρνει και προσφέρει.

Αφροδίτη Δημοπούλου

Αυτός είναι ο κόσμος της Ανθής Πιερίδη

 
ΧΡΥΣΟΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑΧΡΥΣΟΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑ
Εκδ ΒΕΡΓΙΝΑ



H Ανθή Πιερίδη γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Κάιρο. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και μουσική. Ταξίδεψε πολύ. Συγχρόνως ασχολήθηκε εθελοντικά με τα πολιτιστικά, δημιουργώντας τον δικό της κόσμο.

Με αυτές τις εσωτερικές καταβολές, που διαμορφώνουν βλέμμα και σκέψη, μας παραδίδει τα «Χρυσοκόκκινα μήλα», ένα βιβλίο που αποτελείται από έξι νουβέλες. Αν και αυτόνομες, οι έξι αυτές ιστορίες παρουσιάζουν μια φυσική και λογική εξέλιξη περιγράφοντας τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και τα κοινωνικά, τα οποία διαμορφώνουν την ελληνική κοινωνία και κατ΄ επέκταση την εξέλιξη της ζωής των ηρώων.

Η πρώτη νουβέλα με τίτλο «Εγώ ο Πηλιορείτης», προβάλλει ως η σημαντικότερη και ταυτόχρονα η βάση του βιβλίου. Η αφήγηση ξεκινά αμέσως μετά την κατοχή, εκτυλίσσεται στον εμφύλιο και φθάνει έως την περίοδο της μετανάστευσης, τότε που ξεκινά η διασπορά των Ελλήνων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και, πιο συγκεκριμένα, στο Κάιρο της Αιγύπτου. Είναι ένα κείμενο δυνατό και ζωντανό, με την ντοπιολαλιά από τις πρώτες κιόλας σειρές να σε μεταφέρει από το τώρα, εκεί, στο τότε. Η σκληρότητα και η βαρβαρότητα καταγράφονται χωρίς η συγγραφέας να χαρίζεται στη μία ή στην άλλη πλευρά, αποτυπώνοντας την εποχή και ερμηνεύοντας παράλληλα τα μίση που φώλιασαν και δίχασαν τότε την Ελλάδα. Και τα οποία άφησαν τα ίχνη τους στις ψυχές των ανθρώπων μέχρι σήμερα, κρατώντας τους δέσμιους/σκλάβους εκείνων των ιδεών που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Σημαντικό στοιχείο εκείνης της εποχής η φτώχεια, μια κατάσταση που προϋπήρχε άλλοτε, να τους ενώνει γύρω από το οικογενειακό τραπέζι και άλλοτε πάλι, μετά τον πόλεμο, να τους κατατάσσει σε κοινωνικές τάξεις. Όμως, σε πείσμα όλων των δεινών εκείνης της εποχής, η συγγραφέας μας δίνει μια εικόνα της κοινωνίας, όπου παιδιά, γέροντες, νέοι, έρωτες, μόχθος, μίση, αντέχουν, συνυπάρχουν και ελπίζουν, διεκδικώντας ένα καλύτερο αύριο. Σύμμαχός της στις περιγραφές αυτές είναι η φύση που ανθίζοντας και ευωδιάζοντας ομορφαίνει την καθημερινότητα, ενώ η ελπίδα της αναγέννησης φυτρώνει παντού.

Η Ανθή Πιερίδη στα κείμενά της χρησιμοποιεί διάφορα είδη γλώσσας ανάλογα με τον ήρωα, διαφοροποιώντας τη γραφή της σε ντοπιολαλιά, παιδική, ανδρική ή απρόσωπη αφηγηματική. Έτσι, στο «Δε ρώτησα» αφηγείται σαν ένα μικρό παιδί που με μικρές, κοφτές προτάσεις εκφράζει τις απορίες και τα όνειρά του περιγράφοντας παράλληλα τον κόσμο των μεγάλων, στον οποίο δεν του επιτρέπεται ακόμη να μπει. Έναν κόσμο γεμάτο ερωτηματικά και ανομολόγητα μυστικά.

Αλλού πάλι με ανδρική γραφή, όπως στο «Γλύφω μόνο παγωτό», εκφράζει τις επιθυμίες και τις συνήθειες της κοινωνίας της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η νουβέλα με ρεαλισμό, ανατροπή και χιούμορ. Αν και οι κοινωνικές σχέσεις αλλάζουν και τις ευλογεί και η Εκκλησία, το κίνητρό τους παραμένει σταθερό, «στο μας βολεύει έτσι». Με την αναγκαστική σιωπή στα υπογείως συμβαίνοντα, να παίρνει πάντα την εκδίκησή της, χρόνια μετά. Ωστόσο, οι αληθινοί έρωτες στο διήγημα «Μουριά» μοιάζει να ξανασμίγουν κι ας έχουν τα σώματα ωριμάσει. Η επιθυμία και η ανάμνηση διατηρούν τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια που είχαν κάποτε. Ενώ στον «Μαγεμένο Αύγουστο», αποτυπώνονται οι μικρές τοπικές κοινωνίες που στιγματίζουν και απομακρύνουν ό,τι δεν τους είναι οικείο. Καίτοι η ίδια αυτή κοινωνία είναι γεμάτη από μυστικά που ενώ τα ξέρουν όλοι, κανείς δεν τα συζητά.

Και τέλος η διασπορά. Στο Κάιρο της Αιγύπτου, με τις οικογένειες που άφησαν τη ζωή τους πίσω στην πατρίδα και εγκαταστάθηκαν εκεί. Δούλεψαν με μόχθο για να ζήσουν καλύτερα αυτοί και τα παιδιά τους. Αίγυπτος, μια χώρα δυνατή, κοσμοπολίτικη, αργή και νωθρή συγχρόνως, με τη μυρωδιά από τα μπαχαρικά, τα φούλια και τη σκόνη της να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Εκεί το ελληνικό στοιχείο γιγαντώθηκε, πλούτισε, μορφώθηκε, κατέκτησε τον σεβασμό με την εργατικότητά του, χωρίς ωστόσο να απαλλαγεί ποτέ από τις ανθρώπινες μικροαδυναμίες του. Μέχρι που ο χρόνος τα κάλυψε όλα με τη δική του σκόνη. Ποια κληρονομιά να διεκδικήσεις πια; Όλα μπορούν να σου τα πάρουν, εκτός από τις αναμνήσεις σου εκεί. Αυτές είναι κλειδωμένες στο μυαλό. Όπως είναι κλειδωμένο στο μυαλό και το άρωμα από τους δρόμους του Καΐρου.

Αυτός είναι ο κόσμος της Ανθής Πιερίδη, τον οποίο μας αποκαλύπτει στα «Χρυσοκόκκινα μήλα». Οι ήρωες, μικροί και μεγάλοι, μάχονται να επιβιώσουν, να ερωτευθούν, να δημιουργήσουν. Άλλοτε βγαίνουν κερδισμένοι και άλλοτε πάλι το κατεστημένο τους προσπερνά, ενώ το πέρασμα του χρόνου τους δικαιώνει. Η συγγραφέας πλάθει έναν κόσμο γεμάτο δύναμη, όραμα, προσφορά και ευαισθησία, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη στα γεγονότα που διαμόρφωσαν την ελληνική κοινωνία από τον εμφύλιο μέχρι σήμερα. Στα κείμενά της η φύση είναι πάντα παρούσα. Άλλοτε σαν λουλούδι ευωδιάζει και άλλοτε σαν γλάρος πετά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Για να πάει πιο ψηλά.

Τούλα Ρεπαπή

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Διαβάσαμε στο bookpress.gr

kitrinos_stratiotis
Ανδρέας Μήτσου
Εκδ Καστανιώτη
Της Άλκηστης Σουλογιάννη

«ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία συνταρακτική» Γιώργος Χειμωνάς, Ο Γιατρός Ινεότης

Ο Ανδρέας Μήτσου συνεχίζει με συνέπεια να αναπτύσσει ένα κειμενικό σύμπαν διαρθρωμένο σε γεγονότα που παραβιάζουν την αντικειμενική πραγματικότητα, τη γενικώς αποδεκτή λογική και την ισχύουσα φυσική τάξη των πραγμάτων, και ελέγχονται από την ανθρώπινη δυναμική που φαίνεται να εκδηλώνεται σε απόλυτη έννοια καθ’ υπέρβαση όλων των συμβατικών ορίων, όπως αναγνωρίζεται κατεξοχήν στα προγενέστερα βιβλία του συγγραφέα Σφήκες (2001), Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού (2005), Η ελεημοσύνη των γυναικών (2009) ή Ο αγαπημένος των μελισσών(2010). 

Το κλίμα αυτό προσδιορίζει τη δομή (και) του βιβλίου με τον τίτλο Ο κίτρινος στρατιώτης, στο οποίο ο Α. Μήτσου έχει οργανώσει μια συνταρακτική υποκειμενική πραγματικότητα βασισμένη σε μια σύνθετη ιστορία που εξελίσσεται σε τέσσερα μέρη με ένδεκα κεφάλαια ανισομερώς κατανεμημένα, που αποτυπώνουν τη λογική του υπο-/κειμενικού κόσμου, και επιστεγασμένα με επίλογο που αποδίδει τη λογική του λεγόμενου αντικειμενικού κόσμου. Η ιστορία αφορά αφενός ένα μη συνηθισμένο άτομο που υπερβαίνει το κοινό ανθρώπινο μέτρο συμπεριφοράς καθώς δεν έχει διαβρωθεί από τα κοινά ανθρώπινα συμβατικά στοιχεία, και αφετέρου τη διαδρομή που αυτό το άτομο ακολουθεί στον μεγάλο κόσμο διασχίζοντας γεωφυσικά και ιστορικο-πολιτισμικά πεδία προσωπικής και ομαδικής δράσης εξ αιτίας μιας σειράς αντικειμενικών όσο και δεσμευτικών γεγονότων, με αφετηρία την οικογενειακή κοιτίδα και με τελική επιστροφή σ’ αυτήν και σε όσα τραγικά αυτή η επιστροφή συνεπάγεται.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Α. Μήτσου πραγματεύεται με ευρηματικό τρόπο μεγάλα και γενικά θέματα, όπως είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων και το κατά την κοινή αντίληψη υπερφυσικό, η ισορροπία και οι ανατροπές στις ανθρώπινες σχέσεις, οι ανατροπές στην αντικειμενική πραγματικότητα και κατ’ επέκταση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με το φυσικό, κοινωνικό, ιστορικο-πολιτικό περιβάλλον, η σχέση ζωής και θανάτου, η ανθρώπινη βούληση και το ανθρώπινο όριο, η υπέρβαση του ανθρώπινου ορίου και η αντίδραση των φορέων της κοινής λογικής, η αποκοπή του ανθρώπου από το περιβάλλον και η συνακόλουθη μόνωση του ανθρώπου, η σχέση ανάμεσα στο θάρρος και τη δειλία ή ανάμεσα στην τόλμη και τον φόβο. Ακόμα: το προσωπικό περιεχόμενο του χρόνου, η πρόσληψη της εξωτερικής/αντικειμενικής πραγματικότητας και ο βαθμός της υποκειμενικής παρέμβασης, η ισοδυναμία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας, η ροή των αντικειμενικών γεγονότων και η δέσμευση της ανθρώπινης μοίρας, το άτομο απέναντι στις δομές της συντεταγμένης κοινωνίας, η ύβρις και η αρά με ό,τι αυτές συνεπάγονται σε ατομικό και σε κοινωνικό επίπεδο.

Αυτό το πυκνό υλικό διεκπεραιώνει ο πλήρης συναισθήματος αλλά και σκληρότητας παραστατικός λόγος του συγγραφέα, με την ευρηματική έως απροσδόκητη χρήση της μεταφοράς (όπου εντάσσεται το στοιχείο των μεταμορφώσεων, που οδηγεί και στην ανάγνωση του τίτλου του βιβλίου Ο κίτρινος στρατιώτης), με τη συχνή παρέμβαση της αφοριστικής διατύπωσης και με την ένταση των γραμματικών εικόνων, όπου εμπλέκονται σύνθετες προσωπογραφίες κάτω από την πολυεστιακή οπτική του κεντρικού πρωτοπρόσωπου αφηγητή που λειτουργεί ως φορέας της υπο-/κειμενικής λογικής.

Αυτή ακριβώς η λογική προσδιορίζει την υπο-/κειμενική πραγματικότητα που προβάλλει έναν υπερρεαλιστικό χαρακτήρα και καταλήγει σε σφοδρή σύγκρουση με τις κοινές φυσικές, κοινωνικές, ιστορικο-πολιτικές καταστάσεις. Αυτή η σύγκρουση έχει ένα σημαντικό κόστος για την υποκειμενική πραγματικότητα, στον κειμενικό όμως κόσμο του βιβλίου αποτυπώνονται οι απώλειες που υφίσταται και η αντικειμενική πραγματικότητα.

Μια μορφή ισορροπίας των πραγμάτων με μια συνεπαγόμενη μορφή κάθαρσης αναγνωρίζεται στον επίλογο του βιβλίου, όπου ένας περιστασιακός πρωτοπρόσωπος αφηγητής-φορέας της λογικής που διέπει την αντικειμενική πραγματικότητα, λειτουργεί ως απολογητής ακριβώς της λογικής του υποκειμενικού κόσμου του βιβλίου.

Με τον τρόπο αυτό ο Α. Μήτσου φαίνεται να προτείνει ένα πρωτότυπο περιεχόμενο για τη διελκυστίνδα ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό (αφήνοντας μια αφοριστική υπόνοια ότι τελικά το μόνο που υπάρχει, είναι το υποκειμενικό), πράγμα που οδηγεί στην πολυεπίπεδη δημιουργική ανάγνωση του βιβλίου. 

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Οι ''Άγγελοι πολέμου'' της Νατάσας Γκουτζικίδου, μέσα από τα μάτια της συγγραφέως Άντζελας Πίτλιτζερ

Η αγαπημένη συγγραφέας, Άντζελα Πίτλιτζερ (Ναραντέλ, η μάχη της σκιάς και τα αρχαία μυστικά), με τίμησε διαβάζοντας το τελευταίο μου μυθιστόρημα και γράφοντας για αυτό. Ένα θερμό ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!


''Το καταπληκτικό μυθιστόρημα της Νατάσας μας ταξιδεύει από το Λονδίνο, στη Ρωσία μέχρι και την Ελλάδα. Μας πηγαίνει πίσω σε μια εποχή, γνώριμη και οδυνηρά αξέχαστη όπου μας δείχνει το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου με τους σκληρούς, αμείλικτους Γερμανούς να σφυροκοπούν με μανία θέλοντας να κατακτήσουν ολόκληρο τον κόσμο. O πόλεμος έρχεται και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα του αφήνοντας αποκαΐδια ψυχής, πληγωμένα κορμιά και καρδιές με έναν βαθύ πόνο, μη έχοντας δίπλα τους πια τους αγαπημένους τους...Έλλη- Άλκηστη δυο αδερφές… αλλά τόσο διαφορετικές που μέσα τους μεγαλώνει και θεριεύει το μίσος. Μια μάνα που ξεχωρίζει μόνο το ένα της παιδί... Η Άλκηστη θέλει να δώσει τον ίδιο της τον εαυτό σε αυτόν τον πόλεμο και να ξεχάσει όσα την προβληματίζουν από την οικογένεια της. Θέλει να ζήσει τον πόλεμο από κοντά και η μόνη της διαφυγή είναι να γίνει νοσοκόμα και να καταταγεί στον Ερυθρό Σταυρό. Μια οικογένεια με ένα μεγάλο μυστήριο και το κουβάρι ξετυλίγεται μπροστά της. Ερωτήματα που διχάζουν και ένας άγγελος εμφανίζεται μπροστά της καλώντας τη να τον δεχτεί και να τον αγαπήσει. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον... αγάπη, έρωτας, προσμονή, ελπίδα... Το πρόσωπο του θανάτου περπατάει στο Λονδίνο και όλα έχουν γίνει συντρίμμια. Εκεί όμως που νομίζουμε ότι έχει πεθάνει και η τελευταία ελπίδα, γεννιέται ένας έρωτας και ένα μεγάλο δίλλημα πλανιέται στον αέρα. Η μοίρα γελάει με κακία σκορπώντας τα δίχτυα της και φανερώνοντας μας μυστικά. Μια πικρή αλήθεια έρχεται στο προσκήνιο και τη μαθαίνει τελευταίος ο πατέρας της Άλκηστης. Τα πάντα καταρρέουν… γκρεμίζονται.. και οι αμφιβολίες μιας ζωής πετάγονται σκορπισμένες στα πόδια των ηρώων σαν χειροβομβίδες παίρνοντας και πληγώνοντας όποιον είναι δίπλα τους… Τι κρύβει ένα γράμμα? …Τι κάνουν τα λεφτά? Μέσα από τα πλούτη η προδοσία έρχεται θριαμβευτικά πατώντας γερά στα κορμιά των απλών θνητών…. Μπράβο Νατάσα για την εκπληκτική γραφή σου αλλά και για την πηγή φαντασίας που έχεις μέσα σου. Με έβαλες πραγματικά μέσα στο βιβλίο νιώθοντας τα συναισθήματα κάθε ήρωα σου…''

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Το φετινό όμως καλοκαίρι θα είναι διαφορετικό

Η Αννούλα στην κατασκήνωση
Ροδούλα Σερδάρη - Παπαϊωάννου
εκδ Κέδρος

Είναι Ιούνιος, μόλις έχουν κλείσει τα σχολεία και έχουν αρχίσει οι καλοκαιρινές διακοπές των μαθητών. Κάθε χρόνο η Αννούλα περνούσε τις διακοπές της στο σπίτι μαζί με την μαμά της, που προσπαθούσε να της κάνει όλα τα χατίρια, αφού η μικρή μας ηρωίδα είναι μοναχοκόρη.
Το φετινό όμως καλοκαίρι θα είναι διαφορετικό. Ο κύριος Νίκος, ο μπαμπάς, και η κυρία Ελευθερία, η μαμά, της Αννούλας, αποφάσισαν η κόρη τους να περάσει είκοσι ημέρες από τις διακοπές της σε μια κατασκήνωση.
Έτσι μια Δευτέρα πρωί, η Αννούλα έφυγε για πρώτη φορά μακριά από τους δικούς της και ξεκίνησε -χωρίς να το θέλει, είναι γεγονός- την εικοσαήμερη περιπέτεια της κατασκήνωσης. Στην αρχή ο εγωισμός της θα την κρατήσει μακριά από την παρέα των άλλων παιδιών.
.........

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Μοναδικό κρίκο επαφής με τους συνανθρώπους του

γράφει ο Παπασπύρου Νεκτάριος

«Κυβερνογραφία», του Χρήστου Ελευθεράκου, εκδόσεις Άνεμος

Τη χρονιά που μας πέρασε, το 2011, ένας νέος άνθρωπος και συγγραφέας -ο Χρήστος Ελευθεράκος, μόλις 30 ετών- έκανε τις πρώτες απλωτές του στην θάλασσα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με το μυθιστόρημα  «Κυβερνογραφία» μέσα από τις εκδόσεις Άνεμος. Για να του ρίξουμε μια ματιά...

Κεντρικός ήρωας της ιστορίας μας, είναι ένας εικοσιεξάχρονος που μετά από αρκετές προσπάθειες κατάφερε να βρει μια θέση εργασίας...

...
Για να μην τα πολυλογώ, τελικά κατάφερα να γίνω υπάλληλος που εργάζεται σε μια μεγάλη τηλεφωνική εταιρεία, υπεύθυνη για την ενημέρωση και την τεχνική υποστήριξη συνδρομητών ψηφιακής τηλεόρασης. Εκτός απ' αυτό, η εταιρεία είχε αναλάβει το τηλεφωνικό κέντρο μιας μεγάλης αλυσίδας καταστημάτων για πίτσες, με αποτέλεσμα πολλές από τις ώρες μου να τις περνώ ακούγοντας πεινασμένους.
...

Η δουλειά, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Η εταιρία συμπεριλαμβάνεται στην δυστυχώς μακριά λίστα με τις φάμπρικες του 21ου αιώνα. Το γεγονός ύπαρξης γραφείου και PC δεν αλλάζει επ' ουδενί την ουσία... το βάθος μιας δουλειάς δίχως στάλα δημιουργικότητα, πλημμυρισμένης από δήθεν συμπεριφορές που επιβάλει το σύγχρονο και αποτελεσματικό «σύστημα εργασίας». Οκτάωρο και πενθήμερο, με μόλις 550 ευρώ το μήνα! Τι να κάνεις όμως; Κάπως πρέπει να πληρωθούν οι λογαριασμοί!

Στην περίπτωση του ήρωα μας, βέβαια, η ανυπόφορα ανιαρή δουλειά του, εκτός από τα προς το ζειν, του προσφέρει και το μοναδικό κρίκο επαφής με τους συνανθρώπους του...

...
Οι συνεργάτες μου αποτελούσαν τη μοναδική μου κοινωνική συναναστροφή. Δεν έβγαινα σχεδόν ποτέ τα βράδια και συνήθιζα να κοιμάμαι νωρίς. Οι περισσότερες βραδινές μου έξοδοι γίνονταν με άτομα της εταιρείας και χαρακτηρίζονταν από έναν συγκρατημένο ενθουσιασμό και μια διαρκή αμηχανία. Τουλάχιστον εγώ έτσι τα έβλεπα... τα βράδια μου άρεσε να τρώω σούπες, να ακούω μουσική και ν' ασχολούμαι με το ίντερνετ.
...

Τρεις άνθρωποι κυριαρχούν στην καθημερινότητα του. Η καλόβολη Μάνια, η συνάδελφος του που τον συμπαθεί και κάνει τις ώρες εργασίας πιο ανθρώπινες. Ο εύθυμος Τζέρι, μανιώδης καπνιστής και πρωταθλητής στο αγώνισμα «άλμα επί γυναικός» -τουλάχιστον στο μυαλό και στα «θέλω» του. Και ο διευθυντής του, ο Hombre Invisible, όπως είναι το παρατσούκλι που του έχουν δώσει οι υπάλληλοι της τηλεφωνικής εταιρίας. Ένας άνθρωπος που ξεκίνησε ως απλός τηλεφωνητής και μέσα σε δέκα χρόνια είχε καταλάβει την διευθυντική καρέκλα.

Με αυτούς τους τρεις φυσικούς δορυφόρους και με εκατοντάδες άλλους δικτυακούς, κυλά η ζωή του ήρωα μας στο σύμπαν της μουντής καθημερινότητας. Μιας καθημερινότητας μοιρασμένης στον πραγματικό κόσμο της εργασίας και στον εικονικό κόσμο των ελεύθερων ωρών του...

...
Δεν ξέρω αν άρεσα στις κοπέλες, είχα πολύ καιρό να φλερτάρω με κάποια ώστε να με δει γυμνό. Οι μοναδικές που μ' έβλεπαν γυμνό ήταν κοπέλες στο ίντερνετ, όταν άνοιγα την κάμερα μου. Ήταν και αυτή μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες. Συνήθως μ' έβρισκαν σεξουαλικά επαρκή, αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για ένα σχόλιο που γίνεται απ' το ίντερνετ. Περνούσα αμέτρητες ώρες στα site γνωριμιών και είχα καταφέρει να έχω πολλές επιτυχίες, είχα εξελιχτεί σε μάστορα του cyber sex.
...

Θα μπορέσει άραγε αυτός ο τύπος «Είμαι καλύτερος στα γραπτά απ' ότι στα προφορικά» να βρει μια διέξοδο προς την πραγματική ζωή; Οι δύο συνάδελφοί του θα τον βοηθήσουν, με την στάση ζωής που εκείνοι έχουν, να πάρει κάποιες αποφάσεις; Και ποιος θα είναι ο ρόλος του διευθυντή του με το μυστηριώδες παρουσιαστικό και με το πιο μυστηριώδες ημερολόγιο;

Στο «Κυβερνογραφία», ο Χρήστος Ελευθεράκος, τοποθετεί τους ήρωες του στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα. Μέσα από εικόνες και καταστάσεις που συναντάς κάθε μέρα και εμείς, περιγράφει γλαφυρά και ιδιαιτέρως καυστικά την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Με όπλα του το χιούμορ και την αλληγορία, κάνει τον αναγνώστη του κοινωνό του κόσμου που ενώ βρίσκεται γύρω μας εμείς πολλές φορές δεν τον βλέπουμε ή δεν θέλουμε να τον δούμε.

Αθυρόστομος ο νέος ταλαντούχος συγγραφέας, αλλά σε καμία περίπτωση δήθεν. Δεν προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή με τις λέξεις και τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί αλλά να μεταφέρει ατόφια την πραγματικότητα της καθημερινότητας όλων μας στο χαρτί, και μάλιστα χρησιμοποιώντας ολόσωστα την ορολογία και την αργκό του διαδικτύου (κάτι που δεν συμβαίνει στα περισσότερα μυθιστορήματα που περιλαμβάνουν το Internet στην πλοκή τους).

Ιδιότυπο, εναλλακτικό, καυστικό, απολαυστικό, και πάνω απ' όλα σύγχρονο μυθιστόρημα, το πρώτο "παιδί" του Χρήστου Ελευθεράκου περιμένει να σας μιλήσει στην γλώσσα του που είναι και δική μας γλώσσα. Μην καθυστερείτε το κους-κους-άκι μαζί του, γιατί έχει να σας πει πολλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα! Θα δείτε! :)

Πηγή: Ματιά (www.matia.gr)

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Είναι μια ιστορία παθών και παθημάτων

 Η Παναγιώτα Κουτσογεωργοπούλου διαβάζει,
 Ο Όρκος
 Φώτης Κατσιμπούρης
 εκδ Ωκεανός Ενάλιος

"Πρόσφατα διάβασα το βιβλίο του συμπατριώτη μου Καλαματιανού Φώτη Κατσιμπούρη "Ο Όρκος" από τις εκδόσεις ΩΚΕΑΝΟΣ. 
Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα αυτό το βιβλίο. Ομολογώ ότι περίμενα μια αντιγραφή του δημώδους τραγουδιού "του νεκρού αδελφού" (στο οποίο βασίζεται το βιβλίο). 
Σίγουρα δεν περίμενα αυτή την πολύ ωραία ανάλυση της άγριας εποχής που διαδραματίζεται και το αληθοφανές πραγματικά ξεδίπλωμα της ιστορίας με λεπτομέρειες και ιστορικά τεκμηριωμένες αναφορές. "Ο όρκος" είναι κάτι παραπάνω από ένα γνωστό σε όλους παραμύθι. 
Είναι μια ιστορία παθών και παθημάτων, συναισθημάτων και καταστάσεων, από μια διαφορετική οπτική γωνία, ωστόσο απόλυτα συνυφασμένη με την εποχή που διαδραματίζεται και με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων. Μέσα στον ιστό αυτής της ιστορίας μπλέκουν οι ιστορίες και οι μυθολογίες και άλλων λαών κάνοντάς την ακόμη πιο αληθοφανή.
Ένα βιβλίο που πραγματικά το ευχαριστήθηκα και κάποια στιγμή θα το ξαναδιαβάσω, όπως κάνω με όλα τα βιβλία που με έχουν εντυπωσιάσει..."

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ένας νεαρός επιστήμονας

ΒΑΡΕΝΚΑ ΟΛΕΣΟΒΑ
Μαξίμ Γκόρκι
Εκδ ΡΟΕΣ



Ο έρωτας ως αποδόμηση της λογικής

Όταν γίνεται αναφορά στο όνομα του Μαξίμ Γκόρκι, αμέσως έρχεται στο μυαλό ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», ένα λογοτεχνικό κίνημα άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λογοτεχνία της Σοβιετικής Ένωσης. Με αυτό το στοιχείο στο μυαλό μου ξεκίνησα να διαβάζω τη νουβέλα του «Βάρενκα Ολέσοβα» και ξέχασα όσα ήξερα για τον Γκόρκι.

Πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ένας νεαρός επιστήμονας. Διανοούμενος, αρκετά ψυχρός και δεμένος στην τετράγωνη λογική του, ο Ιπολίτ πηγαίνει να περάσει τους καλοκαιρινούς μήνες στην επαρχία όπου κατοικεί η πρόσφατα χηρεύσασα -αλλά όχι τεθλιμμένη-, αδερφή του Ελιζαμπέτα. Την επισκέπτεται με μισή καρδιά και με σκοπό να εκμεταλλευτεί την ησυχία για να δουλέψει. Η γνωριμία του με τη νεαρή γειτόνισσά τους, τη Βάρενκα, προκαλεί μια απερίγραπτη ταραχή στον τακτοποιημένο εσωτερικό του κόσμο. Η αρχική του αντιπάθεια για το κορίτσι, το οποίο θεωρεί όμορφο αλλά κουτό, αντικαθίσταται σταδιακά από ένα μεγάλο πάθος για αυτήν, ένα πάθος που δεν μπορεί ούτε να εξηγήσει ούτε να εξωτερικεύσει. Μια επίσκεψη στο σπίτι της και η ξαφνική κακοκαιρία που τον εγκλωβίζει εκεί, γίνονται η αιτία να γνωρίσει τη σκληρότητα της απόρριψης.

Στη σύντομη αυτή νουβέλα, ο Γκόρκι παραθέτει δίπλα στην ομορφιά της φύσης τη δυστυχία του έρωτα. Κανένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας δεν είναι απόλυτα συμπαθής: ο Ιπολίτ με την εμμονή του στην επιστημονική λογική, συνεχώς ασκεί κριτική στη συμπεριφορά των άλλων, η αδερφή του, έχοντας βιώσει την ασχήμια του γάμου της, απολαμβάνει με σκληρότητα τον έρωτα ενός νεότερου άντρα, ενώ η Βάρενκα δείχνει αγνή και αφελής, αλλά δεν διστάζει να μαστιγώσει τον υπηρέτη της επειδή μέθυσε σε περίοδο θερισμού. Ο Ιπολίτ διακρίνει όλα τα αρνητικά στοιχεία της και, ενώ αρχικά σκέφτεται ότι θα μπορούσε να μορφώσει ο ίδιος αυτό το πλάσμα, τελικά παρασύρεται από τη ζωντάνια και τη λάμψη της και τα δέχεται όλα. Όσες αντιρρήσεις παρουσιάζει στην αρχή της γνωριμίας τους, τόσο υποχωρεί στη συνέχεια. Προσπαθεί να δώσει όνομα σε όσα του συμβαίνουν και να εξηγήσει γιατί τη σκέφτεται συνεχώς, αλλά δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι είναι ερωτευμένος. Η Βάρενκα, όμως, είναι σκληρή με τον δικό της τρόπο. Δεν του αφήνει περιθώρια να της μιλήσει. Βρίσκεται, απλά, εκεί για να του καταστρέψει όλα όσα πίστευε, αφού αυτά που νιώθει δεν εξηγούνται με τη λογική. Βρίσκεται εκεί για να του αποδείξει άθελά της ότι δίπλα στο μεγαλείο του έρωτα βρίσκεται η κόλαση της έλλειψης ανταπόκρισης.

Μέσα στις λίγες σελίδες αυτής της νουβέλας ο Γκόρκι αποδεικνύει ότι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που δεν θα εξηγηθούν ποτέ με την λογική είναι ο έρωτας. Δεν επιλέγεις ποιον θα ερωτευτείς, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, και δεν είναι σίγουρο ότι το αίσθημά σου θα βρει ανταπόκριση. Όταν ερωτεύεσαι πρέπει να είσαι έτοιμος για να ζήσεις μια μικρή κόλαση.

Πολύ καλή η μετάφραση του κ. Σταθόγιαννη και πραγματικά εξαιρετική η επιλογή του εξώφυλλου.
Αφροδίτη Δημοπούλου 
www.diavasame.gr

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Άγιοι & δαίμονες

agioi-kai-daimonesΤου Γιώργου Χ. Θεοχάρη
Μια μέρα, κάποιας χρονιάς, στη δεκαετία του 1750 ο Δήμος Κομνάς έφτασε στη Λιβαδειά. Ερχόταν από το χωριό του, την Αγόριαννη του Παρνασσού, απ’ όπου έφυγε κυνηγημένος από τους Τούρκους, επειδή πήρε μέρος στον ξεσηκωμό των ραγιάδων που προξένησε η ανταρσία του Χρήστου Μηλιόνη.
Περί τούτου, για όσους τα προγράμματα εκπαίδευση φρόντισαν να τον αγνοούμε, ανατρέχω στην γραφίδα του Α. Παπαδιαμάντη, από το διήγημά του «Χρήστος Μηλιόνης»:
Περί τα μέσα του ΙΗ΄αιώνος κατείχεν ο Χρήστος Μηλιόνης τα αρματολίκια της Ακαρνανίας, του Βάλτου και Ξηρομέρου, είς των αντιπροσώπων της σφαδαζούσης ελληνικής ελευθερίας, των περιφανέστερον παραστησάντων εις τον εκπεπληγμένον ευρωπαϊκόν κόσμον τα δίκαια του αδικουμένου έθνους∙ ουδέποτε είχε συνθηκολογήσει με τους Τούρκους. Τούτο εκφράζει τρανότερον πάσης ιστορικής μαρτυρίας ο στίχος του δημοτικού άσματος: «Όσο είν’ ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει».
Στη Λιβαδειά ο Δήμος Κομνάς πούλησε τα χρυσαφικά της μάνας του. Τον γέλασαν στη συναλλαγή μα πάλε ήταν κάμποσοι παράδες. Ταξίδεψε μετά στη Χαλκίδα απ’ όπου πήρε πλοίο για το Βόλο κι από ‘κει άλλο που τον έφερε στην Πόλη. Ο Δήμος Κομνάς θα προκόψει στον νέο τόπο που αποφάσισε να ζήσει. Θα κάμει οικογένεια κι ένας γιος του θα σπουδάσει την ιατρική στην Ευρώπη. Εκείνος με τη σειρά του, επιστρέφοντας στην Πόλη, θα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, θ’ αποκτήσει παιδιά, ένα εκ των οποίων, ο Τζανής, γεννημένος το 1796, θα καταγράψει την ιστορία των χρόνων του, μέσα από την μικροϊστορία, τους πόθους, τα πάθη, και τα παθήματα της οικογένειάς του, των συγγενών και των φίλων του.
Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται αυτή η καταγραφή εκτείνεται από τις 14 Νοεμβρίου 1808, τη νύχτα που ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά στην Πόλη, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 1831, με τον αφηγητή να περιφέρεται στα αποκαΐδια μιας άλλης φοβερής πυρκαγιάς στο ίδιο τόπο. Στ’ αποκαΐδια μιας Πόλης και μιας κοινωνικής περιόδου, μιας ολόκληρης εποχής.
Είκοσι τρία χρόνια από τη μια φωτιά στην άλλη. Χρόνια που η σκεπασμένη χόβολη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς, συνύπαρξης, αντιθέσεων, ίντριγκας και πόθου ελευθερίας αναζωπυρώθηκε, φούντωσε κι οι φλόγες της έκαναν παρανάλωμα ζωές, περιουσίες, όνειρα, έρωτες, ιδέες, κι από τις στάχτες πρόβαλλε το κρατικό μόρφωμα της νέας Ελλάδας, μπολιασμένο ως το μεδούλι με τον χατζηαβατισμό της συναλλαγής, του ρουσφετιού, της απάτης, της αφιλίας, του μικροσυμφέροντος, και τόσων άλλων αρνητικών χαρακτηριστικών της μήτρας στην οποία κυοφορήθηκε για τετρακόσια χρόνια. Χαρακτηριστικών που μας διακρίνουν μέχρι σήμερα και μας οδήγησαν στο τέναγος της εθνικής κατάθλιψης των ημερών που ζούμε.
Ο Δήμος Κομνάς, λοιπόν, είναι ο μυθιστορηματικός γεννήτορας της οικογένειας Κομνά, στην Πόλη, και πάππος του Τζανή που είναι ο κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν».
KalpouzosΞεκινώντας από το 1808 ο, δωδεκαετής τότε, Τζανής θα αναδιηγηθεί τη ζωή του μέχρι τα τριάντα πέντε χρόνια του, καθώς και τη ζωή των άλλων, με φόντο το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Τα κομβικά σημεία σ’ αυτό το πλέγμα αληθινών και επινοημένων γεγονότων είναι τα ακόλουθα: Η μεγάλη πυρκαγιά του 1808 στην Πόλη. Η καταστροφική επιδημία πανώλης του 1812. Η σταδιοδρομία του Τζανή ως μυρεψού. Η μύησή του στην μυστική επαναστατική Εταιρεία του Φοίνικα. Η φυγή του, με πλοίο για την Οδησσό, προκειμένου να σώσει το κεφάλι του αφού αποκαλύφθηκε η σχέση του με παντρεμένη χανούμισσα. Η διάσωσή του μετά από ναυάγιο στον Εύξεινο πόντο και η παραμονή του στην περιοχή της Κερασούντας. Η σύλληψη, η φυλάκιση και η απόδραση από τη φοβερή φυλακή του Μπάνιον. Οι διεργασίες για την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης. Η μύησή του στην Φιλική Εταιρεία. Η προδοσία που είχε ως αποτέλεσμα να μην εκραγεί η επανάσταση στην Πόλη. Ο αφορισμός των επαναστατών από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Το πέρασμα του Προύθου ποταμού, ο Ιερός Λόχος, το Ιάσιο και το Δραγατσάνι. Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε’ και η ενθρόνιση του πόρνου Πισιδίας Ευγένιου. Το πέρασμα του Τζανή στη Χίο, η απόβαση των Σαμιωτών του Λυκούργου Λογοθέτη στο νησί και η Σφαγή της Χίου. Η καταστροφή των Ψαρών. Το πέρασμα του Τζανή στο Μοριά, η μάχη στο Μανιάκι, η αιχμαλωσία και η μεταφορά του στην Αίγυπτο. Η επιστροφή του Τζανή στην Πόλη. Η πυρκαγιά του 1831.
Το συγγραφικό τέχνασμα του Γιάννη Καλπούζου συνίσταται στο ότι εμφανίζει τον κεντρικό του ήρωα να είναι ο συγγραφέας του βιβλίου και να τροφοδοτεί, ο ίδιος ο ήρωας, την αφήγηση με παρένθετες διηγήσεις από τα πρόσωπα που συγκροτούν την καθημερινότητά του, και συνεπώς αποτελούν τους άλλους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, αλλά και να εντάσσει επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές αυτών των προσώπων. Έτσι ο Γιάννης Καλπούζος πλουτίζει την αφήγηση και το κείμενο χρωματίζεται με την ιδιαιτερότητα της φωνής και του τρόπου κάθε αφηγητή.
Σημαντικό πλεονέκτημα και μαζί κατάκτηση του συγγραφέα αποτελεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι αφ’ ενός η καθομιλουμένη κοινή ρωμέϊκη, προσμεμιγμένη με πλήθος λέξεων της οθωμανικής κοινής, αφ’ ετέρου η λόγια ελληνική της εποχής. Η λαϊκή γλώσσα είναι προσαρμοσμένη από τον συγγραφέα έτσι ώστε να γίνεται κατανοητή σήμερα. Οι οθωμανικές λέξεις και εκφράσεις, πολλές εκ των οποίων είναι παραφθαρμένες ελληνικές, υπομνηματίζονται και επεξηγούνται στις σελίδες του βιβλίου.
Πέραν του κεντρικού, εξαιρετικά ενδιαφέροντος, μυθιστορηματικού ήρωα, ο οποίος πέρασε από φωτιά και σίδερο, ο συγγραφέας δημιούργησε πλήθος προσώπων τις κινήσεις των οποίων συνταίριασε αρμονικά, έτσι ώστε να είναι πειστικοί και να προξενούν την αναγνωστική προσδοκία από σελίδα σε σελίδα.
Θα αναφερθώ σε κάποιους ξεχωριστούς χαρακτήρες, αδρομερώς:
Ο γιατρός Αναστάσιος Κομνάς, σπουδαγμένος στην Ευρώπη, στην Πίζα, νεωτεριστής, ερευνητής στο επιστημονικό του πεδίο, με πρωτότυπες ιδέες για την ριζική αλλαγή της θεραπευτικής μεθόδου στα φρενοκομεία, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αντιφαναριώτης και αντικληρικαλιστής.
Ο Λεωνής, αδελφός του Τζανή, του οποίου η ζωή θα καθοριστεί από την απόφαση που θα πάρει όταν η ύπαρξή του βρέθηκε κυριολεκτικά στον πάγκο του χασάπη.
Ο Μελέκ ή Παυλής, φίλος του Τζανή, ένας ήμερος γίγαντας που όταν χρειάζεται γίνεται θηρίο ανήμερο, ένας χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει μια τεράστια ομάδα ανθρώπων που έζησαν τους σκοτεινούς αιώνες του Οθωμανικού μεσαίωνα με μια φανερή αλλά υποκρινόμενη και μια κρυμμένη αλλά αληθινή θρησκευτική πίστη.
Η Γιοχαή και η Ισμιχάν, ένα κορίτσι και μια γυναίκα που αλλού υποχρεώνονται να ζουν και να διαθέτουν το κορμί τους κι αλλού είναι δοσμένος ο νους και η ψυχή τους.
Ο παπά – Αλύπιος, ένας θεομπαίχτης ιερέας, χαρακτηριστικός τύπος του εξωνημένου ιερατείου της εποχής, ο οποίος στο τέλος θα επιχειρήσει, απροσδόκητα, ένα ηθικό άλμα.
Ο Μποκρουζέ, οθωμανός κοινωνιστής, ανεξίθρησκος, στοχαστής, διδάχος και μέντορας του Τζανή.
Ο Ανθίας, τέλος, φίλος παιδικός του Τζανή, γητευτής των γυναικών, καταφερτζής, εραστής της ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής, πανέξυπνος, ρέμπελος, αφιλοχρήματος, τιμητής της φιλίας, μπεσαλής, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται ο τίτλος του μυθιστορήματος. Ένας άγιος και δαίμονας εν ταυτώ. Ίσως ο πιο σημαντικός χαρακτήρας του βιβλίου.
Εκτός των πειστικών μυθιστορηματικών χαρακτήρων το κείμενο έχει πολλές άλλες αρετές. Ο συγγραφέας ερευνώντας και γράφοντάς το, είναι φανερό, πως πέρασε από στάδια σκληρής πνευματικής χειρωναξίας –αν μου επιτρέπεται να πω. Ένα μυθιστόρημα αυτής της πλοκής, τόσο πολυπρόσωπο, εξελισσόμενο σε μια τέτοιας έντασης χρονική περίοδο, σε χώρους κλειστούς αλλά και στο ανοικτό γεωγραφικό πεδίο, απαιτεί σοβαρή ερευνητική εργασία γιατί ο κίνδυνος της μη θεμελιωμένης τεκμηρίωσης παραμονεύει κάθε στιγμή. Πόσο μάλλον όταν πρέπει να προχωρήσει ο συγγραφέας σε θέματα τεχνικά που αναφέρονται στην τεχνολογία των αρωμάτων, της βοτανικής, των πλοίων, των φάρων ή στην αρχιτεκτονική των κτηρίων και στην τοπογραφία των δημοσίων χώρων. Κι ακόμη στην ένταξη στη μυθιστορηματική δράση εθίμων, λαογραφικών και ανθρωπολογικών στοιχείων της εποχής, δημιουργώντας ένα πανόραμα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Η ανάπλαση της εποχής είναι εντυπωσιακή, καθώς στις γραμμές του κειμένου ανακαλύπτεις διαρκώς διόδους που διαβαίνοντάς τες βρίσκεσαι στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, στην Πόλη, κι αναρωτιέσαι γιατί είναι παράταιρα τα ρούχα που φοράς…
Ο Γιάννης Καλπούζος έγραψε ένα αξιανάγνωστο βιβλίο. Αν με το «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού» μάς εξέπληξε με την πρώτη του εμφάνιση στο συνθετικό κείμενο, τώρα βεβαιωνόμαστε πως ξέρει να γράφει καλά. Μετέρχεται μάλιστα μικτές τεχνικές της γραφής αποτελεσματικά. Οι δυνατότητές του σ’ αυτό που ονομάζουμε «ανοιχτό μυθιστόρημα» έχουν γίνει πλέον φανερές.
Ο μυρεψός Τζανής Κομνάς έγινε μέλος της συντροφίας των μυροπωλών της Πόλης όταν κατάφερε να παράξει το μύρο του δημιουργικού πόθου του. Το ονόμασε «Κυνηγός του ανέμου». Ο Γιάννης Καλπούζος σ’ αυτή την ονομασία στηρίζει τη σημειολογία του μυθιστορήματός του. Στο άπιαστο, όπως ο άνεμος. Άπιαστο του έρωτα, άπιαστο των μεγάλων προσδοκιών του ανθρώπου, άπιαστο της ειρηνικής συνύπαρξης, άπιαστο της ισονομίας και της δικαιοσύνης, άπιαστο της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας, άπιαστο της ευτυχίας, στο άπιαστο αλλά διαρκώς επιδιωκόμενο της δικαιωμένης ύπαρξής μας πάνω στη γη.
Θα τελειώσω όπως άρχισα τούτο το κείμενο. Ρωτώντας παλιότερα τον Γιάννη Καλπούζο για την καταγωγική του αφετηρία μου είχε απαντήσει πως γεννήθηκε στους Μελάτες της Άρτας αλλά η οικογένεια Καλπούζου πρέπει να έχει τις ρίζες της στην Αγόριαννη του Παρνασσού.
Το 1893 ο Emile Legrand εξέδοσε στο Παρίσι, σε 30 αντίτυπα, το κείμενο της αφήγησης του Αγοραννίτη Κομνά Τράκα για την δολοφονία του συγχωριανού και ξαδέρφου του Δήμου Καλπούζου, το οποίο του παρέσχε ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας. Τον Δήμο Καλπούζο δολοφόνησαν λίγο πριν την ελληνική επανάσταση δυο συγχωριανοί του βαλμένοι από τον Μουσταφάμπεη, απόγονο του μπεηζαντέ Ζαΐμη, ο οποίος κατείχε την Αγόριαννη τσιφλίκι του και την έχασε μετά από ενέργειες του Δήμου Καλπούζου στην Πόλη απ’ όπου έφερε φιρμάνι που χαρακτήριζε το χωριό κεφαλοχώρι κι όχι τσιφλίκι. Κατά τη δολοφονία ο Καλπούζος δεν πρόφτασε να χρησιμοποιήσει το γιαταγάνι του, που κατά τη συνήθεια της εποχής, το ονόμαζε Λελούδα, από το όνομα της όμορφης γυναίκας του. Ο Legrand στο προλογικό, γραμμένο στα γαλλικά, σημείωμα της έκδοσης μας πληροφορεί ότι την ιστορική αναφορά αναδιηγήθηκε ο και βουλευτής Κομνάς Τράκας το 1874 με τη βοήθεια σημειώσεων της οικογένειας (οικογενειακών χαρτιών) και τοπικών παραδόσεων.
Είναι πλέον ή βέβαιον πως ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος γνωρίζει το κείμενο. Είναι άλλωστε προσβάσιμο στο Διαδίκτυο. Έτσι κι αλλιώς η επιλογή της αρχιτεκτονικής στερέωσης του μυθιστορήματος πατάει σ’ αυτά που γράφει ο Legrand στον πρόλογό του. Εξάλλου η περιγραφή της Αγόριαννης, από τον Δήμο Κομνά, η αναφορά στην παλιότερη ονομασία του χωριού ως Αγία Μαρίνα και η επισήμανση ότι το χωριό ξεσηκώθηκε την εποχή που συνέβη η ανταρσία του Μηλιόνη, όλα αυτά, στην έκδοση του Legrand ακουμπάνε. Ας δούμε όμως ακόμη μια ταύτιση. Ο Τζανής μαχόμενος στο Μανιάκι τον Ιμπραήμ έχει ονομάσει, κατά τη συνήθεια της εποχής, το γιαταγάνι του Γιοχαή. Έτσι όπως λέγανε τον ανεκπλήρωτο έρωτά του.
Κάτι βαθύτερο όμως αισθάνομαι ότι υπάρχει στη σχέση του συγγραφέα με τούτη την αναδιήγηση του Κομνά Τράκα.
Ο μονογενής του δολοφονημένου Δήμου Καλπούζου ήταν εκείνος που ξεσήκωσε τα χωριά της Λιβαδειάς κατά των Τούρκων, τις παραμονές της επανάστασης, και μετά τη νίκη του στο χωριό Βισβάρδι όπου σκοτώθηκε και ο μπουλούμπασης Ταήραγας, αναγνωρίστηκε καπετάνιος της Λιβαδειάς.
Το ονοματεπώνυμό του ήταν Ιωάννης Καλπούζος, όπως και του συγγραφέα …
Αναρωτιέμαι, μέσα από ποιές διαδρομές οδηγούμαστε στην έμπνευση και στη γραφή; Ποιες πανάρχαιες οφειλές μάς δίνει η Τέχνη τη δυνατότητα να εκπληρώνουμε; Τι όμορφα δώρα προσφέρει κανείς με την πέννα του στις πατρογονικές του ρίζες; Πόσο ακριβό είναι το δώρημα να μπορείς γράφοντας ν΄ ανακουφίζεις τους λησμονημένους; Πόσο πολύτιμη είναι η στιγμή που κυνηγώντας τον άνεμο της ουτοπίας κατορθώνεις να προσφέρεις τις άκρες του στους συνανθρώπους σου μέσα σ’ ένα μπουκαλάκι μύρου;
agioi-kai-daimones-exofΓιάννη Καλπούζου
Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν
Μεταίχμιο 2011









Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Οδοιπορικό για το γιάτρεμα των πληγών


ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΗΣ
Γεώργιος Χαριτωνίδης

Εκδ ΒΕΡΓΙΝΑ




Οδοιπορικό για το γιάτρεμα των πληγών

Πόσο καθοριστικά μπορεί να είναι κάποια γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου; Στην περίπτωση του Γιώργου Χαριτωνίδη, η αιχμαλωσία του από τους Τούρκους στην Κύπρο το 1974, φαίνεται πως ήταν καθοριστική, τουλάχιστον για τη λογοτεχνική του πορεία. Έγραψε ένα βιβλίο για την αιχμαλωσία του, «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια» (2003), που κέρδισε το βραβείο μυθιστορήματος από το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Εκτός από αιχμάλωτος, ο Χαριτωνίδης είναι και πρόσφυγας, αφού η γενέτειρά του, η Λάπηθος, είναι σήμερα κατεχόμενη. Στο επόμενο βιβλίο του, «Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας» (2006), καταγράφει τα βήματά του στην Λάπηθο, την οποία επισκέφθηκε μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Τώρα «επιστρέφει» με ένα καινούριο ολιγοσέλιδο βιβλίο που είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένας συνδυασμός των δύο: μια περιήγηση την οποία συνοδεύουν σε κάθε βήμα σχεδόν οι αναμνήσεις.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου ο συγγραφέας γράφει: «Πρώτη φορά βρέθηκα στην Τουρκία ως αιχμάλωτος πολέμου στις φυλακές των Αδάνων και της Αμάσειας. Με το εξπρές του μεσονυκτίου στην καρδιά δε θα ήθελα να ξαναβρεθώ σε ‘κείνο τον τόπο». Αλλά από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο ίδιος μας ξαφνιάζει: «36 χρόνια μετά… το συναρπαστικότερο ταξίδι της ζωής μου» (σελ. 12). «Αιχμάλωτος» φίλων, λοιπόν, ο Χαριτωνίδης κάνει ένα οδοιπορικό στην Τουρκία, στη στεριά απέναντι από τις βόρειες ακτές της Κύπρου. Μάκρη, Ικόνιο, Αττάλεια, Καππαδοκία, Σμύρνη. Και άλλες, πολλές πόλεις με τα αρχαία τους ονόματα. Κάθε στάση είναι και μια ανάμνηση, όχι απαραίτητα της αιχμαλωσίας, αλλά οπωσδήποτε της Κύπρου και της παιδικής ηλικίας, η οποία συνδέεται με το γενέθλιο τόπο. Μια σκηνή μπορεί να φέρει στο μυαλό μια άλλη. Όπως το καφενείο στη Σίδη, που του θυμίζει τη Σαλαμίνα, το όνομα Octen στην πινακίδα ενός μαγαζιού, που του θυμίζει έναν Τούρκο στρατιώτη με τον οποίο έπιασε κουβέντα, ο «Άγιος Γεώργιος ο Σπηλιώτης» στην Καππαδοκία, που του θυμίζει μια ιστορία με τη γιαγιά του, το κοριτσάκι στη Σμύρνη που του θυμίζει μια Τουρκάλα παιδική του φίλη. Εδώ δεν υπάρχει πίκρα, αλλά μια γλύκα που αφήνει το καταλάγιασμα της εμπειρίας και, ίσως, η συγχώρεση ή, τουλάχιστον, το γιάτρεμα των πληγών. Ούτε υπάρχει παρελθόν και παρόν. Ο χρόνος είναι αδιάσπαστος.

Σύντομα κείμενα, λιτές περιγραφές, όσο χρειάζεται για να υποδηλώσουν το συναίσθημα. Ποιητική γραφή που θέλγει και συγκινεί. Το τέλος κάθε σύντομου «κεφαλαίου» κοσμεί μια μικρή φωτογραφία. Παρατίθενται επίσης υποσημειώσεις, όπου επεξηγούνται λέξεις της κυπριακής διαλέκτου ή οι παραπομπές σε άλλα κείμενα, καθώς και βιβλιογραφία.

Βασιλική Χρίστη 

Το Diavasame διαβάζει


ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Κανή Καραβά

Εκδ ΚΕΔΡΟΣ




Από το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ και μετά, με την επικράτηση των ψυχαναλυτικών θεωριών και πρακτικών στην καθημερινότητα του πολίτη των δυτικών, «ανεπτυγμένων» (σε εισαγωγικά ή χωρίς) χωρών, πληθαίνουν οι επιχειρούμενες συγγραφικές ανατομίες του παρελθόντος (πραγματικού ή μυθοπλαστικού ή ανάμεικτου). Πολλοί καλοί πεζογράφοι επιδίδονται διεθνώς σε αυτή την ιδιότυπη ψυχανάλυση των ηρώων τους, προσθέτοντας ή όχι αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, η ίδια η συγγραφέας δήλωσε (στην παρουσίαση του μυθιστορήματός της στον «Ιανό» στις 9 Φεβρουαρίου του κρίσιμου έτους 2012) ότι πρόκειται για καθαρή μυθοπλασία, χωρίς να υπεισέρχονται –ούτε στο ελάχιστο–, αυτοβιογραφικά στοιχεία ή «δάνεια» από τις προσωπικές ιστορίες του κοινωνικού της κύκλου.

Ένα δεύτερο στοιχείο των μυθιστορημάτων ευρείας κυκλοφορίας που γράφονται την τελευταία δεκαετία είναι η επιστημονική τεκμηρίωση και οι σχολαστικές παραπομπές, είτε πρόκειται για διακειμενικές επιρροές είτε πρόκειται για ιστορικές πηγές των εποχών που αγγίζει η αφήγηση.

Και τα δύο στοιχεία διαμορφώνουν ένα νέο είδος μυθιστορήματος, που θα το ονόμαζα “novela erudita” (κατά το “commedia erudita”). Αντίθετα όμως από τον ερασιτεχνικό σχολαστικισμό των λόγιων κωμωδιών που αντιπαραβάλλονταν με τις περισσότερο λαϊκές και αυτοσχέδιες διαλογικές φόρμες οι οποίες εντάσσονταν στο πασίγνωστο και δημοφιλές είδος της commedia dell’arte, οι σύγχρονοι «λόγιοι» μυθιστοριογράφοι απευθύνονται σε ένα όλο και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτό συνετέλεσε η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των μέσων και κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, η πληθώρα προσφερόμενων κι εκπονούμενων μεταπτυχιακών εργασιών, η πρόσβαση σε όλο και μεγαλύτερη βιβλιογραφία (του διαδικτύου βοηθούντος). Έτσι, δίπλα στην “Trivial Literature” (στη «λογοτεχνία βραχείας κι αμέσου καταναλώσεως») που θριαμβεύει εισπρακτικά σε όλες τις εποχές, από ανακαλύψεως της τυπογραφίας, έρχεται να προστεθεί ένα καινούργιο λογοτεχνικό υβρίδιο, στο οποίο αφθονούν οι παραπομπές και παρατίθεται στοιχειώδης βιβλιογραφία, ακόμα και χάρτες, όπου αυτό είναι εφικτό ή απαραίτητο (σύμφωνα με την κρίση του μυθιστοριογράφου). Πολλές φορές αυτά τα υβρίδια επικροτούνται από κριτικούς κι από κοινό κι αποσπούν υψηλές διακρίσεις, οι δε τυχεροί πονητές τους κατακτούν πολυπόθητα λογοτεχνικά βραβεία.

Το γεγονός ότι συνήθως μπορούμε εμείς οι επαγγελματικώς ασχολούμενοι με την κριτική της λογοτεχνίας να τα εντάξουμε στο λεγόμενο «μετά-μοντέρνο» ή στη μετά το μεταμοντέρνο παραγωγή, που δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί σε κάποιο αναγνωρίσιμο ρεύμα ή σχολή, ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι ακαδημαϊκοί πολίτες κι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι συναγωνίζονται στη μυθοπλαστική αρένα τούς ελάχιστους πλέον αυτοσχέδιους «μάστορες» δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.

Η μακρά αυτή εισαγωγή, προκειμένου να ομιλήσω για το βιβλίο της Κανής Καραβά, με τίτλο «Το πείραμα του χαμένου χρόνου», από τις εκδόσεις Κέδρος, δικαιολογείται σε κάθε προσεκτικό αναγνώστη του επιμελημένου αυτού κι ενδιαφέροντος βιβλίου, για τον απλούστατο λόγο ότι η συγγραφέας του, που έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και δημοσιολογία κι εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιεί με αποτελεσματικό τρόπο το διαδίκτυο προκειμένου να εντάξει στον λόγο των ηρώων της σύγχρονες θεωρίες Φυσικής και Μαθηματικών. Διαλέγει επίσης να παραπέμψει σε γνωστούς λογοτέχνες και ιστορικούς μιλώντας για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για τη χαμένη σήμερα τέχνη της σηροτροφίας, για τον «δρόμο του μεταξιού» και παραθέτει μάλιστα στο τέλος του πονήματός της επεξηγηματικό πίνακα. Είναι αρκετά τίμια στις προθέσεις της όταν βάζει εντός εισαγωγικών (και δηλώνει στην αντίστοιχη υποσημείωση) την προέλευση επιτυχημένων φράσεων ή λέξεων που παραπέμπουν σε μακρινές εποχές.

Κι αν το ταξίδι της στο παρελθόν της μυθιστορηματικής ηρωίδας φαντάζει ως αυτοσκοπός και ως πηγή αισθητικής αφηγηματικής ηδονής, το μέλλον την απασχολεί σχεδόν καθόλου, ενώ το παρόν ελάχιστα, παρά μόνο στη σύνδεσή του με το παρελθόν και ως απόρροιά του. Αυτή η ενδοσκοπική νοσταλγική ματιά σε ένα τραυματικό «πριν» που ακυρώνεται από το ευτυχές (παρά τις δυσκολίες του) και τυχερότερο «τώρα», παραλληλίζεται ευστόχως με μια «μηχανή χρόνου» που μας καθιστά θεατές του παρελθόντος, αλλά όχι και ακυρωτές ή συνδημιουργούς του. Αντιθέτως, πολλοί προσπαθούν να προφυλάξουν τις αδύναμες ψυχές από μια τέτοια ενατένιση του αληθινού, μήπως και μαρμαρώσουν σαν τη γυναίκα του Λωτ ή σαν τη γυναίκα του Ορφέα, που γύρισε πίσω και κοίταξε τον Άδη, χωρίς να μπορέσει έκτοτε να τον αποχωριστεί. Και το ερώτημα παραμένει: γνωρίζοντας τα πραγματικά συμβάντα ενός τραυματικού παρελθόντος, αποκτώντας την πολυπόθητη εκείνη αυτογνωσία, λυτρωνόμαστε από τον άδηλο πόνο, από το περίφημο «αντιπεπονθός» που μας τρώει τα σωθικά; Οι ψυχαναλυτές απαντούν «ναι», οι ψυχαναλυόμενοι δικαιολογούν τα χρήματα που επένδυσαν σε αυτή τη θεραπεία και οι συγγραφείς αυτοψυχαναλύονται ιδίοις (ή άλλοις – στην καλύτερη των περιπτώσεων) αναλώμασιν.

Βεβαίως και υπάρχει ο αντίποδας: η «φανταστική» λεγόμενη λογοτεχνία, τα πολυποίκιλα συνωμοσιολογικά σενάρια, οι ζοφερές ή ευοίωνες λογοτεχνικές ενατενίσεις του μέλλοντος, ή αναζωπύρωση αρχαίων μύθων, η επίκληση ιδεατών εξωγήινων που κανείς δεν έχει ακόμα αντικρύσει. Κι αυτή νομίζω ότι είναι μια απάντηση στην εδώ κι έναν αιώνα επιχειρούμενη παρελθοντολογία ή ανατομία τού παρελθόντος στο ζεστό ακόμα πτώμα του παρόντος, που βεβαίως έχει προκαθορισμένο ανύπαρκτο μέλλον.

Μέσα σε αυτά τα ιστορικά και λογοτεχνικά πλαίσια, η Κανή Καραβά, εκπονεί ένα λεπτουργημένο αφηγηματικό κέντημα, χρησιμοποιώντας βεβαίως τεχνικές του παρελθόντος και «δρόμους» που έχουν ανοίξει οι μεγάλοι του μυθιστορηματικού είδους, αναμειγνύει με αξιοσημείωτη ευελιξία το λαϊκό με το λόγιο, το αναμενόμενο με το απρόβλεπτο, τον μελοδραματισμό με την αποδραματοποίηση, την «ερωτική» λογοτεχνία που απευθύνεται εύστοχα στο θυμικό των αναγνωστών με την υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων λογοτεχνία. Στο τέλος φαίνεται σα να «κλείνει το μάτι» στον αναγνώστη της, γνωρίζοντας ότι έχει καλύψει ένα μεγάλο φάσμα βιβλιοφιλικών απαιτήσεων. Δεν επιθυμεί να αποδείξει τίποτα και δεν επιδιώκει να θαυμάσουμε τις πεζογραφικές ακροβασίες της. Είναι προφανές και έκδηλο από τον τρόπο που αφηγείται ότι βιώνει πρώτα η ίδια την αισθητική ηδονή του παραμυθά και τη μεταδίδει ακολούθως στον αναγνώστη της, εφ’ όσον βέβαια αυτός προσέρχεται αθώος, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς στεγανά στην αντίληψή του. Αυτή η συγγραφέας δεν υποδύεται τον λογοτέχνη. Είναι. Με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου. Και για να θυμηθούμε τον Καβαφικό στίχο «οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν», «Το πείραμα του χαμένου χρόνου» κινείται στα όρια μεταξύ του παραδοσιακού μεγάλου μυθιστορήματος και του μοντέρνου, μεταμοντέρνου, παρα-μοντέρνου, μετά-μεταμοντέρνου. Κι αυτό το καθιστά επιτυχημένο ως προς τον σκοπό του, χωρίς να είναι πάντα ευδιάβατο (ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός).

Κωνσταντίνος Μπούρας 
http://www.diavasame.gr/book.cfm?itemID=1041



Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Κριτική βιβλίων


Χρυσηίδα Δημουλίδου
συγγραφέας
Ένα βιβλίο τρυφερό, μα και συνάμα σκληρό και ρεαλιστικό από την πένα της Μαρίας Τζιρίτα. Η Μυρτώ εγκαταλείπει την κόρη της Αλέκα σε ίδρυμα για ορφανά και εξαφανίζεται στα σοκάκια της πορνείας. Η ψυχή της Αλέκας χαράζεται για πάντα. Συνήθως οι άνθρωποι, που πονούν πολύ, αρνιούνται να δώσουν αγάπη, ίσως γιατί δεν την εισέπραξαν. Με την Αλέκα συμβαίνει το αντίθετο. Θέλει να δώσει μόνο αγάπη. Ψάχνοντας τις ρίζες της, επιστρέφει στο παρελθόν αναζητώντας μια ταυτότητα που της αρνήθηκαν. Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση της ζωής αυτής της γυναίκας, που είναι υπαρκτό πρόσωπο, και την κινηματογραφική πένα της συγγραφέως, ο αναγνώστης θα περπατήσει βήμα βήμα το δρόμο του πόνου αλλά και της δικαίωσης.
Ένα μεγάλο μπράβο στη Μαρία Τζιρίτα που δέχτηκε να ασχοληθεί και να γράψει αυτή την ιστορία, αγγίζοντας με τόσο λεπτό και συνάμα ευαίσθητο τρόπο το τραύμα, έτσι που να μη ματώσει. Γιατί το τραύμα είναι εκεί και υπάρχει. Όμως αυτοί που ξέρουν να αγαπούν, ξέρουν και να συγχωρούν…

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕ ΜΟΝΟ ΝΑ ΑΓΑΠΑΕΙ
ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΡΙΤΑ


Πασχαλία Τραυλού
συγγραφέας
Ιδιαίτερα επιδέξια η Γιώτα Φώτου στο στήσιμο μυστηριωδών καταστάσεων, όπως έχει αποδείξει και στο παρελθόν με ΤΑ ΒΙΟΛΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΔΡΑΣ και ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΚΡΙΝΟΥ, σε ετούτο το βιβλίο καταφέρνει να χειριστεί αριστοτεχνικά τις σιωπές και τις ενοχές των ηρώων της καθηλώνοντας τον αναγνώστη. Η γλώσσα είναι ρέουσα και λιτή. Δίχως λογοτεχνικές εξάρσεις και λεκτικούς ακροβατισμούς κερδίζει τις εντυπώσεις και την αμείωτη προσήλωση του αναγνώστη. Με λιτές περιγραφές η Γιώτα Φώτου καταφέρνει το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα συναισθηματικής έντασης του αναγνώστη. Με ύλη την ηθική σήψη των κατ’ επίφασιν ηθικών, η συγγραφέας κατάφερε να στήσει τον μυθιστορηματικό της ιστό και να μας χαρίσει ένα έργο που γράφτηκε για να αποτυπωθεί με ανεξίτηλα γράμματα στις συνειδήσεις μας.
Θεωρώντας ότι η Γιώτα Φώτου μάς προσέφερε ακόμη ένα λογοτεχνικό διαμάντι, σας προτρέπω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε.

ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ
ΓΙΩΤΑ ΦΩΤΟΥ

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Μια μύτη μεγάλη και σουβλερή αφηγείται

ΟΙ ΝΤΑΗΔΕΣ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ
Γιώτα Αλεξάνδρου

Εκδ SUSAETA
Παιδικό/Εφηβικό



Μια μύτη μεγάλη και σουβλερή αφηγείται… Πρόκειται για μια μύτη ξιφία που ιστορεί τα πάθη της. Οργίζεται που το αφεντικό της, ο ξιφίας, ο Ιερεμίας, είναι ένας αποσυνάγωγος του βυθού εξαιτίας της. Είναι, βλέπετε, αυτή η παρέα απαίσια, η παρέα «Τα κοφτερά χαμόγελα», ένας χάνος, μια σμέρνα και κάτι άλλα ψάρια που πουλάνε νταηλίκι. Επιτίθενται, κοροϊδεύουν και απομονώνουν όσα ψάρια έχουν κάποια αδυναμία ή απλώς δεν είναι του γούστου τους. Ο ξιφίας μας είναι αδύναμος, υποχωρεί, δε λέει τίποτα, ώσπου φτάνει μια μέρα που αποφασίζει να κάνει κάτι γι αυτό. Επισκέπτεται τη νονά του, τη γοργόνα, που είναι σοφή. Μαζί θα βρούνε μια λύση. Η γοργόνα τού χαρίζει τον Ρομπέν των Δασών, τον ήρωα των φτωχών και των αδύναμων. Ο ξιφίας εμπνέεται από τα κατορθώματά του και αποφασίζει να τον μιμηθεί. Πώς θα τα καταφέρει όμως με αυτή τη σκληρή παρέα των φουσκωμένων από τα γυμναστήρια ψαριών; Η νίκη δε θα είναι εύκολη. Γιατί μπορεί η ιστορία να ενδύεται τη φόρμα του παραμυθιού, στην πραγματικότητα όμως είναι μια καλά τεκμηριωμένη «μελέτη περίπτωσης» εκφοβισμού.

Ένα σημαντικό στοιχείο, που δεν το συναντήσαμε σε άλλα παιδικά βιβλία για το ίδιο θέμα (γιατί ας σημειωθεί ότι υπάρχουν πια αρκετά βιβλία για τον εκφοβισμό), είναι η ανάδειξη της αιτίας της εκδήλωσης βίας. Ο Χάνος έχει έναν πατέρα που τον καταπιέζει κι έτσι η μόνη λύση στο πρόβλημά του είναι να αναπαράγει τη βία. Η βία φέρνει βία, αυτό είναι κεντρικό σημείο της ιστορίας, άλλωστε.

Το βιβλίο έχει ξεκάθαρο στόχο να αποτελέσει ένα βοήθημα για τα παιδιά που υφίστανται ή παρατηρούν ή και είναι συνεργοί σε φαινόμενα εκφοβισμού στο σχολείο ή σε παρέες. Με πρόλογο από τον πρόεδρο του ΔΣ της ΕΨΥΠΕ (Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου), που δημιούργησε πρόσφατα το «Δίκτυο κατά της Βίας στο Σχολείο», και με έναν πληρέστατο οδηγό, στο τέλος του βιβλίου, για τον εκπαιδευτικό, με δραστηριότητες για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού στο σχολείο, το παραμύθι αυτό μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο εργαλείο δουλειάς στην εκπαίδευση.

Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου «χορταστική» όπως πάντα, με ωραία χρώματα, πρωτότυπες συνθέσεις και παιχνίδια με προτάσεις από το βιβλίο, που ξετυλίγονται παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις φιγούρες των θαλάσσιων ζώων, αναδίδει αρμύρα, σκοτεινιά στην αρχή, χαρά προς το τέλος.

Η Γιώτα Αλεξάνδρου είναι αριστούχος απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Δ.Π. Θράκης. Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο του Exeter της Αγγλίας στο θέατρο και το δράμα στην εκπαίδευση. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός και υπεύθυνη θεατρικής αγωγής σε δημοτικά σχολεία. Τέσσερα βιβλία της για παιδιά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΩΡΙΩΝ, ΝΙΚΑΣ και ΑΓΚΥΡΑ. Για τους «Νταήδες του Βυθού» τιμήθηκε με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2008).

Η Κατερίνα Βερούτσου είναι εικονογράφος και συνεργάζεται με πολλούς εκδοτικούς οίκους. Έχει στο ενεργητικό της πάνω από 100 παιδικά βιβλία. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ του Μόντρεαλ. Το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης και προτάθηκε για την τιμητική πλακέτα της IBBY. Το 2011 έλαβε το βραβείο του Ελληνικού Κύκλου Παιδικού Βιβλίου για την καλύτερη συνεργασία συγγραφέα και εικονογράφου.
Ελένη Σβορώνου
www.diavasame.gr

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Πλέοντας στ’ ανοιχτά


ΑΝΕΜΩΛΙΑ
Ισίδωρος Ζουργός

Εκδ ΠΑΤΑΚΗΣ
Πλέοντας στ’ ανοιχτά

Μια παρέα φίλων από τότε που ήταν παιδιά, εγκαταλείπουν όλες τις δεσμεύσεις τους, ξαφνικά ένα καλοκαίρι, και ξανοίγονται στo πέλαγο μ’ ένα ιστιοφόρο. Είναι ο «άναξ ανδρών», κατά κόσμον Δημήτρης Χριστοδούλου, χημικός, ο αδελφός του Χρήστος, νευρολόγος, ο Γέρος (Νικηφόρος), καθηγητής πανεπιστημίου, ο Στάθης, άνεργος πορτιέρης και ο αφηγητής Νίκος, φιλόλογος. Εγκαταλείπουν ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και κυρίως τις οικογένειές τους, δηλ. μια σύζυγο που τον μισεί (ο Δημήτρης), μια άλλη που ασχολείται με την καριέρα της (ο Χρήστος), μια τρίτη που μάλλον αδιαφορεί έχοντας στρέψει τα θέλγητρά της σε έναν άλλο άνδρα (ο Νικηφόρος), μια που τον έχει χωρίσει προ πολλού παίρνοντας και τα παιδιά τους μαζί (ο Στάθης) και μια χαμηλών τόνων που όμως αφήνει να παρεμβαίνουν στη ζωή της η πατρική της οικογένεια και τα μεγαλοπιάσματά τους (ο Νίκος). Ξανοίγονται στο Αιγαίο οι φίλοι με τον «Θερσίτη» και καπετάνιο τον Δημήτρη, σε αναζήτηση της χαμένης τους νεότητας, για να ξανανιώσουν ζωντανοί εκεί λίγο πριν από τα πενήντα, αλλά και για να δοκιμάσουν να ξεκινήσουν από την αρχή, να ξαναγράψουν, αν γίνεται, το παρελθόν. Προορισμός η Ρόδος, εκεί όπου άρχισαν όλα, στην πενθήμερη εκδρομή της τελευταίας τάξης του σχολείου.

Το ταξίδι μοιάζει με μια επιστροφή αλλά και με μια εκστρατεία. Πόσω μάλλον που οι εταίροι, όταν επιβιβάζονται στο «Θερσίτη», μαθαίνουν από τους αδελφούς Χριστοδούλου ότι πρώτα θα περάσουν από τη Μυτιλήνη όπου λογαριάζουν να κλέψουν την Ελένη, πρώτο έρωτα του Χρήστου, που τον εγκατέλειψε ενώ ετοιμάζονταν να παντρευτούν. Η (όχι πλέον μυθική) Ελένη κρατά το μίτο της σωτηρίας τους. Ή μήπως όχι;

Η ομηρική λέξη ανεμώλια θα πει «λόγια του ανέμου», λέει στην προμετωπίδα του μυθιστορήματος ο συγγραφέας. Όπως αυτά που λένε στο κατάστρωμα του σκάφους οι «εταίροι» του Ζουργού, αδειάζοντας το ένα μπουκάλι ουίσκι μετά το άλλο, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα. Σκέψεις και σχέδια που έμειναν στη μέση και απαιτούν τώρα την εκπλήρωσή τους. Συναισθήματα και δέσιμο που έδιναν νόημα στη ζωή τους. Τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά το όνειρο της φυγής, αντί να έρχεται πιο κοντά, όλο και ξεμακραίνει.

Τι να φταίει; Ότι δεν υπάρχουν πια βεβαιότητες, λέει κάπου ο κεντρικός ήρωας, βεβαιότητες όπως εκείνες με τις οποίες μεγάλωσαν (κι εκείνοι κι εμείς).. Ένα λίγο-πολύ σταθερό σχέδιο ζωής, για να υφάνουν, να προσθέσουν αλλαγές ή και να πετάξουν εντελώς. Άλλοτε υπήρχε αυτή η δυνατότητα: να ενσωματώσεις το καινούριο, ακόμα και το απρόβλεπτο, σε αυτό το σχέδιο και να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από το οποίο να ξεκινήσεις, κανένα σημείο να πιαστείς αν στραβοπάτησες, καμιά δυνατότητα να πάρεις τη ζωή σου λάθος. Μαζί με τον Ζουργό πλέουμε κι εμείς σε αυτή την ανοιχτή θάλασσα όπου αρμενίζουν οι ήρωές του. Τους συμπονούμε, ίσως και να συμπάσχουμε μαζί τους, άλλοτε πάλι μας θυμώνουν με τις αδυναμίες τους ή την έλλειψη υπευθυνότητάς τους. Μας βοηθούν τα φωτίσουμε το «μέσα μας» – κι αυτό είναι, ίσως, το καλύτερο δώρο που μπορεί να μας κάνει η ανάγνωση ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου.

Βασιλική Χρίστη

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Άμα σε πάρει το ταξίδι να ξεχαστείς ...

Επιτέλους βρήκα χρόνο και τελείωσα το βιβλίο "Στιγμές που ταξιδεύουν στις Πρέσπες" της φίλης μου της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου.
http://vivliolatreia.blogspot.com/2011/02/blog-post_28.html

Ένα θα σας πω .... ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΙΣ ΠΡΕΣΠΕΣ !!! 

Η περιγραφή του τοπίου και των κατοίκων της περιοχής σε κάνει να θέλεις να πας και να γνωρίσεις τους ίδιους ανθρώπους ... την κυρία Φίφη για να σε ξεναγήσει σε όλα τα χωριά της περιοχής, τον ταχυδρόμο τον ψαρά με τις ιστορίες του....
Και βέβαια δεν μπορώ να μην αναφαίρω τα συναισθήματα και οι προβληματισμοί που μας δημιουργεί η αφήγηση. 
Τελικά Φωτεινή μου, το βιβλίο σου μπορεί να διαβαστεί από διάφορες ηλικίες .... 
Καλοτάξιδο εύχομαι και να συνεχίσεις έτσι, να μας δίνεις τέτοιες εικόνες.
Το βιβλίο είναι προσωπική έκδοση της συγγραφέως και θα το βρείτε επικοινωνώντας με την ίδια
fkonstantopoulou@yahoo.gr

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Ποια βιβλία διαβάσε τελευταία το Diavasame.gr


ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΥΡΙΟ

Από την Αφροδίτη Δημοπούλου
Η 16άχρονη Ταμάρα, πλούσια, κακομαθημένη και σκληρή, με την αυτοκαταστροφική σκληρότητα που διαθέτουν κυρίως οι έφηβοι, βλέπει τον κόσμο της να ανατρέπεται όταν ο πατέρας της αυτοκτονεί επειδή δεν μπορεί να καλύψει τα χρέη του. Μαζί με τη μητέρα της αναγκάζονται να μετακομίσουν στην επαρχία, στο σπίτι του θείου Άρθουρ και της γυναίκας του Ρόζαλιν.


ΕΡΩΤΑΣ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Από την Αγγέλα Γαβρίλη
Σε αυτό το αγωνιώδες ψυχολογικό θρίλερ, η Ίζαμπελ και ο Μάρκους είναι το τέλειο ζευγάρι. Ώσπου η Ίζαμπελ θα
ανακαλύψει με επώδυνο τρόπο ότι μοιραζόταν τη ζωή της με έναν άγνωστο. Καθώς τα πάντα γύρω της καταρρέουν και τα πτώματα πληθαίνουν, εκείνη θα αναγκαστεί να βρει μόνη της την άκρη του νήματος που θα την οδηγήσει από τη Νέα Υόρκη στην Πράγα...


ΚΙ ΟΜΩΣ ΑΝΘΙΖΕΙ

Από την Ευμορφία Ζήση
Το 1923, στην κοσμοπολίτικη Καβάλα των αρχών του 20ού αιώνα, γεννιέται η Ηλέκτρα. Είναι το πρώτο μέλος από τη νέα γενιά μιας ελληνικής οικογένειας που ξεριζώθηκε από τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, αλλά κατάφερε να επιζήσει και να βρει καταφύγιο στην απελευθερωμένη Μακεδονία.


ΝΕΡΟ

Από την Τούλα Ρεπαπή
Ο Κώστας Παπαγεωργίου, στο βιβλίο αυτό με ένα θέμα γνωστό αλλά με τρόπο ευφυή και ασυνήθιστο, πραγματεύεται μια πνευματική “δυσλειτουργία”, αυτή του αποκλεισμού. Το «Νερό» είναι ένα βιβλίο με κέντρο τον άνθρωπο και τρόπο γραφής ποιητικό, που θα γοητεύσει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη.


ΑΣ' ΤΟ ΚΙ ΑΣ ΑΠΟΘΑΝΕΙ

Από την Βασιλική Χρίστη
Η ιστορία ξεκινά από ένα ορεινό χωριό των Χανίων. Ο φαντασιόπληκτος πατέρας, η σκληραγωγημένη από τις δυσκολίες της ζωής μητέρα, η μεγαλύτερη αδελφή που ίσως αισθάνεται ενοχές γιατί κάποτε άφησε τη μικρή να πέσει από την ταράτσα και να χτυπήσει. Η Αντιγόνη μεγαλώνει δίπλα στη φύση και διεκδικεί τη δική της, ξεχωριστή ύπαρξη σε έναν σκληρό κόσμο.


Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Από τον Στέφανο Ξένο
Μια οικογένεια. Τέσσερις ιστορίες. Μισός αιώνας διαδρομή. Τα μέλη μιας οικογένειας και η διαδρομή τους στο χρόνο και το χώρο, στις σχέσεις μεταξύ τους, στις λύπες και τις χαρές, την αγάπη και το μίσος και, τέλος, ο τρόπος που καθένας βιώνει το όνειρό του.


Η ΜΑΓΙΚΗ ΦΑΣΟΛΙΑ

Από την Ελένη Σβορώνου
Ο Τζακ ετοιμάζεται να κόψει τη φασολιά αλλά ο κακός γίγαντας ξεπροβάλλει από τη φασολιά και τον παρακαλεί να του χαρίσει τη ζωή. Υπόσχεται να γίνει πια ένας καλός γίγαντας κι ο Τζακ συμφωνεί. Τα χρόνια περνούν. Στο μεταξύ η πόλη έχει γίνει μια κανονική τσιμεντούπολη. Τι θα γίνει όμως όταν η φασολιά «θυμώσει» κι αρχίσει να βρέχει γιγάντια φασόλια;


ΛΥΣΙΚΟΜΗ ΟΨΗ

Από τον Κωνσταντίνο Μπούρα
Κάπου μεταξύ Σολωμού κι Ελύτη κινείται το ευσύνοπτο αυτό πόνημα του Λ. Χαζίρογλου, τυπωμένο άψογα και με επιμέλεια των συνεργατών του εκδοτικού τυπογραφείου Ιδεόγραμμα. Η στοιχειοθεσία στο χέρι, το πολυτονικό με βαρείες δίνουν στην ποίηση ένα άλλο βάθος και πλουταίνουν το ρυθμό των πονημάτων – παλαίμαχων και νεότευκτων εραστών της Μούσας Ερατώς.


X-MEN prelude to SCHISM

Από την Λαμπρινή Καραθανάση
Μια απειλή για το μέλλον των μεταλλαγμένων πλησιάζει. Πώς θα την αντιμετωπίσουν; Στην ιστορία αυτή ξεδιπλώνονται οι πορείες των πρωταγωνιστών μέσα στο χρόνο, ο ψυχισμός τους και οι αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον τους. Στο πρώτο τεύχος, η πορεία του Κύκλωπα ( Cyclops) αποκαλύπτεται μέσα από τα μάτια του καθηγητή Xavier.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση