Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

"ο τεμπελάκος" της Γλυκερίας Κακούρη μοιράστηκε μαζί μας τις περιπέτειες του

Σάββατο 17 Μαρτίου, απόγευμα στο Museum Hotel Barbara στην Αγριά Βόλου, 50 παιδάκια με τους γονείς τους ήρθανε να γνωρίσουν τον "τεμπελάκο". Γέμισε ο χώρος με φωνούλες, γέλια και γλυκά παιδικά προσωπάκια που περιμένανε με αγωνία να ακούσουνε τις περιπέτειες του μικρού Χριστάκου. 

Ευχαριστώ θερμά την Γλυκερία Κακούρη και τον Γιώργο Μωύσογλου από τις εκδόσεις ΔΥΑΣ για την υπέροχη συνεργασία που είχαμε και βέβαια θα συνεχιστεί και στους επόμενους μήνες με νέες βιβλιοπαρουσιάσεις. 

Και βέβαια ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κυρία Πόλυ Καρκαλά - Σαράντη από το Museum Hotel Barbara για την μεγάλη της βοήθεια και την προσφορά του μουσειακού της χώρου για να διοργανώνουμε τις παρουσιάσεις μας.







Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Bookcrossing Φεβρουάριος 2012 παρουσίαση

στην αποψινή παρέα του Bookcrossing Βόλου, βρεθήκανε ο Θανάσης Χειμωνάς και ο Δημήτρης Σωτάκης






Θανάσης Χειμωνάς (http://www.patakis.gr/ViewShopArticle.aspx?ArticleId=2186), 
Δημήτρης Σωτάκης (http://www.kedros.gr/main.php?manufacturers_id=1048) 
των βιβλίων τους "Δεν την αγαπάω πια", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη (http://www.patakis.gr/) και "Το θαύμα της αναπνοής", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (http://www.kedros.gr/) αντίστοιχα. 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα βιβλία μπορείτε να δείτε τους ιστοχώρους http://www.patakis.gr/---/viewshopproduct.aspx?...
http://www.kedros.gr/---/product_info.php?...

Επίσης μπορείτε να δείτε όλη τη βιβλιογραφία των συγγραφέων στα:
http://www.protoporia.gr/---/918041
http://www.protoporia.gr/---/915893

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος στην εκπομπή
της Εύης Κυριακοπούλου "Η ζωή είναι αλλού"
Την Τετάρτη 27 Ιουλίου στις 9 μμ ο ποιητής και συγγραφέας Σταύρος Σταυρόπουλος είναι καλεσμένος στην εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου "Η ζωή είναι αλλού"  που μεταδίδεται από την ΕΤ1. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος θα μιλήσει για τις λέξεις, τον έρωτα, τον χρόνο, και το καινούργιο του βιβλίο "Πιο νύχτα δεν γίνεται".

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

"Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει.
Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε.
Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.

Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει". 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ   γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1961. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δυο στη μέση χωρίς να πάρει πτυχίο. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δέκα βιβλία του, ποίησης και πεζογραφίας. Τα τελευταία χρόνια διατηρεί μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στο ένθετο «Βιβλιοθήκη», ενώ δημοσιεύει τακτικά κείμενα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.
Από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.
Είπαν για τον συγγραφέα:

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησης του Σταυρόπουλου είναι ένας ιδιότυπος σουρεαλισμός όχι με την έννοια της ποιητικής μανιέρας, της σχολής που για μια ολόκληρη εποχή επιβλήθηκε στο ποιητικό σύμπαν, αλλά με την έννοια της πρόθεσης της πραγματικής υπέρβασης του πραγματικού. Με συνδυασμούς που ξαφνιάζουν, αλλά που ποτέ δεν αποδεσμεύονται από την κυριαρχία του πραγματικού.
Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Ποιητική

Ο χρόνος για τον Σταυρόπουλο δεν είναι μια οπή προς την αιωνιότητα. Είναι ο αναπότρεπτος τοίχος και τα θρύψαλα που αφήνει. Είναι ο χρόνος ενός Προυστ, ενός Ελιοτ, ενός Γέιτς, ενός Αχτερμπεργκ, μιας Σέξτον, ενός Κοέν, ενός Ντίλαν. Μιας Αννα Καμιένσκα.
Βασίλης Ζηλάκος, Ελευθεροτυπία
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος καλεί την γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας. Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».
Γιάννης Ευσταθιάδης, Δέκατα

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Παρουσίαση

Η Μαρίνα Αποστόλου γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Είναι εκπαιδευτικός. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές ''Θα περπατήσουμε μαζί'' και ''Νοτιάς'' το 2010 και 2011 αντίστοιχα. Και τα δύο βιβλία προέρχονται απ' τις εκδόσεις Οσελότος. Κείμενά της, πεζά και ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα αλλά και στο διαδίκτυο www.peri-grafis.com, www.lexima.gr, www.vakxikon.gr,  www.trenopoiisis.blogspot.com και αλλού. Διατηρεί το ιστολόγιο www.logotexnikosteki.blogspot.com


Τη μέρα που τον κάματο θα νιώσεις

Τη μέρα που τον κάματο θα νιώσεις
τον κάματο της ψυχής και θα ενδώσεις
τη μέρα εκείνη το παρελθόν σου μη σκεφτείς
και την απόφασή σου μη τη μετανοιώσεις
καρπός κι απόσταγμα θα είναι εμπειριών και αποφάσεων
διέξοδος και λύση των άσχημών σου καταστάσεων

Σα νιώσεις την ψυχή σου κουρασμένη
άλλο μην της αντισταθείς
μην την καταπιέσεις παραπάνω και την ελευθερία μην της αρνηθείς
Μη σε φοβίζει η φυγή, η αλλαγή, η νέα αρχή
μη σε τρομάζει αυτή η τροπή, γύρνα την πλάτη στη μάταιη επιμονή

Τη μέρα που τον κάματο θα νιώσεις
είναι η ώρα που όποιον σε πλήγωσε θα αποστομώσεις
το ανάστημά σου πάλι θα υψώσεις
το νέο σου εαυτό περιχαρής θα ανταμώσεις.
----------------------------------------------------------------
Η ΧΩΜΑΤΕΡΗ

Άραγε θυμάσαι; Μπορείς να ανατρέξεις στο πριν;
Σου είναι δυνατό να σκάψεις στης ζωής σου τη χωματερή;
Εκεί που ναι στοιβαγμένα τα όνειρά σου, οι πρώτοι σου στόχοι
Τολμάς να βάλεις τα χέρια σου μέσα στα σκουπίδια;
Αντέχει η μύτη σου την μπόχα απ’ τις απαίσιες οσμές;
Έχεις το κουράγιο να ψάξεις μέσα στους λόφους των αχρήστων;
Διαθέτεις την ψυχή να αναζητήσεις όσα πρόδωσες τη μέρα που συμβιβάστηκες;
Τη μέρα που το απορριματοφόρο ξεμάκραινε παίρνοντας βίαια μαζί του ό,τι πόθησες μέσα απ’ την καρδιά σου...
Τότε που έσκυβες το κεφάλι και πίσω δεν κοιτούσες...

Κι αν φτάσεις στη χωματερή και μέσα μπεις χωρίς να σιχαθείς,
είσαι ακόμα σε θέση να ψάξεις ό,τι ξεφορτώθηκες;
Έχεις τα κότσια να διακρίνεις έστω και μικρά κομματάκια, απομεινάρια της αφετηρίας των νεανικών σου σχεδίων;
Να τα συλλέξεις προσεχτικά μ’ ευλάβεια και να τα συνθέσεις απ’ την αρχή καμαρώνοντάς τα και δακρύζοντας από συγκίνηση και περηφάνεια.
Κι ας είναι λίγα, πολύ λίγα, ας είναι έστω ψήγματα της περιόδου εκείνης που ήσουν λουλούδι, που δεν είχες αγκάθια όπως τώρα. Και να τα συντηρήσεις, να τα εμπλουτίσεις, να τα ενδυναμώσεις.
Αλλοιωμένα απ’ τον ήλιο, τον αέρα, τη βροχή, τα τρωκτικά και τα έντομα κι όμως να περισώσεις ό,τι περισώζεται. Να κάνεις αυτό που άλλοι με το μυαλό κλειδωμένο θα δε πράξουν ποτέ.
Προλαβαίνεις να μαζέψεις απ’ τον απόλυτο οριστικό όλεθρο ακόμα και μερικά αντικείμενα της εποχής που ήσουν ο εαυτός σου. Που ίσως έπαιξες κι έχασες κι έκανες στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Έχεις το χρόνο την ύστατη στιγμή για μια δεύτερη ευκαιρία.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Το νέο βιβλίο του Γιώργου Πιπερόπουλου


Το νέο βιβλίο του Γιώργου Πιπερόπουλου
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου, 8 μ.μ. στο Floral
Οι εκδόσεις ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ παρουσιάζουν το νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Πιπερόπουλου "Φυγάδες στο πρωινό του κόσμου".

Για το βιβλίο θα μιλήσουν, μαζί με το συγγραφέα, οι:
-Νικόλαος Κωνσταντόπουλος, δικηγόρος, τ. πρόεδρος Συνασπισμού.
-Ελένη Γκίκα, δημοσιογράφος, συγγραφέας
Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Γιώργος Γιαννούσης, υπεύθυνος εκδόσεων στην Εμπειρία Εκδοτική.

Ένα βιβλίο που κόβει την ανάσα…

Floral-Books+Coffee: Θεμιστοκλέους 80, Εξάρχεια, 210 3800070, www.floralcafe.gr

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Από το blog της Λένας Μαντά

Το άλλο μου μισό.... της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου (ΠΑΤΑΚΗΣ)

Για το μόνο που λυπάμαι με αυτό το βιβλίο είναι που άργησα τόσο να το ξεκινήσω. Το έχω καιρό στην βιβλιοθήκη μου. Η κυρία Γιόλα Δαμιανού, είχε έρθει στην Αθήνα από την Κύπρο και την γνώρισα στο σπίτι της Ελένης Τσαμαδού σε ένα υπέροχο απόγευμα για… κυρίες συγγραφείς. Μέσα σε τόσο κόσμο δεν κατάφερα να μιλήσω ιδιαιτέρως μαζί της να της πω πόσο πολύ αγαπώ την Κύπρο και τους ανθρώπους της και δυστυχώς δεν κατάφερα να πάω και στην παρουσίαση του βιβλίου της. Το είχα όμως αγοράσει για να μου το υπογράψει και τελευταία στιγμή δεν μπόρεσα να παραβρεθώ. Τι κρίμα που έπρεπε να πέσω σε τόσα βιβλία που με άφησαν ανικανοποίητη πριν συναντηθώ με την πένα της. Δεν πειράζει….

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Κύπρο, στο σήμερα. Ο Γιάννης και η Αριάδνη, είναι ένα ζευγάρι παντρεμένο που ζουν στην Λευκωσία. Εκείνος πετυχημένος επιχειρηματίας, εκείνη πετυχημένη ζωγράφος. Ο Γιάννης όμως, κουβαλάει μέσα του την τραγική ιστορία που σημάδεψε την ζωή του. Το ’74 με την εισβολή, μένει με τους γονείς του μικρό αγόρι στην Κερύνεια. Ο πατέρας λίγο πριν φύγουν για την Λευκωσία να σωθούν, θα πάρει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα από το εργοστάσιο καραμελοποιίας που έχει και δεν θα τον ξαναδούν. Η μητέρα του για να σώσει τα παιδιά της, τα παίρνει και φεύγει. Κρύβει τον Γιάννη στην κουφάλα ενός δέντρου αλλά την ώρα που πάει να κρύψει και το μικρό της Μανολάκη, τούρκοι στρατιώτες θα την πιάσουν, θα την βιάσουν μέχρι θανάτου και ο μικρός Γιάννης βλέπει αμέσως μετά τον θάνατο της μητέρας του να χάνεται από τα μάτια του και ο μικρός του αδελφός. Φίλοι θα τον βρουν τυχαία, θα τον σώσουν και όταν ανακαλύπτουν την ταυτότητά του τον δίνουν στον παππού και στην γιαγιά που τον μεγαλώνουν. Η τραυματική εμπειρία, δεν φεύγει ποτέ από την ψυχή του όμως. Στα όνειρά του συχνά βλέπει την μητέρα του να εμφανίζεται και κάτι να προσπαθεί να του πει.
Παράλληλα η Αριάδνη, στα πλαίσια μια καλλιτεχνικής εκδήλωσης θα γνωρίσει τον Αχμέτ, καλλιτέχνη, και θα δεθούν οι δύο τους πάρα πολύ. Όταν ο Γιάννης σε ένα από τα επαγγελματικά του ταξίδια θα την απατήσει, η Αριάδνη πέφτει στην αγκαλιά του Αχμέτ. Εκείνη πληγωμένη, εκείνος βαθιά ερωτευμένος θα ζήσουν μια σύντομη ερωτική ιστορία που θα οδηγήσει στην τραγική ανακάλυψη ότι ο Αχμέτ δεν είναι παρά ο χαμένος αδελφός του Γιάννη. Από εκεί και μετά ξεκινάει ένας αγώνας, με τον Γιάννη θα θέλει να επανακτήσει, χρησιμοποιώντας την Τουρκική ταυτότητα του αδελφού του, την περιουσία στα Κατεχόμενα…..
Δεν θα σας πω τίποτα άλλο, από το σημείο που εγώ σταμάτησα, αρχίζει ένα πραγματικά αγωνιώδες μυθιστόρημα που δεν μπορούσα ν’ αφήσω από τα χέρια μου! Ανατροπές αλλά και ενδιαφέρουσες περιγραφές, ιστορικά γεγονότα και μάλιστα από κάποια που τα γνωρίζει πολύ καλά, καθότι Κύπρια και η ίδια όπως είπαμε. Ειλικρινά ενθουσιάστηκα μ’ αυτό το βιβλίο που δεν μπορεί ν’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο, πιστέψτε με. Το χθες μπλέκεται αριστοτεχνικά με το σήμερα, οι δρόμοι του παρελθόντος στήνουν οδοφράγματα στο παρόν και στο μέλλον. Τα παιδικά τραύματα δημιουργούν σακατεμένες ψυχές, το πρόβλημα της Κύπρου ορατό από μια πλευρά που εμείς οι Ελλαδίτες δεν μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθός του. Είδα μια πλευρά της Κύπρου που μόνο φανταζόμουν όταν αντίκρισα τα οδοφράγματα σε μια πόλη χωρισμένη στη μέση με την τούρκικη σημαία να κυματίζει. Είχα αναρωτηθεί πώς είναι ν’ αντικρίζεις κάθε μέρα το σύμβολο ενός εχθρού ουσιαστικά, που ξέρεις ότι είναι αιτία που δεν ξαναείδες τον αδελφό σου ή τον πατέρα σου. Που δεν ζεις στο σπίτι που μεγάλωσες, που η περιουσία σου ανήκει σε κάποιους που απλώς την άρπαξαν. Μέσα στο βιβλίο είδα και την άλλη πλευρά, εκείνη που δεν την νοιάζει να περνά στα Κατεχόμενα δείχνοντας διαβατήριο για να περάσει σε μέρη που έπαιξε και γέλασε σαν παιδί. Που περνά στα Κατεχόμενα για να παίξει στα Καζίνο ή ν’ αγοράσει φτηνά είδη και θυμήθηκα την φίλη μου την Αφροδίτη από την Μυτιλήνη που μου είχε πει ότι μια φορά πέρασε στην Τουρκία και δεν αγόρασε ούτε νερό από εκεί…. Δεν είναι εθνικισμός ο πόνος των χαμένων πατρίδων και κάποτε πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους…. Συνεχίζω επιστρέφοντας στο βιβλίο χωρίς να επεκταθώ σε σκέψεις και απόψεις επί του θέματος, όχι γιατί φοβάμαι να εκφραστώ, οι θέσεις μου είναι ξεκάθαρες, αλλά γιατί το θέμα μας δεν είναι η…. ελληνοτουρκική φιλία, αλλά «Το άλλο μου μισό», αυτό το υπέροχο βιβλίο.
Η γραφή της κυρίας Δαμιανού αξιολογότατη, τρυφερή όπου χρειάζεται, ρομαντική όπου ήταν απαραίτητο και λιτή όπου ήταν πρέπον, με διαλόγους ζωντανούς και χαρακτήρες σωστά δομημένους με αληθοφάνεια σκέψεων και αντιδράσεων.
Διαφωνώ κάθετα με την επιμέλεια του βιβλίου που το αδίκησε, μέτρησα και πολλά ορθογραφικά λάθη που με ξάφνιασαν από έναν τόσο μεγάλο εκδοτικό οίκο και διαφωνώ με κάποιους ιδιωματισμούς της γλώσσας, όχι στους διαλόγους που θα ήταν φυσιολογικό, αλλά στις περιγραφές. Τίποτα όμως από αυτά δεν κατάφεραν να μειώσουν το αποτέλεσμα που με καθήλωσε. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα λοιπόν και καλή ανάγνωση!
Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Λευκωσία και έζησε μέρος των παιδικών και εφηβικών της χρόνων στο Κογκό και είκοσι εννέα χρόνια στην Νιγηρία. Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικές εκπομπές, περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου με χρονογράφημα, πολιτιστικά και έρευνα.Εξέδωσε διηγήματα και μυθιστορήματα για ενήλικες και παιδιά.Τα διηγήματά της έχουν αποσπάσει πολλές διακρίσεις, όπως Α΄ βραβείο ευρωπαϊκού διαγωνισμού στην Ιταλία (2007), Α΄ έπαινο σε Πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος (2007), Α΄ βραβείο του διαγωνισμού συγγραφής παραμυθιού (βόλτα με το φεγγάρι) για τη γνωριμία και την κατανόηση από παιδιά για ίση μεταχείριση για όλους που προκήρυξε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (2007-2008)
Δέχεται επισκέψεις καθημερινά στο: http://yiolap.blogspot.com/

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Ο Γιάννης Ξανθούλης μιλά ...

Ο Γιάννης Ξανθούλης μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το νέο του βιβλίο «Η εκδίκηση της Σιλάνας» που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο.

«Η κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου για μένα υπήρξε άλλοθι. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα να γεννήσω - και τη γέννησα ακριβώς όταν είχα καβατζάρει τον μισό αιώνα και λίγο πιο πάνω. Τη γέννησα ώριμη, στοχαστική, με μια δυνατή νοσταλγία και με θαυμασμό στην αξεπέραστη ποιητική ανορθογραφία του Μποστ (του Μέντη Μποσταντζόγλου), αλλά και φίλων γελοιογράφων.

Η γέννα προέκυψε μέσω ερτζιανών, μέσω του ραδιοφώνου του Σκάι, όπου από το 1989 κάνω εκπομπές. Πρόκειται για μια κυρία με αβάσταχτη την ανάγκη ομοιοκατάληκτης ηθικής. Απόλυτα Ελληνίς, πατριδοφωτισμένη και ευτράπελα ρομαντική, αντάξια του ονόματός της.

Στα χρόνια που υπηρέτησα τις εμπνεύσεις της, άρχισα να πιστεύω ότι κάθε Σάββατο, που απήγγειλα από μικροφώνου τις συνήθεις επίκαιρες δημιουργίες της, μου τις υπαγόρευε εκείνη μέσα από ένα μυστήριο νεφέλωμα συγγένειάς μας. Λόγια και ηχηρές ομοιοκαταληξίες, που κατέληγαν με την πολυχρησιμοποιημένη αλλά καίρια -για μένα- επωδό: «Γαμώ την ατυχία μου».

Δεν ήξερα τη μορφή της, κι ας είχα πατρική εξουσία πάνω της. Δεν ήμουν βέβαιος για την απήχησή της, φοβούμενος περισσότερο απ' όλα τον γραφικό προσανατολισμό της επινόησής μου... Πέρασαν χρόνια ώσπου να της δώσω λίγο παραπάνω φως στο στενό πάλκο του ραδιοφώνου αλλά και στη σαββατιάτικη στήλη μου στην «Ελευθεροτυπία».

Όταν μπήκα στον κόπο να κάνω μυθιστόρημα τα τρία και μισό χρόνια από τα οκτώ που διήρκεσε η επεισοδιακή εφηβεία μου στην επαρχία, η Σιλάνα Σαλιάγκου μού φανερώθηκε σαν άγγελος λοξής έμπνευσης, ομολογώντας ότι από το 1959 που έκλεινα τα δώδεκα με καθοδηγούσε πίσω από την καθημερινότητα η οποία με καθόρισε αργότερα.

Περίεργη συγκυρία, αλλά ειλικρινής. Ήξερε όσα ήξερα, θύμωνε με όσα θύμωνα και αγαπούσε τον τρόπο που αγαπούσα ό,τι αγάπησα...

Στο βιβλίο αυτό με την αυτοβιογραφική ολισθηρότητα η Σιλάνα Σαλιάγκου με εκδικείται οξύνοντας τη μνήμη μου για πράγματα που νόμιζα πως είχαν παραγραφεί στο πέρασμα των δεκαετιών και των παραλλαγών της αλήθειας. Στην παράλογη αυτή διαδρομή παραμερίσαμε τη γελοιογραφική εκδοχή, όσο γινόταν, και μείναμε στην εκφώνηση -για να το πω και λίγο ραδιοφωνικά- μιας εποχής που ο ήχος της κουβαλά την απειλή του μυθιστορήματος. Τη συνάντησα και με συνάντησε για να «γνωριστούμε καλύτερα», όπως είπε.»

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Το καρπούζι πάγωνε στο ψυγείο του πάγου.

Απόσπασμα του διηγήματος "Υψιλόν βαρομετρικόν", μέρος της ανέκδοτης συλλογής "Και τα ρέστα, παγωτά".
Δημήτρης Χίλιος


Τρώγοντας καρπούζι στο παλκόνι, ρίχνουμε και μια ματίτσα. Στα πεταχτά.

..............................................................................
Σαν τέλειωνε ο καυγάς κι έμπαινα νικητής με τα σαραβαλιασμένο ραδιόφωνο αγκαλιά στο δωμάτιο που μοιραζόμουν με τον μεγάλο και σε περιπτώσεις έκτακτες χρησιμοποιούσαμε και σαν τραπεζαρία, τότε πέταγα το κλαρωτό κάλυμμα πίσω απ’ τον γιούκο κι έψαχνα με μανία να βρω τραγούδια την Κυριακή απαραίτητα τις διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών με τη φωνή του Γιώργου Λεφεντάριου και πότε-πότε, αργά αυτό, το «Θέατρο της Τετάρτης».
Τότε έκλεινα τα μάτια κι από τις φωνές προσπαθουσα να φανταστώ τα πρόσωπα, πάντα τραβηγμένα από την αγωνία και την ένταση του ρόλου, μα όμορφα με έντονα, ιδιαίτερα τονισμένα, χαρακτηριστικά.
Έτσι πίστευα πως πρέπει να είναι εξωτερικά οι δυνατοί χαρακτήρες, για να επιβάλλονται, και κατά συνέπεια οι ηθοποιοί που τους παριστάνουν. Mε έντονα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, ιδιαίτερα τονισμένα με μπογιές και φτιασιδώματα.
Μόνο τη Λαμπέτη –ακούγοντας εκείνη τη σβησμένη, όλο αγωνία, φωνούλα– τη φανταζόμουν μικροκαμωμένη κι αισθαντική. Σαν τον μίσχο που στήριζε τον ανθό του γιασεμιου. Ήθελα να της χαϊδέψω τα μεταξένια μαλλιά. Μια γυναίκα με τέτοια φωνή μόνο μεταξένια μαλλιά θα είχε, που θα μοσχομύριζαν σαν ρόδο ανοιξιάτικο, σαν γιασεμί το βασίλεμα και σαν βιολέττα του Επιταφίου.
Κι ύστερα ήθελα να την αγκαλιάσω απαλά, να την στηρίξω με τις λιγνές μου πλάτες, να την κρατήσω εκεί, στην αγκαλιά μου για πάντα.
Τότε, ήταν και η ώρα περασμένη, μ’ έπαιρνε ο ύπνος γλυκά και πάντα έχανα το τέλος του έργου.
Η μάνα μου άνοιγε το ραδιόφωνο μονάχα στην ώρα της Αλίκης Νικολαΐδου τα πρωϊνά και κάθε Σάββατο απόγευμα σαν εξηγούσε την Ευαγγελική περικοπή της επομένης ο πρωτοσύγγελος της Ιεράς Μητροπόλεως.
Η κουζίνα στο μισοσκόταδο. Οι γρίλλιες κλειστές για την αντηλιά, το γιουβέτσι σερβιριζόταν με τριμμένη μυτζήθρα, μοσχοβόλαγε η ρίγανη στη σαλάτα, έξω τα τζιτζίκια χάλαγαν τον κόσμο. Το καρπούζι πάγωνε στο ψυγείο του πάγου.
Πλύθηκα βιαστικά με το λάστιχο της βρύσης στην αυλή, προσεχτικά ξέπλυνα μονάχα τα πόδια απ’ την άμμο, διπλωμένος στην πετσέτα κρέμασα με το μανταλάκι στο σύρμα το μουσκεμένο μαγιό, ντύθηκα βιαστικά και κατέβηκα στο κατώϊ να φέρω ένα μεγάλο κρεμμύδι για τη σαλάτα. Σκόρδα και κρεμμύδια κρέμονταν από το μεσιανό δοκάρι σφηνωμένα σε κάτι κοτσίδες από χόρτο πού σφιχτές.
Βαριόμουν, μα το έκανα μόνο για να μην ξαναρχίσει η γκρίνια πως ούτε το πρωΐ ξύπνησα νωρίς, μονάχα έκανα τον ψόφιο κοριό σαν μου φώναζε να πάω το ταψί με το φαΐ στον φούρνο, ούτε το δίχτυ πήρα να φέρω τον πάγο παρά, κατ’ ευθείαν απ’ το κρεββάτι, δραπέτευσα στον Σταθμό του τραίνου για τη θάλασσα.
Αν δεν κατέβαινα στο κατώϊ, η συνέχεια θα ήταν πως ούτε στην εκκλησία πήγα, που έβλεπε αυτή τα παιδάκια του κόσμου με τα κυριακάτικά τους και ντρεπόταν τις άλλες μανάδες, βιβλίο ακόμη δεν άνοιξα, μίσασε το καλοκαίρι, έλεγε, αν και καλά-καλά δεν είχαμε μπει στον Ιούλιοπαρά κάτι παλιοπεριοδικά με προστυχιές φυλλομέτραγα τα μεσημέρια και ύστερα ξεπορτίσματα ποιος ξέρει για πού.
Σκέψου να είχα κοπεί και σε μάθημα, μουρμούρισα μέσ’ από τα δόντια μου, θυμωμένος μα έκανα τάχα πως τίποτα δεν άκουσα.
Γέμισα την κανάτα με νερό από τη βρυσούλα της κατάψυξης, μόλις που έτρεχε, τα άλατα είχαν βουλώσει το σωλήνα, κι έκανα τον σταυρό μου πρώτος-πρώτος πριν καλά-καλά καθήσουν όλοι στο τραπέζι, χωρίς να χρειαστεί να μου το θυμίσουν. Για να τους καλοπιάσω. Ήθελα να εξασφαλίσω τη βραδυνή αργοπορία στο καφενείο ή και καμμιά βόλτα πότε-πότε εκτός των στενών ορίων της κωμοπόλεως, μα με τη λιγότερη δυνατή γκρίνια.
.................................................................................

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Παρουσιάζοντας στην Κύπρο τον Όμηρο Αβραμίδη




Το πρώτο βιβλίο του Όμηρου Αβραμίδη που διάβασα ήταν το τρίτο και το στερνό το δεύτερο. Ανάμεσα στο «Με τα μάτια της ψυχής» και το «Ο δρόμος του φεγγαριού» είχα την ευκαιρία να βυθιστώ αρκετές ακόμη φορές στα ταξίδια στην αγάπη που τόσο γενναιόδωρα μας χαρίζει ο συγγραφέας. Ναι, ταξίδια στην αγάπη, αυτό ακριβώς είναι οι ιστορίες του. Στην παρατημένη αγάπη, στην αγάπη που γεννιέται και ξεψυχά, στην αγάπη που θριαμβεύει, κι ας συχνά-πυκνά χάνει το αντικείμενό της. Στην αγάπη και στο θάνατο.
Ο θάνατος και η αγάπη μοιάζουν να πηγαίνουν χέρι-χέρι στα βιβλία του Όμηρου. Οι ήρωές του ζουν με πάθος, αγαπούν απελπισμένα και κάποιοι απ’ αυτούς πεθαίνουν πριν να δουν τον έρωτά τους να φτάνει στο αποκορύφωμά του. Όχι, η ζωή δεν είναι ένα κουτί με σοκολατάκια, όπως επιμένει ο κύριος Φόρεστ Γκαμπ. Η ζωή είναι αγώνας κι αγωνία, άνοδος και πτώση, κακία και καλοσύνη. Η ζωή είναι ο άνθρωπος με τα θετικά και τα αρνητικά του, με τους πόθους και τα πάθη του, με τις μικροπρέπειες και τα κουσούρια του. Ο άνθρωπος, που σε μια ιστορία βλέπουμε να δείχνει της ψυχής του την όμορφη ουσία, απ’ την πρώτη στιγμή ως την τελευταία, και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του μια «Ακριβή κληρονομιά», κι ας αδυνατεί η κοινωνία να του συγχωρέσει το παρελθόν του. Ο άνθρωπος που σε μια ιστορία διαφορετική αγωνίζεται με νύχια και με δόντια ν’ απελευθερώσει την πατρίδα του, που γίνεται θύμα και θύτης στο βωμό μιας «Κίτρινης Σημαίας». Ο άνθρωπος που στέκεται σθεναρά δίπλα στον αγαπημένο ή την αγαπημένη του, για ν’ ακούσουν συντροφιά το «Τραγούδι της βροχής», που περισσότερο με καταιγίδα μοιάζει. Ο άνθρωπος, που πέφτει με τα μούτρα στη δίνη του έρωτα, που αψηφά θεούς και δαίμονες για να ζήσει με της ψυχής του το ομορφότερο μισό, εκείνο που εξωγενείς παράγοντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια, με μίσος και βία να του στερήσουν.
Θύματα θυμίζουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές στο έργο του Όμηρου Αβραμίδη. Θύματα και ήρωες. Μα ήρωες ανθρώπινους. Ήρωες που γνωρίζουν τι πάει να πει πόνος, που τον έζησαν από πρώτο χέρι, που γεύτηκαν χάρη σ’ αυτόν την πίκρα της ζωής. Ήρωες της διπλανής πόρτας. Γι’ αυτό και οι αναγνώστες ταυτίζονται τόσο συχνά μ’ αυτούς. Γι’ αυτό τους αγαπούν. Αυτός/αυτή, θα μπορούσα να είμαι εγώ, σκέφτονται, κι έτσι μπορούν και νιώθουν βαθιά μέσα τους το φανταστικό, μα ωστόσο, βαθιά πραγματικό τους δράμα, και τη δημιουργημένη από τη γραφίδα του συγγραφέα και της ζωής, χαρά.
«Αν θες να σ’ αγαπούν οι άνθρωποι, μάθε να τους αγαπάς» διαβάζουμε σ’ ένα από τα έντεκα απανθίσματα ζωής στο «Η αγάπη είναι το μυστικό.» Κι αυτό ακριβώς είναι το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα: γράφει για την αγάπη – με τρόπο άμεσο, προσπαθώντας να πορευτεί με ηρεμία και ανησυχία στις ψυχές των ανθρώπων, να βρει που θα τον πάνε «Οι δρόμοι της καρδιάς». Αυτοί οι επίφοβοι δρόμοι, με τα κρυφά μονοπάτια και τις κρυμμένες στις στροφές τους οδύνες. Αυτοί που μπορεί να οδηγήσουν στη φυγή, ή και στην αναπότρεπτη επιστροφή. Αυτοί που ίσως σε κάνουν να πετάξεις στα ουράνια, «Με τα φτερά της ελπίδας» ή να σε ρίξουν στο βάραθρο ύστερα από μια «Ανοιξιάτικη μπόρα.»
Η ζωή είναι ένα ταξίδι: όμορφο, οδυνηρό, ονειρικό, εφιαλτικό. Ένα ταξίδι σε τόπους, ψυχές και στου καθενός την άγνωστη ουσία. Κι οι ήρωες των ιστοριών, που είχαμε την τύχη να διαβάσουμε, ταξιδεύουν ακατάπαυστα. Στην Κύπρο, στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Και παντού χαίρονται το ίδιο. Και παντού πονάνε το ίδιο. Και πεθαίνουν παντού. Ναι, ο συγγραφέας, με τρόπο τρυφερά σκληρό, σκοτώνει ξανά και ξανά τους ήρωες, τα δημιουργήματά του. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι δεν έχει σημασία το αν κάποιος ζει και πεθαίνει, μα το πώς έζησε και τι άφησε πίσω του πεθαίνοντας. Κι αυτή, η άκρως αντιεμπορική επιλογή πετυχαίνει. Αυτή χαρίζει στις ιστορίες του το ιδιαίτερο χρώμα τους, αναδεικνύουν την ουσία. Και καταρρίπτει τους μύθους. Και τους καταρρίπτει επειδή τους απορρίπτει. Απορρίπτει την ιδέα της εικονικής ευτυχίας και επικεντρώνει στα πιο σημαντικά, κι ας είναι οδυνηρά. Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο πράγμα στη ζωή, φαίνεται να είναι το μότο του Αβραμίδη, και οι αναγνώστες προφανώς συμφωνούν μ’ αυτό.
Ο θάνατος, που δίνει επιβλητικά το παρόν του και στο νέο μυθιστόρημά του, το «Τρίτο πρόσωπο», στο οποίο παρατηρούμε μια μικρή στροφή στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία. Κι αυτό επειδή, για πρώτη φορά, η αγάπη δεν μοιάζει να έχει το πάνω χέρι στην υπόθεση, ή, ίσως, και να το έχει. Εκείνο που κάνει ετούτο το γραπτό να διαφέρει από τα προηγούμενα είναι ότι ξεχειλίζει από αναπάντητα ερωτήματα, το διατρέχει απ’ άκρη ως άκρη, μια αύρα μυστηρίου. Όχι, μην ανησυχείτε, το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Είναι ωστόσο μια ιστορία γραμμένη κινηματογραφικά, με καταιγιστικούς ρυθμούς, που δεν σε αφήνουν στιγμή να την παρατήσεις, που δεν το κάνει η καρδιά σου να την αφήσεις στη μέση, μέχρι να μάθεις τι πραγματικά έχει συμβεί.
Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε το συγγραφέα, να εγκαταλείψει φαινομενικά την επιτυχημένη του συνταγή, και να προσπαθήσει να πορευτεί σε κάποια δήθεν άγνωστα μονοπάτια; Τίποτα. Γι’ αυτό και το δήθεν που ανέφερα πιο πάνω. Το μυστήριο δεν είναι κάτι καινούριο στα μυθιστορήματα του Αβραμίδη. Το μόνο που αυτή τη φορά είναι έντονο. Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο δυνατό στοιχείο στο «Τρίτο πρόσωπο». Για να το πω απλά: η συνταγή έμεινε η ίδια, ωστόσο το φαγητό έγινε πιο εύγευστο, χάρη στα νέα καρυκεύματα.
Ας πάμε όμως στην ιστορία μας, που παίρνει μπρος δυναμικά, με ένα φονικό. Ένας άντρας, ο Νικηφόρος, συνέρχεται μετά από μια λιποθυμία, για να αντιληφθεί με τρόμο ότι η γυναίκα με την οποία στιγμές πριν έκανε έρωτα είναι νεκρή. Και το χειρότερο; Στα χέρια του κρατά σφικτά το φονικό όπλο. Μέσα στη δίνη του πανικού εγκαταλείπει βιαστικά τη σκηνή και βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι του. Κάθεται εκεί, στα όρια της απελπισίας, και προσπαθεί να τιθασεύει τις σκέψεις του, να τις κουμαντάρει, για να θυμηθεί τι συνέβη, μα δεν τα καταφέρνει. Προτού καν συνέλθει από το σοκ, τίθεται υπό κράτηση για την εν ψυχρώ δολοφονία της Μαρίας Μαρκαντώνη, μιας επιτυχημένης επιχειρηματία. Τα στοιχεία που υπάρχουν εναντίον του είναι συντριπτικά, κι οι πιθανότητες να μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του ισχνές. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα. Κι ο Νικηφόρος, που παρά την όποια ατυχία του, στάθηκε αφάνταστα τυχερός στη ζωή του, έχει γύρω του κάποιους που τον πιστεύουν και τον εμπιστεύονται με κλειστά μάτια, κάποιους που είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν την αθωότητά του.
Όσο το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται, τόσο περισσότερο περιπλέκεται, αφού για κάθε μία απάντηση προκύπτουν δύο νέα ερωτήματα και οι ανατροπές είναι στην ημερησία διάταξη. Ποιος κρύβεται πίσω από το φονικό; Γιατί σκότωσε τη γυναίκα; Ποιος είχε να κερδίσει κάτι από το θάνατό της; Τι τους ώθησε να τον ενοχοποιήσουν; Πόσα διαφορετικά μονοπάτια μπορεί να διασχίσει μια βασανισμένη ψυχή;
Ο συγγραφέας πλέκοντας έντεχνα το μύθο του φτιάχνει μια ιστορία για τον έρωτα και το θάνατο που διαβάζεται απνευστί. Οι γρήγοροι, κοφτοί ρυθμοί της αφήγησης, το μυστήριο, τα αδιόρατα μυστικά και τα πάθη των ηρώων, καθιστούν «Το τρίτο πρόσωπο» ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία θυμίζει σύγχρονο αστυνομικό αφήγημα, επηρεασμένο από την αμερικανική παράδοση. Ετούτο το μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι το ερωτικό και το αστυνομικό μπορούν να συνυπάρξουν άνετα σε μια ιστορία, χαρίζοντάς της αναπάντεχα μια άγρια ομορφιά.
Η ανανέωση είναι πάντα ένα στοίχημα για τους συγγραφείς, κι ο Όμηρος Αβραμίδης, αυτό το στοίχημα, σιγά-σιγά, μοιάζει να το κερδίζει. Και το πιο σημαντικό: οι αναγνώστες επιβραβεύουν αγοράζοντας τα βιβλία του, αυτούς τους ακροβατισμούς. Οι αναγνώστες. Όχι οι κριτικοί. Αυτοί επιμένουν να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του, αφού προφανώς η επιτυχία του, δεν συμβαδίζει με τα κριτήριά τους. Εδώ πιστεύω ισχύει εκείνο το αρχαίο κινέζικο ρητό που αναφέρεται στο δάχτυλο και το φεγγάρι, για το τι έχει τη δυνατότητα να δει ο καθένας δηλαδή. Οι κριτικοί κοιτάνε το δάχτυλο, οι αναγνώστες το φεγγάρι. Κι αν ο συγγραφέας δεν δικαιώνεται στα έντυπα, κερδίζει το στοίχημα στις καρδιές. Εκεί όπου απ’ την αρχή στόχευε.
Διαβάζω, με το φτωχό μου ύφος, μα με συγκίνηση, ένα μικρό απόσπασμα από το «Η αγάπη είναι το μυστικό» - αυτό με το οποίο κλείνει το βιβλίο:
«Η αγάπη είναι το μυστικό. Τόσο απλό. Τόσο θαυματουργό. Γυρίζω την πλάτη μου στη μούχλα του χειμώνα, τραβάω για τον κόσμο που μ’ έκλεισε έξω, που τον έκλεισα έξω. Βγάζω το κλειδί και ξεκλειδώνω. Τόσο απλό. Το είχα πάντα μέσα μου. Σκουριασμένο από την αχρησία, χαμένο μέσα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από την απληστία, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τη ματαιότητα. Ανασύρω το χρυσό κλειδί από το σωρό, το ξεπλένω και λάμπει, όπως πάντα το χρυσάφι. Κι ο κόσμος μου γεμίζει φως.»
Με περισσότερο από μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε πωλήσεις και αμέτρητους αναγνώστες να πίνουν νερό και -προπάντων- κρασί στο όνομά του, με βιβλία βαθιά ανθρώπινα και μυθιστορήματα που ασχολούνται σε βάθος με την πονεμένη ιστορία του νησιού μας, ο Όμηρος Αβραμίδης είναι με διαφορά ο πιο άξιος εκπρόσωπος της μπανανίας της Κύπρου στο ψευδοκράτος των Αθηνών. Εύχομαι κάποια μέρα ο τόπος του να τον τιμήσει, όπως τον τιμάει αυτός, χαμηλόφωνα, χωρίς φανφάρες, με μια πρόποση στη δημιουργική του παρουσία.
Με το πιο πάνω κείμενο παρουσίασα τον πιο επιτυχημένο κύπριο συγγραφέα, Όμηρο Αβραμίδη, στο αναγνωστικό κοινό της Κύπρου στις 17 και 19 Ιουνίου. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στα βιβλιοπωλεία Πάργα, Λευκωσίας και Λάρνακας και σ' αυτές μίλησε και η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου (τρίτη φωτογραφία).

Ο Έρωτας στην Κύπρο!

Τώρα που όλα ηρέμησαν, που τα συναισθήματα μπήκαν σε μια σειρά, ήρθε νομίζω η ώρα να πως λίγα λόγια για την επίσκεψή μου στην Κύπρο και ν' αφήσω τις φωτογραφίες να πουν τα υπόλοιπα!
Δευτέρα 22 Ιουνίου: Λεμεσός . Βιβλιοπωλείο Μαυρομάτης.
Δεν ήταν η πρώτη μου φορά. Η Μαρίνα με το γλυκό χαμόγελο, η μητέρα, ο πατέρας και τα αδέλφια της, μ' έχουν φιλοξενήσει και πρόπερσι και ήταν απίστευτη η γλύκα τους, η αγάπη τους, η φιλοξενία τους και κυρίως ο κόσμος που γέμισε το βιβλιοπωλείο στην Λεμεσό. Όλοι τους με χαμόγελο, διψασμένοι να μιλήσουμε, να μοιραστούμε σκέψεις και συναισθήματα. Όλοι τους με τα βιβλία μου στα χέρια, περίμεναν υπομονετικά να τους τα υπογράψω και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους!
Έχω πάνω στο γραφείο μου και το δώρο της καλής μου της Μαρίας Μενελάου, τα τρία ροζ μπλοκάκια με το στυλό και είναι σαν να βλέπω την ίδια με το γλυκό χαμόγελο. Τα γλυκά τα φάγαμε ήδη και αυτά δώρο και ήταν τόση η γλύκα τους, όσο και της ψυχής της. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλο τον κόσμο που ήταν εκεί για να γνωριστούμε και ν' ανταλλάξουμε υποσχέσεις ότι θα τα ξαναπούμε του χρόνου!
Η βραδιά τελείωσε σ' ένα όμορφο κεντράκι με την οικογένεια Μαυρομάτη να μας πλημμυρίζει με την αγάπη της και οι μελωδικές κιθάρες με τον ήχο τους. Βλέπετε μια παρέα, είχε επιλέξει εκείνο το βράδυ το ταβερνάκι και τραγουδήσαμε μαζί τους. Μαρίνα μου χίλια ευχαριστώ και πάλι!
Τετάρτη 24 Ιουνίου: Λευκωσία. RIVERGATE.
Εδώ τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν... τι; Αλήθεια, τι θα μπορούσα να πω για όλα όσα έζησα με την Αίγλη και τον Δημήτρη, τους δύο ιδιοκτήτες του βιβλιοπωλείου; Τι θα μπορούσα να πω για τον κόσμο που πλημμύρισε την όμορφη αυλή του Rivergate; Πάνω από 120 άτομα, όλα να με κοιτούν στα μάτια και η αγάπη να φτάνει σαν ζεστά κύματα και να με τυλίγει γλυκά. Τι βραδιά κι αυτή;













Τι άλλο θα μπορούσα άραγε να προσθέσω σε αυτές τις εικόνες; Ο κόσμος περίμενε υπομονετικά για ν΄αγοράσει τα βιβλία μου (και μάλιστα παρ' όλη την μεγάλη παραγγελία της Αίγλης, στο τέλος δεν έμειναν βιβλία!) και μετά όπως βλέπετε, περίμενε πάλι για μια υπογραφή ή μια φωτογραφία. Μαγική νύχτα, μαγικές αγκαλιές, μαγικά βλέματα...
ΥΓ1: Τα γλυκά που μου έφερες Άντρη καταπληκτικά, δεν κάνει που το λέω, αλλά το καρυδάκι, ....ξεψυχάει πλεον!
ΥΓ2: Το χαλούμι Αίγλη και οι πίττες, μια ανάμνηση! Τα παιδιά μου ξετρελάθηκαν!
ΥΓ3: Το θαυμάσιο κολλιέ σου Αίγλη, δεν το φόρεσα μόνο εκείνο το βράδυ για να σε τιμήσω. Το λάτρεψα και το φοράω συνέχεια!
ΥΓ4: Το κοινό της Κύπρου, όπως το θυμάμαι από πρόπερσι! Ζεστό, γλυκό, γεμάτο αγάπη!
Ευχαριστώ πολύ Κύπρο!

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Ένα κείμενο για τις "Γυναίκες της συγνώμης"

Απ' τη χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία:

Σε μια εποχή αντιρομαντική, όπου το παροδικό εξιδανικεύεται κι ο υπερθετικός βαθμός διακωμωδείται, το αιώνιο στριμώχνεται βίαια μες στην αμφιβολία, πώς να γράψει κανείς για τον έρωτα και μάλιστα όταν τα υποκείμενά του δεν διαθέτουν το άλλοθι της εφηβείας;
Πώς να γράψει κάποιος χωρίς να νιώσει την πίκρα του ν’ αντικρύσει το έργο του στα ράφια των μελοδραματικών αναγνωσμάτων; Ο Λάκης Φουρουκλάς, βρίσκει τον τρόπο. Οι «Γυναίκες της Συγνώμης», το 3ο στη σειρά μυθιστόρημα του συγγραφέα, έχοντας πλήρως αφομοιώσει το πνεύμα της εποχής, παρακάμπτουν την εύκολη γραφή κι έρχονται να αναθεωρήσουν την έννοια του ρομαντικού μυθιστορήματος .
Στο βιβλίο , που γοητεύει με το ύφος και τη γλώσσα του, ο πεζός λόγος συναντά τον ποιητικό και ο ρυθμός του συγχρονίζεται με το ρυθμό των χτύπων της καρδιάς κι ο έρωτας αναγραμματίζεται , για να περιθάλψει καρδιές από καιρό ξελαστιχωμένες στη γωνιά τους
Ο μύθος είναι το πρόσχημα για να αμολήσει ο αφηγητής τα σκυλιά του υποσυνείδητου και να ενορχηστρώσει παύσεις και σιωπές, ικανές όμως να δημιουργήσουν εκκωφαντικό θόρυβο στα πιο απόκρυφα μπουντρούμια της συναίσθησης.
Ο συγγραφέας, δε διστάζει να δοκιμάσει τους ήρωές του γιατί είναι βέβαιος πως δε θα σπάσουν, τους γνωρίζει καλά. Λίγο μόνο θα λυγίσουν αφού είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα μεγάλα όνειρα.
Ρίχνει λάδι στη φωτιά της ψυχής τους, να τη φουντώσει, να την κάνει διάφανη, να γίνει η αποκάλυψη, να βρει ο καθένας τη στιγμή που τον αφορά, το μελτέμι που τον ταξιδεύει στον προορισμό .
Κανείς δεν πρέπει να συναντηθεί με κανέναν αν δεν είναι έτοιμος, αν δεν έχει πρώτα δικαιολογήσει την επιλογή και αν δεν έχει τακτοποιήσει μέσα του το παρελθόν και τις σκιές του.
Ο αφηγητής –συγγραφέας, κλείνει το μάτι στη μοίρα συνωμοτικά αναγνωρίζοντας τη δύναμή της να καταργεί των ανθρώπων τις επιθυμίες και να αποφασίζει αυτή την πορεία τους. Η μοναδική ελευθερία των πρωταγωνιστών είναι η διαχείριση των συναισθημάτων τους κάτι βέβαια καθόλου εύκολο δεδομένων των ανατροπών που εκτυλίσσονται στο έργο. Στον αναγνώστη δημιουργείται η εντύπωση πως κι ο συγγραφέας είναι υποχείριο της μοίρας και περιορίζεται στην απλή καταγραφή των γεγονότων . Δεν προορίζει τις τύχες των ηρώων αλλά τις προγνωρίζει. Ο αφηγητής παρουσιάζεται έτσι απροκάλυπτα προς το τέλος του βιβλίου για να κάνει μια αποτίμηση της όλης πορείας των ηρώων. Παρόλο που αυτό το εγχείρημα είναι επίφοβο αφού θέτει σε κίνδυνο τη σχέση αναγνώστη-ηρώων, αναγνώστη-αφηγητή, η σχέση αυτή διασώζεται την κρίσιμη στιγμή, έντεχνα, στο σημείο όπου ο συγγραφέας δίνει τον πυθιακό χρησμό « άλλοι θα γελάσουν κι άλλοι θα κλάψουν πικρά» .
Ο Δημήτρης , φοβάται πως δεν είναι αντάξιος της αγάπης της Χριστίνας . Την αγαπά, αλλά δεν ξέρει πόσο και το πιο οδυνηρό, πώς. Βγαίνει από τη φυλακή έχοντας ανοίξει τη διαθήκη του καιρού που του αφήνει την αβάσταχτη κληρονομιά να ερμηνεύσει της αλήθειας του το πρόσωπο. Ποια είναι η αλήθεια τελικά; Για πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να υποθέτει εκ του ασφαλούς; Αφήνεται να παρασυρθεί απ’ του κορμιού την πείνα παραμερίζοντας την πείνα της καρδιάς . Αρνείται την αγκαλιά της Χριστίνας για ν’ αφεθεί στα χέρια της Βέρας, μιας Σέρβας , φίλης της Μίρας , της Μίρας που έγινε η αιτία για να πάει ο Δημήτρης φυλακή, αφού τη βοήθησε να αυτοκτονήσει. Δεν κρατάει βέβαια για πολύ αυτή η σχέση με τη Βέρα αφού καραδοκεί και υποτροπιάζει ο έρωτας του Δημήτρη για τη Χριστίνα. Προδομένος από το κορμί, επιστρέφει τελικά στη μήτρα του ονείρου έχοντας πληρώσει το βαρύ τίμημα της εσκεμμένης του απουσίας από αυτή.
Η Χριστίνα παρατηρεί το Δημήτρη, όπως παρατηρούν ένα πουλί που βγαίνει απ’ το κλουβί και δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τη λευτεριά του. Τον υποδέχεται σαν άσωτο υιό, από χρόνια χαμένο στις σκέψεις του που επιστρέφει στη γνώριμη θαλπωρή της οικειότητας . Μόνο που ο μόσχος ο σιτευτός δεν είναι άλλος από την ψυχή της που τη βάζει στα πόδια του κι αυτός από φόβο, δένει τα χέρια πισθάγκωνα κι αδυνατεί να την περιμαζέψει .Τον βλέπει να φεύγει χωρίς να τον παλεύει. Τα εφτά χρόνια αναμονής , τα εφτά χρόνια συμπαράστασης της προς αυτόν δεν θεωρεί πως της δίνουν το δικαίωμα να τον απαιτεί. Εγκλωβισμένη για λίγο μες στις υποθέσεις της προσπαθώντας « να είναι αυτή που χρειάζεται να είναι», τελικά τον αφήνει να τραβήξει το δρόμο του. Βρίσκει κι αυτή στο ξεδίψασμα του κορμιού την προσωρινή, όχι ευτυχία, μα το μετριασμό της μιζέριας της, γιατί η ευτυχία με άλλη αφή συντάσσεται. Ο Μάνος, ο πολύτιμος για τον αφηγητή Ιούδας- προδότης της ζωής, έρχεται σαν πυροτέχνημα να φωτίσει για λίγο τα σκοτάδια της με τις μουσικές του και τις συναλλαγές στου κρεβατιού το παζάρι. Αδυνατεί όμως να αφορίσει τον εγωιστικό του έρωτα γι’ αυτήν και τελικά συνδιαλέγεται με τη μοναδική επιλογή που ένας τέτοιος έρωτας αφήνει: το θάνατο. Η Χριστίνα ,τότε, στ’ ανάμεσο του πριν και του μετά, αποφασίζει να ρίξει το ζάρι και να ποντάρει στην καινούρια ευκαιρία που η μοίρα της φέρνει.
Ο Καπετάνιος έρχεται, σαν ένας άλλος Ζορμπάς να στάξει στις ψυχές των αγαπημένων του προσώπων τη σοφία που η συφοριασμένη του ζωή χάρισε. Αυτός ο γερόλυκος φωνάζει, γελάει, μεθάει, ονειρεύεται , γεύεται της κάθε μέρας τον ήλιο με την ίδια λαχτάρα που μαζεύει ένα παιδί τα κοχύλια στην άμμο. Σμιλεύει τα λόγια του με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση. Βγάζει τη σημαδούρα απ’ το πέλαγο του Αδύνατου, του Ανέφικτου και την σπάει σε χίλια κομμάτια . Για να καταλάβει κάτι το αγγίζει, το μυρίζει του κάνει έρωτα. Ό,τι δεν είναι απτό δεν είναι ζωή, κι ό,τι δεν είναι ζωή , απλά δεν τον αφορά. Τις γυναίκες τις αγαπάει και προσδίδει σ ’ όλες μια ιερότητα ακόμα και σ’ αυτές που άλλοι κατακρίνουν, τις γυναίκες τις συγνώμης, αυτές που τους οφείλει η κοινωνία μιαν απολογία για το σταυρό που κουβαλάνε, για τα καρφιά που ποτέ δεν ξεκαρφώνονται , για το δάκρυ τ’ αστέγνωτο πάνω στο μαξιλάρι. Ο Καπετάνιος μαζί με τη Μαρία, την Ελένη και την Κατερίνα έρχονται σαν από μηχανής θεοί, να σώσουν όποιον θέλει μα διστάζει να σωθεί . Σαν ένας αλλόφρονος θίασος, σαν αψεγάδιαστη δυσμορφία της ζωής που δεν καταργεί την ισορροπία, αντίθετα γίνεται αρωγός της, φέρνουν αέρα καθαρό, ίδιο πρωτόκλαμα νιογέννητου μωρού στο Δημήτρη και τη Χριστίνα στήνοντας τους ύπουλα παιχνίδια , και το παράδοξο: με τη συγκατάθεσή τους!
Στο βιβλίο περιφέρονται γυναίκες αντιμέτωπες με διλήμματα, , που δε διστάζουν όμως να φανούν τολμηρές και να ανοίξουν τα σωστά χαρτιά της τράπουλας στο παιχνίδι της ζωής, γυναίκες που καλούνται να παίξουν το ρόλο του σχοινοβάτη στο σχοινί που ο κοινωνικός περίγυρος τεντώνει . Ισορροπούν, βρίσκουν την ευτυχία που δικαιωματικά τους ανήκει αψηφώντας τον ίλιγγο της κατάκρισης. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι ίδιες. Οι χαρακτήρες τους διαγράφονται ευκρινώς. Έχουν το ίδιο βλέμμα, μα κοιτάνε αλλιώς.
«Οι γυναίκες της συγνώμης» είναι ένα έργο που μπορεί να διαβαστεί, από το τέλος προς την αρχή, σαν καρκινική επιγραφή αλλά και αποσπασματικά δεδομένου ότι ένα αρκετά μεγάλο μέρος του είναι γραμμένο σε ημερολογιακή μορφή.
Τα μηνύματά του είναι σαφή: Είναι αδύνατον να προχωρήσουμε μπροστά αν δεν ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κι αν δεν προσαρμόσουμε τα κυβικά του στο όχημα της αντοχής μας...κι ο εαυτός μας είναι οι σχέσεις που δημιουργούμε. Είναι αδύνατο να κάνουμε μια νέα αρχή, αν δεν επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε, μα για να επιστρέψουμε, πρέπει να φύγουμε, να ανοιχτούμε σε καινούριες εμπειρίες.
Γυναίκες της συγνώμης, ένα έργο που στάζει ψυχή, όνειρο κι ελπίδα.....
Ελένη Σιούφτα

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

"Κόκκινο Σημάδι" - Η πρώτη παρουσίαση



Είναι πλέον γεγονός η πρώτη παρουσίαση του "Κόκκινου Σημαδιού" στα πλαίσια της 6ης Διεθνούς Εκθέσεως Βιβλίου. Αν και η ώρα ήταν λίγο δύσκολη, 2 η ώρα το μεσημέρι γαρ, αρκετοί ήταν οι φίλοι που με τίμησαν με την παρουσία τους. Τους ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου.
Την παρουσίαση ξεκίνησε, η αγαπημένη συγγραφέας όλων, η Λένα Μαντά.


Στη συνέχεια, διάβασε αποσπάσματα, ο ηθοποιός Δημήτρης Αραμπατζόγλου. Την εκδήλωση έκλεισε, η άλλη αγαπημένη συγγραφέας, η Πασχαλία Τραυλού, η οποία έκανε και την ανάλυση των χαρακτήρων του βιβλίου.

Πιστεύω ότι ήταν μια ζεστή και ευχάριστη εκδήλωση. Ήταν όλοι εκεί, φίλοι και γνωστοί, η Ελένη Τσαμαδού, η Μαρία Τζιρίτα, η Ελένη Αρτζανίδου...
Λένα μου και Πασχαλία μου, σας ευχαριστώ για την ωραία σας παρουσίαση!!!
Η εκδήλωση έκλεισε με υπογραφή βιβλίων στο περίπτερο των εκδόσεων "Ψυχογιός".


(http://voikou.psichogios.gr/2009/06/6.html)

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

«Το σπίτι της χαράς»

Ένα καινούριο κατάστημα ανοίγει για τα παιδιά στο κέντρο της Αθήνας και έρχεται να στηρίξει το παιδικό βιβλίο, προωθώντας τη φιλαναγνωσία και την αγάπη προς αυτό.

Στο πλαίσιο της εκδοτικής τους δραστηριότητας εδώ και έναν χρόνο, οι εκδόσεις Αερόστατο ανοίγουν ένα παιδικό βιβλιοπωλείο με μεγάλη ποικιλία τίτλων από όλους τους εκδοτικούς οίκους και ξύλινων οικολογικών παιχνιδιών της Plan Toys. Πρόκειται για ένα κατάστημα ειδικά διαμορφωμένο για παιδιά, όπου οι μικροί μας φίλοι και οι γονείς τους θα μπορούν να ενημερώνονται για παιδικά καθώς και παιδαγωγικά βιβλία.

Το «Σπίτι της χαράς», όπως ονομάζεται το καινούριο κατάστημα, είναι ένα σπίτι ζεστό και φιλόξενο, που θα μεταφέρει τα παιδιά, μέσα από τον κόσμο των οικολογικών παιχνιδιών της Plan Toys και τις σελίδες των βιβλίων που θα γεμίσουν τα ράφια του, σε κόσμους που μόνο η παιδική φαντασία μπορεί να ταξιδέψει... Άλλωστε και το όνομα του βιβλιοπωλείου είναι εμπνευσμένο από την πρώτη σειρά βιβλίων που ξεκίνησαν οι εκδόσεις Αερόστατο, όπου τα πάντα γίνονται στο «Σπίτι της χαράς». Οι εκδόσεις Αερόστατο φιλοδοξούν το βιβλιοπωλείο να γίνει ένας χώρος όπου τα παιδιά θα μπορούν, εκτός από το να έρχονται σε επαφή με το βιβλίο, να περνούν δημιουργικά τον χρόνο τους. Θα το βρείτε στην οδό Τοσίτσα 1Α', πίσω από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, τηλ.: 210 8846570- 2- 4.

Για ακόμα περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τίτλους και την εκδοτική μας δραστηριότητα, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου:

www.aerostatobooks.gr

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση