Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Η Ρέα Γαλανάκη στη Σόνια Ζαχαράτου

Πίσω από κάθε βιβλίο της κρύβονται χρόνια δουλειάς. Ερευνα, μελέτη, ταξίδια, περίσκεψη, προβληματισμοί, οδύνες, χαρές, εκπλήξεις ζωής. Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες της, τα μυθιστορήματά της, παίρνουν τον αναγνώστη από το χέρι και τον ταξιδεύουν σε τόπους και ψυχές, σε καταστάσεις και αιθέριες τρυφερότητες, σε ονειρικές φαντασίες και σε δύσβατα μοναχικά μονοπάτια, σε μύθους και σε ιστορικές ελληνικές στιγμές και πάνω απ΄όλα, σε μία λογοτεχνία ατόφια, σπάνιας επιμέλειας, εντιμότητας κι ευαισθησίας. Η Ρέα Γαλανάκη, τιμημένη δύο φορές με κρατικό βραβείο, μία με το μεγάλο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών ‘Ελένη και Κώστας Ουράνη’, με το βραβείο ‘Νίκος Καζαντζάκης’ του Δήμου Ηρακλείου και με το βραβείο αναγνωστών για το τελευταίο της βιβλίο ‘Αμίλητα, βαθειά νερά’ θα ψιθυρίσει στη διάρκεια της συνέντευξης ‘δεν ξέρω αν τα αξίζω κιόλας...’. Μιλά, άλλοτε χαμογελώντας μελένια κι άλλοτε χαρακώνοντας το πρόσωπό της, μεταλλάσσοντάς το σε σκληρό κρητικό τοπίο. Στριφογυρίζει συχνά πυκνά το δαχτυλίδι που της πέρασε στο δάχτυλο μία απόγονος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά, του ήρωά της στο ομώνυμο βιβλίο της, αρκετό καιρό μετά τη γραφή του, κι εγώ σκέφτομαι ‘να, ο αρραβώνας της με την τέχνη’. Γιατί δεν το βγάζει ποτέ από το χέρι της...

Κυρία Γαλανάκη, πώς αρχίσατε τη συγγραφική καριέρα σας; «Ξεκινώντας από την ποίηση, πέρασα σε δοκίμια, διηγήματα και στα πέντε μυθιστορήματά μου, που είναι μάλλον και τα πιο γνωστά. Αρχισα να δημοσιεύω λίγο αργά στη ζωή μου και αυτό πιστεύω ότι είναι καλό, γιατί είναι πιο ώριμη η δουλειά. Δεν μου αρέσουν οι βιαστικές κινήσεις ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη. Και στη ζωή τη βιασύνη την έχω πληρώσει, μερικές φορές».

Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που να διαπερνά όλα τα έργα σας; «Σε κάθε συγγραφέα υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων, μικρών και μεγάλων, που κάνουν το ύφος και τα βιβλία του αναγνωρίσιμα. Αλλά για τα δικά μου, δεν πρέπει να πω εγώ ποια είναι αυτά».

Εχω την εντύπωση ότι πάντα παίζει το στοιχείο της επιστροφής. «Είναι ένα μόνιμο μοτίβο, που δεν είναι μόνο δικό μου. Το βρίσκουμε στη μισή λογοτεχνία. Γιατί έχει πολύ ισχυρούς προγόνους από την έναρξη κιόλας του γραπτού λόγου. Και σε μένα υπάρχει, επειδή προφανώς με αφορά».

Με μία έξαρση ιδιαιτέρως συγκινησιακή, σε σας; «Μπορεί. Ο νόστος δεν είναι κάτι ψυχρό. Συγκινείται κάποιος που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μέσω του χρόνου και δεν τον βρίσκει. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επιστροφή. Κι όταν λέμε νόστος, επειδή ακριβώς είναι ένα βασικό λογοτεχνικό μοτίβο, δεν εννοούμε μόνο την επιστροφή σε ένα τόπο ή σε μια συγκεκριμένη παιδική ηλικία. Πάμε πολύ πιο πέρα, αγγίζουμε τα αρχέτυπα της ύπαρξής μας. Μη ξεχνάμε άλλωστε, ότι υπάρχουν δύο σχετικά θεμέλια στη λογοτεχνία: το ένα είναι ο χαμένος παράδεισος στην εβραϊκή λογοτεχνία και η Ιθάκη στην ελληνική. Μείζονα σχήματα, τα οποία λειτουργούν αρχετυπικά και συνεχίζουν να μας συγκινούν. Η ζωή μας δεν αποδεσμεύεται εύκολα από αυτά».

Κάπου αναφέρετε ότι ο νόστος μπορεί να οδηγεί στο θάνατο. «Ο νόστος που συνοδεύεται από την ύβρι, με την αρχαία σημασία. Οφείλω πολλά στις παλιότερες παρατηρήσεις του Δημήτρη Μαρωνίτη για τον ‘εναγή νόστο’στην Οδύσσεια. Ο νόστος που συνδέεται με το άγος, με την προσβολή στην πατρίδα, που τουλάχιστον στην Οδύσσεια έφερνε το θάνατο. Αλλά και κάθε νόστος μπορεί να φέρει το θάνατο. Είναι μια πολύ σκληρή δοκιμασία και διαρκεί ολόκληρη ζωή. Δεν υπάρχει τελικά ένα προσδιορισμένο τέλος, επιστρέφεις στον εαυτό σου προσπαθώντας να τον βρείς, επιστρέφεις στην ταυτότητά σου προσπαθώντας να την προσδιορίσεις. Επιστρέφεις και στις ρίζες της γραφής».

Εχετε ποτέ κλάψει γράφοντας; «Ναι, και πάντα στη δεύτερη και στην τρίτη γραφή, προσπαθώ να το ελέγξω. Για να μείνει η συγκίνηση χωρίς αναφυλλητό».

Και όταν ερευνάτε ένα θέμα; Είναι μία περίοδος συγχρόνως δύσκολη; «Πάρα πολύ δύσκολη, αλλά με γοητεύει. Ξεκινώντας από κάτι που φαίνεται γνωστό, καταλήγεις σε ένα άγνωστο. Ξεκινώντας από ένα ταμπού, καταλήγεις σε μία κρυμένη αλήθεια. Αποσιωποιημένη. Η έρευνα ανοίγει το μυαλό και μας δείχνει ότι δεν πρέπει να μένουμε στις κοινώς αποδεχτές και προκατασκευασμένες απόψεις, αλλά να προχωρούμε στο παρασκήνιο. Τις τελευταίες δεκαετίες οδηγούμαστε σε μια επανανακάλυψη του κόσμου, σε μία απομάγευση των μύθων, σε μία βαθύτερη σκέψη. Ολα αυτά έχουν μεγάλη σχέση με τη λογοτεχνία».

Σας γαλούχησαν οι μύθοι και ό,τι απορρέεει από αυτούς; «Μεγαλώνοντας στο Ηράκλειο ένοιωσα πολύ κοντά στο μύθο του Λαβυρίνθου και της Αριάδνης. Είχαν να κάνουν με μας. Πρόκειται για ένα μεγάλο ερωτικό πάθος ο μύθος της Αριάδνης, που οδηγεί στην απόσχιση από την οικογένεια, αλλά παράλληλα και στην εγκατάλειψη και στη μοναξιά. Για μένα, στα έργα μου, το κρίσιμο σημείο είναι η επαφή του μύθου με το ιστορικό γεγονός. Ή η μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος».

Γιατί κάνετε αυτή την αντιστροφή; «Επειδή ο μύθος είναι εξαιρετικός αλλά πολύ μακρινός, ενώ το ιστορικό γεγονός μας αφορά πιο πολύ. Από τη στιγμή που υπάρχει ιστορία, μπορούμε να βρούμε τα πατήματα των μύθων, την επαφή που βγάζει ηλεκτρικούς σπινθήρες. Να σας πω ένα ιστορικό μύθο: ότι στην Ανατολική Κρήτη δεν υπήρχε εμφύλιος. Εγώ αυτό μάθαινα, μεγαλώνοντας σε ένα βενιζελικό αστικό σπίτι. Ανακάλυψα όμως, ότι έγινε εμφύλιος, μα το αποσιωπούσε ο κόσμος. Και ήταν μεν σύντομος αλλά πολύ αιματηρός. Η αποσιώπηση είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται στη λήθη ακόμα και το όνομα ενός σπουδαίου ανθρώπου, αρχηγού του ΕΛΑΣ Ανατολικής Κρήτης και του Δημοκρατικού Στρατού αργότερα, του Γιάννη Ποδιά, για τον οποίον ακόμα δεν έχουμε καμία βιογραφία, εκτός από τις ύβρεις που έγραφαν οι αντίπαλοί του, το 1947. Να, πώς δημιουργείται ένας μύθος, μια παράδοση λαϊκή, που είναι όμως ιστορικό γεγονός».

Για το βιβλίο ‘Ο βίος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά’ που επανεκδόθηκε πρόσφατα, πώς σας ήρθε η ιδέα; «Είχα ακούσει την ιστορία αυτού του κρητικόπουλου που αιχμαλωτίστηκε, εξισλαμίστηκε κι έφτασε να γίνει αρχηγός του Στρατού στην Αίγυπτο, απο τον πατέρα μου που καταγόταν από το Ψυχρό, στο οροπέδιο Λασιθίου, από όπου καταγόταν και ο Ισμαήλ. Εκεί, η ύπαρξή του Ισμαήλ παραμένει ζωντανή ιστορία. Μου την είπε ο πατέρας μου, με συγκίνησε, ήμουν τότε 16 ετών, την κράτησα κι έφτασα κοντά στα 40 μου για να την κάνω μυθιστόρημα».

Ψάξατε πολύ για τα στοιχεία; «Τα στοιχεία ήταν περιορισμένα, ευτυχώς υπήρχε μία πολύ καλή μονογραφία ενός τοπικού λόγιου, του κυρίου Καραβαλάκη. Πήγα επίσης στην Αίγυπτο για να ανακαλύψω τα ίχνη του. Στο στρατιωτικό μουσείο του Καΐρου είχα μια έντονη συγκίνηση. Το μουσείο ήταν κλειστό και έπρεπε κάποιος να μας συνοδεύσει και μας είχαν απαγορεύσει να φωτογραφίσουμε. Οταν είδε τη συγκίνησή μου, είπε ‘φωτογραφίστε’, παρακούοντας τις εντολές των ανωτέρων του. Και παρόλο που έτρεμα, φωτογράφισα την προτομή του».

Είχε πολύ μελαγχολικό πρόσωπο. «Τι να πω εγώ που τον έχω πλάσει; Το πιο ενδιαφερόν είναι η εντυπωσιακή ομοιότητα με τον αδελφό του, που ήταν από τους μεγάλους ευεργέτες και ιδρυτές του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Τον είδα σε μια ελαιογραφία του ζωγράφου Δούκα που βρίσκεται στο γραφείο του πρυτάνεως, μερικά χρόνια μετά τη γραφή του μυθιστορήματος. Βλέπετε, αυτές οι ιστορίες δεν σταματάνε σε μια συγκεκριμένη αίσθηση, αλλά συνεχίζονται στο μέλλον».

Τι ρόλο παίζει η καταγωγή ενός συγγραφέα στη γραφή του; «Πολύ μεγάλο, κυρίως όταν ωριμάζει κανείς. Τουλάχιστον, έτσι έχει συμβεί με μένα. Δεν είναι όλα μου τα βιβλία για την Κρήτη, έχω δουλέψει και με τις Σπέτσες και με την Πάτρα, όπου έχω ζήσει πολλά χρόνια και την αγαπώ πολύ. Μ΄ενδιαφέρει, μπορώ να πω, ο διάλογος ανάμεσα σε περιφερειακές ισχυρές μονάδες και στο κέντρο των πραγμάτων, που είναι η Αθήνα».

Στην Κρήτη τα πράγματα είναι διαφορετικά. «Η Κρήτη έχει πολύ έντονη παράδοση, λόγω της ιστορίας της. Της μεγάλης διάρκειας της Βενετοκρατίας, αλλά και η Τουρκοκρατία εκεί συνεχίστηκε περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, κάτι που προφανώς διαμόρφωσε συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν θαυμάζουμε, όμως, την Κρήτη χωρίς επιφυλάξεις. Αντιθέτως, προσπαθώ να παρέμβω στην εύκολη, τουριστική πρόσληψή της και να εισχωρήσω βαθύτερα, δουλεύοντας πάνω στους άγραφους νόμους, στις συγκρούσεις, στις νοοτροπίες. Πρέπει να πω κάποια πράγματα, έχοντας ζήσει εκεί και ανήκοντας σε μια γενηά, η οποία ακούμπησε τόσο στον προφορικό πολιτισμό, όσο και στο σύγχρονο αστικό».

Αυτή την τουριστική εικόνα οι Κρήτες δεν τη φτιάχουν; «Ασφαλώς. Καλλιεργούν μια άσχημη εικόνα, όταν επικαλούνται δήθεν την τουρκοκρατία που είχαν όπλα, για να έχει ο καθένας από τρία καλάσνικωφ _έτσι λένε τουλάχιστον σε ορισμένους τόπους, όχι παντού_ και όλα αυτά δεν μου αρέσουν. Και το όπλο είναι ένα ανδρικό προνόμιο _εκτός των άλλων. Δεν έχω ακούσει για γυναίκες να έχουν όπλο. Αυτό δείχνει και μια διαστρωμάτωση εσωτερική στην αγροτική κυρίως οικογένεια και κοινωνία».

Είναι πολύ άνιση η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα; «Στο Ηράκλειο νομίζω δεν υφίσταται _από ανθρώπους τουλάχιστον καλλιεργημένους. Παρόλα αυτά έχω τρομάξει και με ορισμένους από την πόλη του Ηρακλείου για τις απίστευτες μεσαιωνικές τους αντιλήψεις, παρά την αστική τους επιφάνεια. Φαίνεται όμως, ότι σε ορισμένες οικογένειες και τόπους, αυτή η άνιση σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, υπάρχει».

Μήπως ένοιωθε εγκαταλειμένη από την Αθήνα η Κρήτη και όταν απέκτησε δύναμη και επάρκεια οδηγήθηκε σε μια ιδιότυπη συμπεριφορά; «Σε αυτές τις νοοτροπίες παίζει πάντα ρόλο και η οικονομική κατάσταση ενός τόπου και ο τρόπος που βγαίνουν τα λεφτά. Τα παραδείγματα που ακούστηκαν τελευταία στην Κρήτη είναι χαρακτηριστικά ως προς αυτό, η δε παρανομία δείχνει μία βίαιη μετάβαση από μία κοινωνική δομή στην άλλη. Αυτή η βίαιη μετάβαση τρέφει, εκτός των άλλων, το βαθύ συντηρητισμό κάποιων τοπικών κοινωνιών».

Οδηγούν και σε μια ανελευθερία έκφρασης; «Φυσικά! Αλλά η ανελευθερία έκφρασης είναι στο εποικοδόμημα. Τα φαινόμενα λογοκρισίας πληθαίνουν ραγδαία και είναι πολύ ανησυχητικό για τη λεγόμενη σήμερα δημοκρατική Ελλάδα».

Πού στηρίζετε αυτό που λέτε; «Πρόσφατα αποσύρθηκε το βραβευμένο βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου ‘Ζιγκ ζαγκ στις κερασιές’ από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Το κυριότερο είναι το σκεπτικό του δικαστή, που αντιστοιχούσε στις πιο συντηρητικές περί τέχνης και περί ζωής απόψεις και το ότι η δίωξη ξεκίνησε από ακροδεξιούς κύκλους. Είναι παρήγορο τουλάχιστον ότι κάποιοι υπογράψαμε ένα κείμενο διαμαρτυρίας. Η πολιτική εξουσία παίζει τα παιχνίδια της και μερικές φορές υποτάσσεται σε ένα λαϊκίστικο αίτημα λογοκρισίας. Το βρίσκω απαράδεκτο».

Υπάρχει επομένως, μια ασάφεια ως προς την αντιμετώπιση της τέχνης; «Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε καμία κοινωνία. Ολα συμφύρονται και δημιουργείται κάποια ανασφάλεια. Πίσω από τις δικαιολογίες ότι προσβάλλονται τα σύμβολα του έθνους και της θρησκείας ή παραβιάζεται η εθνική συνείδηση ή η πολιτική ορθότητα _πρόσφατο παράδειγμα το βιβλίο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης για τον διαπρεπή μαθηματικό Κ. Καραθεοδωρή_, υπάρχει μία εξαιρετικά μυωπική αντίληψη για την ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Εκεί φαίνεται τι σημαίνει σήμερα Ευρώπη και δημοκρατική χώρα μέσα στην Ευρώπη».

Εσεις έχετε νοιώσει ποτέ λογοκριμένη; «Να σας το πω αλλιώς. Νομίζω ότι επειδή δεν λογόκρινα κάποια νέα στοιχεία που άλλαζαν την επικρατούσα άποψη για ένα ιστορικό γεγονός, βρέθηκα αντιμέτωπη με μια συκοφαντική εκστρατεία. Εμμεση λογοκρισία ήταν επίσης, ότι έγιναν πολλές προσπάθειες να ακυρωθούν προγραμματισμένες παρουσιάσεις, να επηρεαστούν εναντίον μου ομιλητές, να απειληθούν έως και επεισόδια σε διάφορες εκδηλώσεις. Μιλάμε για μια κοινωνική λογοκρισία, η οποία παράγεται μέσα από ένα συγκεκριμένο αναχρονιστικό σύστημα νοοτροπιών και ιδεών. Και όλα αυτά είναι, προφανώς, άτυπα».

Τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης; «Με ανησυχεί πολύ το φαινόμενο και στην Ευρώπη, μετά τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ στη Δανία και το σάλο που σηκώθηκε. Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε την επόμενη ημέρα, όλες οι ευρωπαϊκές εφημερίδες να τα αναδημοσιεύσουν. Εφόσον ζει κανείς στην Ευρώπη, οφείλει να σέβεται τους ιδρυτικούς κοινωνικούς κανόνες της, οι οποίοι μιλούν για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, μέσα πάντα στα συνταγματικά πλαίσια κάθε κράτους. Και δεν νομίζω ότι κάθε θρησκευόμενος μουσουλμάνος είναι φανατικός, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά το θέμα είναι ότι παίζονται πολιτικά παιχνίδια που εκφράζουν συγκεκριμένες κι επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων. Δεν λύνονται τα προβλήματα με το φανατισμό και την προσπάθεια διχασμού».

Από την άλλη, έχουμε την απίστευτη ελευθερία του Ιντερνετ όπου μπορείς να κατεβάσεις τα πάντα. «Αυτό δεν αφορά όλη την κοινωνία, καθώς δεν νοείται κοινωνία χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις της. Είναι ένα καζάνι που βράζει. Από την άλλη, στα μπλόγκ κάποιοι γράφουν τη γνώμη τους ανώνυμα ή ψευδώνυμα και αυτό είναι έκφραση θρασυδειλίας. Οπως επίσης πιστεύω ότι για να κρίνεις ένα βιβλίο πρέπει να το έχεις διαβάσει. Εχουμε παραδείγματα κριτικών που επαίρονται κατ΄ιδίαν ότι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το οποίο γράφουν κριτική και μάλιστα λιβέλλους».

Η σωστή κριτική βοηθά; «Πάρα πολύ. Οι καλοί κριτικοί επικοινωνούν με το βιβλίο, συστηματοποιούν τα πράγματα, αλλά είναι ελάχιστοι αυτοί. Ενα χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ο καθένας ανώδυνα και ανεπαίσχυντα θεωρεί τον εαυτό του είτε συγγραφέα είτε κριτικό. Και το να γράφεις ένα βιβλίο, είναι δικαίωμά σου, μπορεί νάναι και η ‘τρέλα’ σου. Το να θεωρείς, όμως, τον εαυτό σου κριτικό είναι χειρότερο, γιατί είναι μία δευτερογενής δουλειά και μια άσκηση εξουσίας. Και κάθε κριτικός δεν μπορεί να συνομιλήσει με το κάθε έργο. Πρέπει το μήκος κύματος του συγγραφέα και του κριτικού κάπως να συμπίπτουν. Μπορεί, λόγου χάρη, ένας κριτικός να μην έχει καμία ιστορική γνώση και να μη μπορεί να καταλάβει ένα έργο που στηρίζεται στην ιστορία».

Μια που μιλήσαμε για την Ευρώπη, τι σκέφτεστε για την ονομασία της Fyrom; «Δεν έχω άποψη συγκεκριμένη αλλά το όνομα υπάρχει ιστορικά. Αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Κακώς άνοιξε το θέμα, δεν έπρεπε, ας βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Προφανώς είμαι κατά κάθε φανατικής εκδήλωσης, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται».

Από όσα μου έχετε πει, αποκομίζω την εντύπωση ότι αγαπάτε πολύ αυτόν τον γεωγραφικό αλλά και τον ανθρώπινο τόπο, που λέγεται Ελλάδα. Με ό,τι συνεπάγεται. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω μεγάλα διαστήματα εκτός. Στη δικτατορία, όταν είχα πάρει το πτυχίο και θα το μπορούσα, ήμουν χαρακτηρισμένη και δεν είχα διαβατήριο. Αργότερα, έμεινα ένα σχεδόν χρόνο στη Νέα Υόρκη, με τον Ηλία Κούβελα, τον άντρα μου. Την αγαπώ πάρα πολύ την Ελλάδα, αλλά ‘αγαπώ’ δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή. Σημαίνει αναζήτηση και δύσκολες ισορροπίες».

Εχετε νοιώσει ποτέ, ξένη σε αυτή τη χώρα; «Κάθε ευαίσθητος Ελληνας θα έχει νοιώσει ξένος και όχι μόνο για μια στιγμή...».

Και θυμωμένη; «Φυσικά. Τελευταία είχε γίνει και η σιωπηρή διαδήλωση ανθρώπων της τέχνης προς το υπουργείο Πολιτισμού, κάτω από τον τίτλο ‘Θυμωμένη Τέχνη’. Θυμωμένη ήμουν κυρίως μέσα στη δικτατορία. Πρέπει να βάζουμε δύσκολα ερωτήματα για να εξάγουμε κι ένα βαθύτερο συμπέρασμα, ακόμα και περί θυμού».

Διαβάζοντας βιογραφικά στοιχεία σας, σταματώ σε δύο: αγώνας κατά της δικτατορίας και, δυο φορές απαχθείσα. «Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, πιάστηκα από την Ασφάλεια δυο φορές, άλλοι άνθρωποι υπέστησαν απείρως περισσότερα. Συμμετείχα σε πλήθος αντιδικτατορικών πράξεων, αλλά κυρίως συμμετείχα μέσω άρθρων, εκδηλώσεων, υπογραφών... Το γεγονός ότι ο τότε σύζυγός μου, Νίκος Γιανναδάκης, ήταν πολιτικός κρατούμενος ως ταγός του Ρήγα Φεραίου, της πρώτης φοιτητικής αντιδικτατορικής οργάνωσης, δεν μου επέτρεπε και περισσότερα. Οσο για τις απαγωγές, ναι, κλεφτήκαμε με τον Νίκο Γιανναδάκη, το γνωστό και αργότερα διαπρεπή έφορο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης στο Ηράκλειο, που πέθανε το 1998. Εμεινε στη φυλακή πεντέμιση χρόνια. Χωρίσαμε μετά την αποφυλάκισή του, αλλά μείναμε φίλοι».

Και πώς έγιναν οι απαγωγές; «Οταν έγινε η δικτατορία ήμασταν φοιτητές και οι δυο. Θέλαμε να παντρευτούμε, οι γονείς μου δεν το επέτρεπαν, γι αυτό έγινε η πρώτη απαγωγή στην Αθήνα_βλέπετε πώς λειτουργούσαν τα στερεότυπα ακόμα στη δική μας τη γενηά, επειδή βγαίναμε κι εμείς από εποχές άλλες. Τελικά, μας έπεισαν οι δικοί μου να κατεβούμε στην Κρήτη και να μας στεφανώσουν, αλλά, αντί γι αυτό, άρχισαν τα αντικομμουνιστικά κυρήγματα. Ετσι, ξανακλεφτήκαμε και στεφανωθήκαμε».

Μια ζωή με πάθη; «Πάθη που ευτυχώς ήταν και είναι πολλά. Πάθος για τη ζωή, για τη δημιουργία, αλλιώς κανείς νεκρώνεται. Παθιάζομαι, λόγου χάρη, όταν βρίσκω τα πρόσωπα παλαιών ανθρώπων, για τους οποίους γράφω. Και τα κρατώ στο γραφείο μου. Το πρόσωπο είναι ένα τοπίο, έχει διάσταση χωρική».

Και με φόβους; «Φοβίες έχουμε όλοι. Ο φόβος παλεύεται. Στη δικτατορία που έπρεπε να δουλέψω κάποτε παράνομα το βράδυ και φοβόμουν, είπα ότι θα τον πολεμήσω το φόβο μου και ήταν εμπειρία σημαντική. Ο φόβος είναι κάτι με το οποίο συνομιλείς. Και στο θάνατο πρέπει να φτάσει συμφιλιωμένος, αν είσαι ευδαίμων και δεν έχεις μείνει στη μέση».

Ο θάνατος δεν είναι πιο κοντά στη ψυχολογία της γυναίκας; «Είναι διαφορετική η ιδέα του θανάτου, τουλάχιστον παραδοσιακά, στον άντρα και στη γυναίκα. Ο άντρας είχε συχνά το θάνατο στη μάχη, το θάνατο των όπλων, που είναι συγκρουσιακός, εξωστρεφής, δημόσιος, ηρωϊκός. Η γυναίκα ασχολιόταν μέσα στο σπίτι με τον ασθενή και με τις τελετουργίες του θανάτου, με τον εσωστρεφή και συχνά γαλήνιο θάνατο άλλων, ή το δικό της, τον αντιηρωικό θάνατο. Γι αυτό και είμαστε πιο συμφιλιωμένες οι γυναίκες με ολόκληρο τον κύκλο της ζωής».
ΒΗΜagazino, τ. 405, σελ. 26-32, 20/7/2008

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Δημήτρης Αλεξίου Συγγραφέας του μήνα


1. Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσης;
Από την στιγμή που εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για το νησί μου, τη Σκύρο. Να μυρίζει αλμύρα, βρεγμένη άμμο και θυμάρι. Κάτι σαν προσωπικό μου τάμα. Να ξυπνάει θύμησες από τα παιδικά μου καλοκαίρια αλλά να με δένει με το νησί στο παρόν και στο μέλλον. Διάλεξα σαν χρονική στιγμή το πραγματικό γεγονός του σεισμού του 2001, γιατί το έζησα εκεί και πάντα μ’ έκανε να αναρωτιέμαι τι μπορεί να κάνει τη γη να ξυπνήσει φωνάζοντας στις 3 η ώρα τα ξημερώματα.

2. Πόσο εύκολη είναι η συγγραφή;
Δεν υπάρχει τίποτα που να σε πονάει και να σε τρώει από μέσα που να είναι εύκολο. Έχει αγωνίες και απογοητεύσεις, δυσκολίες και εμπόδια λόγω έλλειψης χρόνου. Αλλά έχει και έξαψη και χαρά και απίστευτη δύναμη. Γι’ αυτό κάθε φορά θέλεις να το ξαναζήσεις σχεδόν σα ναρκομανής που του λείπει η δόση του.

3. Συνεχίζουν οι ήρωες του βιβλίου να υπάρχουν; Σκέφτεσαι άραγε κάποια φορά για το ποια θα μπορούσε να είναι η συνέχεια της πορείας τους;
Για να πω την αλήθεια στο «Αλάτι κόκκινο» είναι η μόνη φορά που μπήκα σε αυτόν τον πειρασμό. Ίσως επειδή η χρονική διάρκεια της υπόθεσης του βιβλίου είναι πολύ μικρή – μόλις δύο εβδομάδες- , ίσως επειδή το χρονικό γεγονός του σεισμού είναι πραγματικό και το έχω ζήσει και εγώ, πέρασε από το μυαλό μου σαν σκέψη που να βρίσκονται άρα οι ήρωες σήμερα. Περίπου σαν μία καλοκαιρινή γνωριμία ή ένα καλοκαιρινό έρωτα που τον σκέφτεσαι καμιά φορά κι αναρωτιέσαι…

4. Θα άλλαζες κάτι στην ιστορία του βιβλίου αν μπορούσες;
Αν απαντούσα σε αυτήν την ερώτηση σε δέκα χρόνια ίσως… Τώρα το νεογέννητο είναι όπως για κάθε γονιό το παιδί του: τέλειο ακόμα και με τα ελαττώματά του.

5. Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που έδωσες να το διαβάσει, χειρόγραφο κιόλας;
Η γυναίκα μου για να κρατάω τις παραδόσεις που μου αρέσουν. Και απολαμβάνω να τη βλέπω να αρνείται ότι το έχει διαβάσει σε όλους τους φίλους και συγγενείς για να μην αναγκαστεί να μαρτυρήσει κάτι που δε θα ήθελα.

6. Τι αισθάνθηκες όταν κράτησες για πρώτη φορά στα χέρια σου τυπωμένο το έργο σου;
Ότι και όταν πρωταντίκρυσα τα δύο παιδιά μου και τα δύο προηγούμενα βιβλία: Χαρά, συγκίνηση και μία κρυφή ανησυχία για το τι τους επιφυλάσσει η ζωή εκεί έξω.

7. Σχεδιάζεις ήδη το επόμενό σου βιβλίο;
Όχι. Προσπαθώ να ζω τη ζωή και την καθημερινότητά μου και να εξελίσσω όσο γίνεται τον εαυτό μου προς αυτό που είναι να γίνει. Απ’ αυτό θα προκύψει – αν προκύψει- το επόμενο βιβλίο.

8. Ποιο είναι το αγαπημένο σου βιβλίο;
Πολλά. Και ίσως άλλο επηρεάζει σε κάθε φάση τη ζωή μας περισσότερο. Τον τελευταίο καιρό με διακατέχει η μελαγχολία όσο και η ανάταση του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου. Ελπίζω να μην το πουν ποτέ τα παιδιά μου και κυρίως να μην το ζήσουν.

9. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διάβασες;
Το «Πως τελειώνει ο κόσμος» της εξαιρετικά ταλαντούχας φίλης μου Μαρίας Ξυλούρη από τις εκδόσεις Καλέντη.

10. Περιέγραψε τον εαυτό σου με δέκα επίθετα.
Προτιμώ πάντα τα ουσιαστικά από τα επίθετα. Πατέρας, σύζυγος, δικηγόρος, χορευτής, φίλος, νονός, bookcrosser. Περιγράφουν καλύτερα τις ιδιότητες μου από κάθε επίθετο.

11. Ποιες είναι οι σκέψεις σου στο άκουσμα των λέξεων, Εκδόσεις Διόπτρα (χωρίς λογοκρισία).
Δεν μπορώ να μιλήσω για το νομικό πρόσωπο. Πίσω από τον τίτλο αυτό υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί, που με έχουν στηρίξει, έχουν πιστέψει σε εμένα και έχουμε διαπροσωπική σχέση. Για μένα η Διόπτρα είναι οι άνθρωποι αυτοί, που τους αισθάνομαι οικογένεια και φίλους. Αν έλειπαν αυτοί δε θα ήταν η Διόπτρα που ξέρω και αγαπώ.

12. Ποιο είναι το αγαπημένο σου παιγνίδι;
Είναι ένα παιχνίδι που παίζω με παιδιά σχολείων και είναι ένας διασκεδαστικός και διαδραστικός τρόπος δημιουργικής γραφής. Λέγεται «λεξικό» και ο κάθε ένας καλείται να δώσει μία δική του ερμηνεία, ετυμολογία ή παράδειγμα σε μία λέξη την οποία δε γνωρίζει.

13. Χρώμα;
Όλα τα χρώματα είναι ωραία στο κατάλληλο αντικείμενο και για τον κατάλληλο σκοπό. Μ' αρέσει το μπλε της θάλασσας αλλά θα ήταν καταθλιπτικό σ' έναν τοίχο ενός μικρού δωματίου.

14. Φαγητό;
Πολύ δυστυχώς!

15. Λέξη;
Εύκολο! Μπαμπά. Μπορώ να το ακούω συνέχεια και ευτυχώς το ακούω κιόλας!

16. Ιστορική περίοδος;
Τα νέα ξεκινήματα και οι ελπίδες που κρύβουν. Η περίοδος Καποδίστρια, η μεταπολίτευση. Μόνο για να μπορείς να προσφέρεις.

17. Ήρωας;
Οι άνθρωποι γύρω μας. Όλοι κρύβουν έναν ήρωα μέσα τους. Η δουλειά της λογοτεχνίας είναι ακριβώς να τους αναδείξει μέσα από αδιάφορους και κοινούς ανθρώπους. Θα εκπλαγείτε με το τι μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος.

18. Τι λατρεύεις στη ζωή;
Τις αντιθέσεις της. Τη μεγαλύτερη ευτυχία που μπορεί να συνυπάρχει με τη μεγαλύτερη θλίψη. Δεν υπάρχει κάτι πιο μαγικό.

19. Κάτι άλλο που θα ήθελες να προσθέσεις;
Μόνο ένα ευχαριστώ. Πάντοτε απευθυντέο!
 

http://www.dioptra.gr

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Γιώργος Λίλλης


alt
Συνέντευξη στον Νίκο Κουρμουλή
Ο Γιώργος Λίλλης στο πρώτο του μυθιστόρημα («Ίχνη στο Χιόνι», εκδ. Μεταίχμιο) ύστερα από μια σειρά ποιητικών συλλογών, καταπιάνεται με την ιστορική μνήμη του Εμφυλίου. Τα πρόσωπα, οι τόποι, το αίμα και ο διχασμός. Μια βαθιά πληγή που ακόμη δεν έχει γιατρευτεί. Με λόγο κοφτό, ρευστό και εξόχως αναπαραστατικό μας βυθίζει στο σκληρό οδοιπορικό των ηρώων του. Στη συζήτηση που ακολουθεί, ξετυλίγει τις σκέψεις του.
Πώς προέκυψε θεματικά τουλάχιστον να ασχοληθείς με την περίοδο του εμφυλίου και πόσο χρόνο σου πήρε η γραφή;
Το 1992 σ΄ ένα ταξίδι μου στην ορεινή Αιτωλία γνώρισα τον ήρωα του μυθιστορήματος, τον Περικλή. Με φιλοξένησε και όπως είχαμε καθίσει κοντά στο τζάκι, όπως στα παραμύθια, μου αφηγήθηκε ότι οι γονείς του δολοφονήθηκαν από τους άντρες του Εθνικού στρατού και πως φυγαδεύτηκε με τους αντάρτες στα βουνά της Ευρυτανίας. Από εκείνη την μέρα ξεκίνησαν όλα. Τότε δεν γνώριζα ότι κάποτε θα έγραφα ένα μυθιστόρημα εξαιτίας εκείνης της αφήγησης. Η ιδέα ήρθε πολύ αργότερα, το 2009. Βρισκόμουν σ΄ ένα μεταβατικό στάδιο, μόλις είχε εκδοθεί η ποιητική μου συλλογή Τα Όρια του λαβύρινθου και δεν μπορούσα να γράψω άλλο ποίηση για τον λόγο ότι δεν ήθελα να επαναλαμβάνομαι. Έτσι άρχισα να γράφω, διστακτικά στην αρχή και με πολλές αμφιβολίες το πρώτο μου μυθιστόρημα.
Οι μνήμες του εμφυλίου, τώρα αναζωπυρώνονται. Όσο και αν προσπαθήσαμε τελικά, δεν χωράνε οι πληγές εκείνης της περίοδου κάτω από το χαλί;
Ανήκω στη νεότερη γενιά και οι αποστάσεις είναι αυτονόητες. Μελετώντας όμως τα ιστορικά γεγονότα διαπίστωσα πόσο αμφιλεγόμενη ήταν εκείνη η περίοδος. Κατά την γνώμη μου, είναι σημαντικό να εστιάζουμε την προσοχή μας σε παρόμοια οριακά συμβάντα. Διανύουμε μια δύσκολη περίοδο και οι ακρότητες μπορούν εύκολα να δημιουργήσουν αντιπαραθέσεις τέτοιες, ώστε ν΄ ανθίσουν ξανά πολιτικά μίση και διχόνοιες. Ας παρατηρήσουμε ψύχραιμοι την πορεία μας στο χρόνο. Αυτό είναι το δίδαγμα που αποκόμισα διαβάζοντας και ρωτώντας αυτόπτες μάρτυρες για τον εμφύλιο, ειδικά τώρα, όπου τα πολιτικά και οικονομικά πρότυπα αλλάζουν με γρήγορους ρυθμούς καθώς βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μεγάλων κοινωνικών αλλαγών.
Ο Εμφύλιος ήταν η πρώτη πράξη του Ψυχρού Πολέμου γράφεις. Η πολιτική ιστορία της χώρας βρίσκεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου.
Τα πραγματικά αίτια του εμφυλίου οφείλονταν στην αντιπαράθεση των μεγάλων δυνάμεων, της Αμερικής και της Σοβιετικής ένωσης. Η δυνατότητα της Αμερικής να ηγηθεί των δυτικών χωρών ήταν άμεσα συναρτημένη με τη δυνατότητά της να προσφέρει μαζική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Αντίστοιχα, φορέας ελπίδων για την οικοδόμηση ενός εναλλακτικού, σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη αναδεικνυόταν η Σοβιετική Ένωση. Γι΄ αυτό αναφέρω ότι ο εμφύλιος ήταν η πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου. Η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης βρέθηκε στο μέσο αυτών των πολιτικών συγκρούσεων.
Περιγράφεις τους αντάρτες του ΕΛΑΣ σαν ατάκτους (που θα έλεγε και ο Χαριτόπουλος) χωρικούς, που κατείχαν ελάχιστα από μαρξισμό. Ανθρώπους της φωτιάς. Απολύτως σωστή παρατήρηση, αλλά για δεκαετίες επισήμως άλλα λέγονταν...
Υπήρχαν και μορφωμένοι αντάρτες, πολιτικοποιημένοι και με άποψη, αλλά οι περισσότεροι ανέβηκαν στο βουνό από ανάγκη. Ήταν απλοί άνθρωποι που έβλεπαν καθημερινά τον κλοιό να σφίγγει από τους Γερμανούς. Πολλοί που ενεπλάκησαν αργότερα στον εμφύλιο δεν είχαν ιδέα από μαρξισμό. Τα γεγονότα συνέβησαν τόσο γρήγορα που από ήρωες της αντίστασης έγιναν προδότες και επικηρυγμένοι.
Πέρα από την πλοκή, διαθέτεις χρόνο και φροντίδα στην περιγραφή του ορεινού τοπίου.
Μου αρέσουν πολύ τα βουνά. Παλιότερα, όπως ανέφερα παραπάνω, έκανα πολλά ταξίδια, ανακαλύπτοντας την ορεινή Ελλάδα και ειδικά την Ευρυτανία. Μαγικός τόπος. Πανέμορφος. Όταν άρχισα να γράφω το βιβλίο έκανα την ίδια διαδρομή που ακολούθησε και ο Περικλής για να μπορώ να βιώσω κι εγώ τα ίδια αισθήματα που ένιωθε κι εκείνος. Σαν ένα ταξίδι στον χώρο και το χρόνο.
altΈχεις γεννηθεί στη Γερμανία. Τι είναι πατρίδα για σένα.
Οι γονείς μου κατάγονται από ένα μικρό χωριό του Αγρινίου, την Γουριώτισσα, κοντά στον ποταμό Αχελώο. Είχαν μεταναστεύσει στη Γερμανία, στο Μπίλεφελντ, όπου εργάστηκαν όπως όλοι οι γκάσταρμπαϊτερ τότε σε φάμπρικες. Όταν γεννήθηκα με έστειλαν στην Ελλάδα και με μεγάλωσε η γιαγιά μου. Όταν επέστρεψαν μείναμε στα Ιλίσια. Όταν έγινα 12 χρονών φύγαμε για το Αγρίνιο όπου έζησα μέχρι τα 22 μου και μετά, εντελώς τυχαία, βρέθηκα πάλι στο Μπίλεφελντ, όπου ζω 16 χρόνια. Σαν να έκλεισε ένας κύκλος. Για μένα πατρίδα είναι κάτι που κουβαλά ο καθένας μέσα του. Μπορεί να είναι οι άνθρωποι ή ένας τόπος που έχεις συνδεθεί συναισθηματικά μαζί του. Κρατώ τα παιδικά μου χρόνια στα Άνω Ιλίσια, το διαμέρισμα που το πούλησε ο πατέρας μου, αλλά κάθε φορά που είμαι Αθήνα πάω και το βλέπω, λες και προσκυνώ ένα δικό μου προσωπικό μνημείο. Νιώθω μια οικειότητα με το άλσος της Πανεπιστημιούπολης όπως και με το πατρικό μου στο Αγρίνιο, το πρώτο δημοτικό σχολείο Αγρινίου, τους συμμαθητές, τους φίλους της εφηβείας. Θέλω να πω πως υπάρχει μια αίσθηση νοσταλγίας, επειδή δεν έζησα σ΄ ένα μέρος. Ίσως γι΄ αυτό το λόγο η έννοια πατρίδα δεν είναι για μένα μια συγκεκριμένη εθνικότητα, ή μια χώρα, αλλά πολλές εικόνες, πολλές μνήμες, πολλοί τόποι.
Αν ο φοιτητής είναι το "μάτι" της σημερινής εποχής στο τότε, τι βλέπει πραγματικά;
Βλέπει πως και τότε, όπως και σήμερα οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει από τα λάθη τους. Πως η ζωή είναι ένα ολέθριο τέχνασμα, όπως λέει και ο Νίτσε.
Οι ήρωες του παρελθόντος έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα από τους πολέμους. Ο ήρωας του σήμερα που γεννήθηκε έν ειρήνη, προσπαθεί να στοχαστεί πάνω στην Ιστορία ή κάτι άλλο;
Ο φοιτητής στο ταξίδι που κάνει μαζί με τον ηλικιωμένο πια Περικλή στα μέρη που μεγάλωσε, ανακαλύπτει πως πέρα από την μυθική διάσταση που παίρνουν οι αφηγήσεις του συνοδοιπόρου του στο άκουσμά τους, δεν είναι μόνο απλές αφηγήσεις, αλλά η ίδια η ιστορία που εξελίσσεται μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Η βια, η απώλεια και ο πόνος, τον κάνουν να συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστα ζούμε. Είναι μια σπουδή με επίκεντρο τις ανθρώπινες σχέσεις. Υπαρξιακά πλέον ερωτήματα αρχίζουν να τον απασχολούν, μιας και ξεφεύγει από την θεωρητική πλευρά του θέματος, όπως το είχε εξετάσει μέχρι πρότινος για το διδακτορικό του. Η ζωή του Περικλή θα τον βοηθήσει να αναθεωρήσει και την δική του ζωή.
Πως ήταν το πέρασμα για σένα από την ποίηση στον πεζό λόγο;
Το μυθιστόρημα έχει μια εντελώς διαφορετική διαδικασία στο γράψιμο. Πρέπει να δημιουργήσεις τους ήρωες, ένα σκηνικό, μια πλοκή. Στην ποίηση λειτουργώ καθαρά αισθαντικά. Κάθομαι και γράφω χωρίς να έχω σχεδιάσει τι θα γράψω. Φυσικά το ποίημα μετά από την πρώτη γραφή θέλει επεξεργασία που μπορεί να κρατήσει χρόνια. Χρειάζεται η απόσταση του χρόνου για να το δεις σαν τρίτος, μιας και είναι κάτι πολύ προσωπικό. Τα Όρια του λαβύρινθου για παράδειγμα τα δούλευα εφτά χρόνια. Ενώ το μυθιστόρημα χρειάστηκε λιγότερο χρόνο. Θεωρώ την ποίηση πολύ πιο απαιτητική από τον πεζό λόγο γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με όλα αυτά που αισθάνεσαι και που δεν τα έχεις συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν παρά μόνο όταν τα έχεις καταγράψει.
Ακολουθείς τον ρεαλιστικό τρόπο γραφής, ποιητικός και τραχύς με γρήγορους ρυθμούς. Πως κατέληξες εκεί;
Η πρόθεσή μου ήταν να διαβάζεται απνευστί. Επειδή μ΄ αρέσει πολύ ο κινηματογράφος, έχω προφανώς επηρεαστεί. Γι΄ αυτό και ο άμεσος τρόπος γραφής και το σπασπένς. Από την άλλη, η ποιητική γραφή έρχεται σε αντίθεση με τον ρεαλισμό, πράγμα που δημιουργεί στον αναγνώστη μια παράξενη αντιφατική διάθεση.
Στις σελίδες σου η Ελλάδα είναι μια θλιμμένη, αιματοβαμμένη, ρομαντική, ρωμαλέα και γιορτινή πολιτεία. Ένας τόπος γεμάτος αντιφάσεις. Πες μας γι'αυτό.
Η Ελλάδα ήταν πάντα μια θλιμμένη και συγχρόνως ρομαντική πολιτεία. Η αντίφαση αυτή είναι το αναγνωριστικό της γνώρισμα. Λειτουργούμε περισσότερο με το συναίσθημα. Και δεν τον θεωρώ αυτό κατ΄ ανάγκη ελάττωμα. Απλώς μερικές φορές αυτός ο αυθορμητισμός μας έχει οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις. Αν αναλογιστεί κανείς τι έχει περάσει αυτός ο λαός τα τελευταία εκατό χρόνια, απορεί πραγματικά πως τα κατάφερε να επιβιώσει μέσα από τόσες αντίξοες συνθήκες.
Πώς είναι ένας νέος άνθρωπος σαν και σένα να δημιουργεί, σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα και την Ευρώπη γενικότερα.
Με θλίβει το γεγονός ότι χάθηκαν οι αξίες ανάμεσά μας. Που στο βωμό του κέρδους θυσιάσαμε την αισθαντικότητά μας. Το να γράφει κάποιος σε μια εποχή όπου όλα είναι τόσο μετέωρα έρχεται αντιμέτωπος με το περιβάλλον του και με τον εαυτό του. Αναγκάζομαι να βγω από το χρυσελεφάντινο κουτί, αντικρίζοντας τον κόσμο μου, προσπαθώντας να τον εξηγήσω. Ένα αυστηρό παιχνίδι αυτογνωσίας. Δεν είναι εύκολο να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις πράξεις μας, αλλά τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, είναι σημαντικό. Διανύουμε μια περίοδο ηθικής κρίσης και είμαστε υποχρεωμένοι να αναθεωρήσουμε πολλές πτυχές της ζωής μας για να προχωρήσουμε.
Τελικά ζεις για τους ήρωές σου ή εκείνοι ζουν τη ζωή σου;
Δεν ζω τη ζωή τους ούτε εκείνοι ζουν την δική μου. Αν ζούσαν την ζωή μου θα ήταν ένα βαρετό μυθιστόρημα. Αν ζούσα τη ζωής τους δεν θα έγραφα. Καλύτερα λοιπόν να κρατάμε αποστάσεις έτσι ώστε να συνυπάρχουμε.


H συγγραφέας Nατάσα Γκουτζικίδου

Natasa Goutzikidou
H Nατάσα Γκουτζικίδου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα, όπου κατοικεί με την οικογένειά της, και κατάγεται από το Διδυμότειχο Έβρου. Είναι απόφοιτη του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Πάνω από όλα όμως είναι μία νέα κοπέλα, ένας ευγενής άνθρωπος, μία εξαιρετική προσωπικότητα, που έχω σήμερα την τιμή να φιλοξενώ στη σελίδα μου. Πάντα εξάλλου θαυμάζω τους ανθρώπους, που μέσα από τα γραπτά τους, αποτυπώνουν σκέψεις και συναισθήματα. Το θεωρώ θείο χάρισμα.
Είναι μύθος ή πραγματικότητα ότι μετά την  κρίση οι άνθρωποι σιγά σιγά αποκτούν διαφορετικό αισθητικό κριτήριο;
Νομίζω πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να αποδεχτούν την κριτική και ως εκ τούτου, την απορρίπτουν και άλλοι, που την κρατούν, την επεξεργάζονται και αποκτούν πράγματι αυτό το διαφορετικό αισθητήριο κριτήριο, που τους κάνει πιο προσεχτικούς στο επόμενο βήμα τους. Με άλλα λόγια, είναι οι κερδισμένοι της υπόθεσης.
Από που αντλείτε την έμπνευση για τα βιβλία σας;
Θεωρώ πως έμπνευση είναι η ίδια η ζωή, γι' αυτό και το ερέθισμα κάθε φορά είναι διαφορετικό. Είναι ένα τραγούδι, μια εικόνα, μια παλιά φωτογραφία, ένα συναίσθημα, μια βόλτα στη θάλασσα ή μια συζήτηση με ένα αγαπημένο πρόσωπο.  Έμπνευση  είναι η χαρά και ο πόνος, η λύπη ή η στεναχώρια. 
 Ακόμη και ο πρωτόγονος άνθρωπος ενδιαφερόταν για την ευκοσμία και το ωραίο. Την ομορφιά της ζωής ο άνθρωπος την αναζητούσε πάντοτε. Εσείς, που την αναζητάτε και ποιες απαιτήσεις σας εκπληρώνει;
Για μένα, η ομορφιά είναι έννοια με υποκειμενικό χαρακτήρα. Πιστεύω πως βρίσκεται παντού γύρω μας, αρκεί να έχει κανείς τη διάθεση να τη δει. Βρίσκεται σε ένα λουλούδι που ανθίζει, στο γαλάζιο της θάλασσας, στο μπλε του ουρανού, στα παιδιά που παίζουν ανέμελα στο δρόμο. Ακόμα και στις τσιμεντένιες πόλεις όπου ζούμε, υπάρχει πάντα κάτι όμορφο.  Η ομορφιά στον κόσμο με κάνει να χαμογελάω, μα κυρίως να ελπίζω πως τίποτα δεν χάθηκε.
Κάθε πρωί που ξυπνάτε τι βλέπετε έξω από το παράθυρό σας;
Έχω την τύχη να αντικρίζω μια πραγματικά όμορφη εικόνα. Το σπίτι μου 'βλέπει' σε χωράφια, μάλλον από τα τελευταία που υπάρχουν ακόμα στην πόλη. Έτσι πολλά πρωινά, ιδίως όταν επιβάλλεται να ξυπνήσω πολύ νωρίς, τα βλέπω λουσμένα με το φως της ανατολής. Πολλές φορές μάλιστα, όταν πετυχαίνω την ώρα του ποτίσματος, νιώθω τη δροσιά του νερού στο παράθυρό μου. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, το νιώθω ευλογία, δεδομένου ότι ζούμε σε μια πόλη όπου όλα κινούνται με έντονους ρυθμούς και το γκρίζο τείνει να αντικαταστήσει τα άλλα χρώματα.
Ποιο είναι το τελευταίο σας βιβλίο και τι πραγματεύεται;
Το τελευταίο μου βιβλίο φέρει τον τίτλο 'Θυμήσου πόσα μου χάρισες...' Είναι η ιστορία μιας νεαρής γυναίκας, της Μελίνας Μεταξά, η οποία μετά από μια τραυματική εμπειρία αποφασίζει να επιστρέψει στο ψαροχώρι όπου περνούσε τα παιδικά της χρόνια μαζί με την οικογένειά της. Ένας παλιός πέτρινος φάρος θα βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής και με αφορμή αυτόν, μια σειρά από μυστικά θα ξεδιπλωθούν ανατρέποντας τη ζωή της ηρωίδας για ακόμη μία φορά.
Αν ο κόσμος διάβαζε περισσότερο θα σκεφτόταν καλύτερα ή αν σκεφτόταν καλύτερα θα διάβαζε περισσότερο;
Είναι αμφίδρομες κατευθύνσεις για όποιον είναι σε θέση να το αντιληφθεί εγκαίρως. Διαβάζοντας, διευρύνεις πνευματικούς ορίζοντες και αποκτάς πρόσβαση σε άλλους κόσμους. Με άλλο λόγια, δίνεις ώθηση στη σκέψη. Σκέφτεσαι, επομένως θα καταφύγεις στο βιβλίο, γιατί γνωρίζεις πως εκεί θα βρεις στηρίγματα που θα ενισχύσουν το πνευματικό σου υπόβαθρο.
Ποιο σημείο στίξεως  σας χαρακτηρίζει ως άνθρωπο;
Δίχως άλλο, η τελεία. Αν με ρωτούσατε τα προηγούμενα χρόνια ίσως να σας απαντούσα διαφορετικά, τώρα όμως λέω με βεβαιότητα η τελεία. Πιστεύω πως πρέπει να την βάζουμε κάθε φορά που μια κατάσταση δεν ανταποκρίνεται στα πιστεύω και στα θέλω μας, αντί να αφήνουμε να διαιωνίζεται προκαλώντας ατέρμονες αναζητήσεις και αδιέξοδες καταστάσεις. Έπειτα, η τελεία μπορεί να σημαίνει το τέλος, αλλά εκφράζει ταυτόχρονα και την αρχή κάτι νέου.
Οι Έλληνες διαβάζουν βιβλία;
Υπάρχει ένας μύθος γύρω από τους Έλληνες και τα βιβλία, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουμε. Διαφωνώ, σαφώς και διαβάζουμε. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, η  ετήσια βιβλιοπαραγωγή είναι τόσο μεγάλη.  Απλώς, δεν διαβάζουν όλοι οι Έλληνες συστηματικά, δεν ανήκουν δηλαδή όλοι στην κατηγορία 'βιβλιοφάγος'. Αυτή η κατηγορία αντιπροσωπεύει πράγματι ένα σχετικά μικρό ποσοστό του γενικότερου πληθυσμού, που όμως είναι μεγαλύτερο συγκριτικά με προηγούμενα χρόνια. Αυτό από μόνο του θεωρώ πως είναι ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια.
Η κρίση επηρέασε την αγορά του βιβλίου;
Σίγουρα η κρίση επηρέασε την αγορά του βιβλίου. Ακόμα και οι φανατικοί αναγνώστες αναγκάζονται να περιορίσουν τις αγορές τους ή να τις μεταθέσουν για αργότερα. Ωστόσο, ίσως η κρίση να είναι μια καλή αφορμή για να μειωθούν οι τιμές των βιβλίων, οι οποίες χωρίς να είναι υπερβολικές, ενίοτε κρίνονται υψηλές από το αναγνωστικό κοινό. Κακά τα ψέματα όμως, εκείνος που αγαπά το βιβλίο, θα βρει τρόπο να το αποκτήσει.

Natasa Goutzikidou

Ποιό στάδιο σου αρέσει  στην προετοιμασία ενός βιβλίου;
Προτιμώ το στάδιο της γραφής. Είναι το πιο ενδιαφέρον, καθώς τότε χτίζεται το βιβλίο. Ο συγγραφέας δρα 'ανενόχλητος', χωρίς παραινέσεις, δημιουργώντας τον κόσμο των ηρώων του. Είναι εκείνο το στάδιο όπου απλώς αφήνεσαι στη μαγεία της γραφής και ξεδιπλώνεσαι μέσα από τις σελίδες χωρίς να σε απασχολεί πόσα συντακτικά ή ορθογραφικά λάθη θα κάνεις, γιατί το βιβλίο έχει απορροφήσει κυριολεκτικά όλο το είναι σου.
 Έχετε κάποια σχέδια για το μέλλον;
Μου αρέσει να ονειρεύομαι και να κάνω σχέδια για το μέλλον. Σε μια εποχή όμως που όλα μεταβάλλονται από τη μία στιγμή στην άλλην, η πρωταρχική μου σκέψη είναι να είμαστε όλοι καλά. Αυτό μου αρκεί. Αυτό βάζει τα θεμέλια για το μέλλον.
 Πότε καταλάβατε την κλίση σας στη συγγραφή;
Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα να γράφει και πάντα να διαβάζει. Μεγαλώνοντας, άρχισα να κρατάω ημερολόγιο. Ξέρετε, από εκείνα τα εφηβικά όπου εξιστορούμε την καθημερινότητά μας, αποκαλύπτουμε τις μύχιες σκέψεις μας, τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας. Μέχρι όμως τα 25 μου, δεν ήταν απλώς μια αγαπημένη, καθημερινή συνήθεια. Κάπου εκεί, με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός, ένα απόγευμα που με τι να ασχοληθώ, άρχισα να γράφω στον υπολογιστή της αδελφής μου ό, τι ερχόταν στο μυαλό μου ακούγοντας ένα λαϊκό τραγούδι. Λίγο αργότερα, διαβάζοντας ό, τι είχα γράψει συνειδητοποίησα πως είχα μπροστά μου μια ιστορία, την οποία  μάλιστα επιθυμούσα διακαώς να συνεχίσω. Κάπως έτσι, 'γεννήθηκε' το πρώτο μου βιβλίο, 'Το μυστικό των αλόγων'. Έκτοτε, δεν έχω πάψει λεπτό να γράφω.
Γιατί σήμερα οι άνθρωποι δείχνουν μία δυσκολία στο να γράφουν;
Όταν γράφεις, έχεις να αντιμετωπίσεις έναν αντίπαλο που δεν είναι άλλος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Οι σκέψεις που καταθέτεις στο χαρτί- ακόμα και στην περίπτωση των συγγραφέων που υποτίθεται πως δημιουργούν φανταστικούς κόσμους- είναι οι δικές σου. Είναι τρομαχτικό να σε 'βλέπεις' στο χαρτί, να παραδέχεσαι τα αισθήματά σου και να ομολογείς το ποιος είσαι, κάτι που υπό άλλες συνθήκες ενδεχομένως δεν θα έκανες.
 Για ποια φράση ενός βιβλίου σας νιώθετε υπερήφανη;
"Είναι προτιμότερο να περάσεις μια ζωή χωρίς αν, παρά μια ζωή γεμάτη με δαύτα", από το μυθιστόρημά μου 'Άγγελοι πολέμου'.

Natasa Goutzikidou

Ποιο βιβλίο είναι το αγαπημένο σας από άλλους συγγραφείς;
Υπάρχουν πολλά βιβλία που αγαπώ, αλλά αυτό που ξεχωρίζω είναι το "Ψάχνοντας για κοχύλια" της Ρόζαμουντ Πίτλτσερ. Ομολογώ πως με έκανε να βλέπω το μυθιστόρημα με άλλο μάτι και γενικότερα, προσέδωσε άλλες διαστάσεις στη γραφή μου.
 Έχετε αφήσει ένα βιβλίο σας στη μέση, χωρίς να το τελειώσετε;
Όχι, δεν αφήνω ποτέ κανένα βιβλίο στη μέση. Ακόμα και στην περίπτωση που ένα βιβλίο στο μεγαλύτερο μέρος του δεν μου είναι αρεστό θεωρώ πως έχει πράγματα να μου προσφέρει, έστω κι αν είναι απλά μια φράση. Μια φράση όμως που είναι εκεί και με περιμένει να την ανακαλύψω.
Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;
Έναν καλύτερο κόσμο για όλους, μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μας. Με θλίβει η σημερινή κατάσταση. Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας είναι ενδεικτική των ημερών που βιώνουμε. Αν μάλιστα παρακολουθήσεις και το δελτίο ειδήσεων, τότε σίγουρα αποκαρδιώνεσαι εντελώς. Ονειρεύομαι, λοιπόν, την αλλαγή.
Τρεις ελπιδοφόρες λέξεις που σας εκφράζουν;
Παιδί, αγάπη, φιλία.
Πόσο το βίωμα στα βιβλία σας επηρεάζει τον τρόπο ή το περιεχόμενο αυτών που γράφετε;
Πριν μερικά χρόνια, στην παρουσίαση του βιβλίου μου 'Ο χορός της νύμφης', μια αναγνώστρια μου είχε κάνει την ίδια ερώτηση. Τότε, είχα βιαστεί να απαντήσω πως εφόσον γράφουμε φανταστικές ιστορίες, το βίωμα δεν επηρεάζει τη γραφή μας. Είχα κάνει λάθος. Όταν γράφεις, καταθέτεις κομμάτια του εαυτού σου. Κάθε ήρωας ενός βιβλίου κουβαλά στοιχεία του συγγραφέα του, ακόμα κι αν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν το συνειδητοποιεί. Είναι συχνά το προσωπικό βίωμα καμουφλαρισμένο με όμορφες φράσεις και προσωπεία.

Natasa Goutzikidou
Η Νατάσσα σήμερα διατηρεί τη δική της επιχείρηση, ένα αναγνωστήριο για παιδιά Δημοτικού. Από μικρή αγαπούσε το διάβασμα , γι' αυτό άλλωστε και η λογοτεχνία είναι αυτή που την κέρδισε. Από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της: "Το μυστικό των αλόγων", "Ο χορός της νύμφης", "Της φωτιάς και του έρωτα" και "Άγγελοι πολέμου, ενώ έχει συμμετάσχει και στη συγγραφή του συλλογικού έργου "Οίκαδε", το οποίο έχει ταξιδιωτικό χαρακτήρα.
Για μια απευθείας επικοινωνία  με τη συγγραφέα  μπορείτε να επισκεφτείτε το προσωπικό της ιστολόγιο Νατάσα Γκουτζικίδου




Η Νατάσα Γκουτζικίδου, για μία αναγνώστρια του Dolce Vita, προσφέρει το τελευταίο της βιβλίο:
"Θυμήσου πόσα μου χάρισες...".
Τα βήματα που χρειάζεται να κάνετε είναι δυο:
1.Να κάνετε Like στη σελίδα μου στο FB εδώ
2.Να αφήσετε ένα σχόλιο στο άρθρο
Η νικήτρια θα προκύψει μετά από ηλεκτρονική κλήρωση, την Κυριακή 22/7/12, στις 8:00μμ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

10 πρωτοεμφανιζόμενοι για ένα βραβείο


Λογοτεχνικά βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ

10 πρωτοεμφανιζόμενοι για ένα βραβείο

Λογοτεχνικά βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ

τεύχος: 394 
Share on facebook
n
Ορφέας Απέργης Υ, Πατάκης (ποίηση)
«Κάποιος αρχίζει να θεωρείται πραγματικά συγγραφέας, όταν δεν τον νοιάζει πια αν θα θεωρείται πραγματικά συγγραφέας. Δηλαδή, το έξωθεν κριτήριο, το πολύ επισφαλές, το επισφαλέστατο, δεν μπορεί να είναι (ουσία) παρά το εσωτερικό, επίμοχθο και αυτόχρημα ασφαλέστατο κριτήριο, που λέει ότι “τα εαυτού πράττω”, είμαι αυτό που έχω, κι είμαι χωρίς να έχω!»


n
Αρετή Γκανίδου Ορυκτό φως, Μελάνι (ποίηση) 
«Εποχή παραοικονομίας, παραψυχολογίας, παραλογοτεχνίας, παραποίησης... Εξαιρώντας ιδιοφυΐες, συγγραφέας θεωρείται κάποιος (οπωσδήποτε με 2-3 βιβλία) τη στιγμή που τον αποδέχεται η Κριτική –πρωτίστως– και το κοινό ως τέτοιον. Καλό, κακό, μέτριο ή εξαίρετο. Τα κριτήρια –πέρα από θεωρίες συνωμοσίας ή αδυναμίες– είναι δοκιμασμένα και ελεγχόμενα. Η Ιστορία αναλαμβάνει τα περαιτέρω…»


n
Γιάννης Δούκας Στα μέσα σύνορα, Πόλις (ποίηση)
«Πότε θεωρείται; Από τον ίδιο του τον εαυτό ή από τους άλλους; Όταν δημοσιεύει ή όταν γίνεται “γνωστός”; Στη δική μου αντίληψη, η ιδιότητα του συγγραφέα αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής διαπραγμάτευσης και διαρκώς διακυβεύεται, επινοείται, ανακαλείται, επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται μέσα από τη διαδικασία της γραφής που έρχεται, εντέλει, να απαιτήσει την αυθυπαρξία της».


n
Ιωάννης Α. Ζερβός Κρίσιμη μάζα, Μελάνι (ποίηση)
«Ίσως όταν τη γεύση της γραφής την εγκρίνει ο εκλεκτοφάγος χρόνος και τη συμπεριλάβει στο μόνιμο διαιτολόγιό του, ως πρώτο ή κύριο πιάτο ή, έστω, ως λογοτεχνικό επιδόρπιο. Αρκεί, μονάχα, αυτή η επάρκεια, ή ακόμα και η επιτυχία ενός έργου, να μην προδικάζει τη μαγειρική των επόμενων. Ο συγγραφέας οφείλει να αρχίζει, να παύει και να... ξαναρχίζει».


n
Βασίλης Ν. Κουνέλης Νοματαίος, Ωκεανίδα (μυθιστόρημα)
«Εάν αφηγούμενος την αναχώρηση ενός πλοίου καταφέρεις να περιγράψεις στους αναγνώστες σου τις εικόνες που αφήνει ο καπνός απ’ το φουγάρο του τόσο καλά, ώστε χαμένοι μέσα τους να μην αναρωτηθούν ποτέ ποιος στο διάολο ήταν ο προορισμός του πλοίου, χρησιμοποιώντας μάλιστα και πέντε λέξεις λιγότερες… τότε ναι, είσαι στο σωστό δρόμο!»


n
Αλέξιος Μάινας Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, Γαβριηλίδης (ποίηση)
«Ως προς τον πραγματικό ποιητή λένε ότι “poeta nascitur” – ποιητής γεννιέσαι! Που αναφέρεται όμως στην προικοδότηση θεωρητικά, όχι στην αξιοποίησή της. Υπάρχει μάλλον μια περιγραφική και μια κανονιστική απόδοση τέτοιων τίτλων: Η πρώτη έχει να κάνει με τη de facto κατατριβή με το γράψιμο και το τόλμημα της δημόσιας έκθεσης. Η δεύτερη, με την καταξίωση και τον έπαινο».


n
Γιώργος Μητάς Ιστορίες του Χαλ, Κίχλη (διηγήματα)
«Συγγραφέας αρχίζει να θεωρείται κάποιος που έχει εκδώσει τουλάχιστον ένα βιβλίο το οποίο έτυχε της αναγνώρισης των ομοτέχνων και, δευτερευόντως, της κριτικής. Ένα δεύτερο συνήθως έρχεται να επιβεβαιώσει την ιδιότητα-τίτλο, καθώς και να «επισημοποιήσει» την απαραίτητη συνθήκη: ανεξάρτητα από το πόσο συχνά δημοσιεύει, ο πραγματικός συγγραφέας δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς τη γραφή».


n
Νίκος Ξένιος Το άχτι, Φαρφουλάς (διηγήματα)
«Καθένας που αποπειράται να γράψει ελπίζει να αισθανθεί τη “μαγική” εκείνη στιγμή όπου το κείμενό του θα ωριμάσει και θ’ αναζητήσει τον αποδοχέα του: μιλάμε, τότε, για ένα δυνάμει συγγραφέα. Αυτός, από τη στιγμή που δημοσιεύει κι εξασφαλίζει τουλάχιστον έναν αναγνώστη, αυτόματα μπορεί να χαρακτηρισθεί “συγγραφέας”, καλός ή κακός».


n
Χίλντα Παπαδημητρίου Για μια χούφτα βινύλια, Μεταίχμιο (μυθιστόρημα)
«Θα έλεγα ότι συγγραφέας γίνεσαι όταν ερωτεύεσαι για πρώτη φορά τα βιβλία και το γράψιμο, όταν οι φράσεις των αγαπημένων σου συγγραφέων σε ακολουθούν μέρα και νύχτα. Από τη στιγμή αυτή ως την ώρα που θα γράψεις μπορεί να περάσουν δεκαετίες – όπως στη δική μου περίπτωση. Η αρχή όμως ανιχνεύεται σ’ ένα παιδί που ξενυχτούσε διαβάζοντας μαγεμένο».


n
Βασιλική Πέτσα Θυμάμαι, Πόλις (νουβέλα)
«Όταν αρχίσει να δίνει έμφαση στο μόριο “συν” παρά στο ρήμα “γράφω”. Όταν κατορθώσει να δει τη συγγραφή όχι ως μέσο για την ικανοποίηση μιας προσωπικής ανάγκης (έκφρασης), αλλά στο πλαίσιο μιας κοινωνικής σχέσης (πράξης). Ίσως και ποτέ».

Info: Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ, Τετάρτη 6/6. Κήπος του Μεγάρου Μουσικής, 20.00. Είσοδος ελεύθερη.
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/394/10-%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B5%CE%BC%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%BFhttp://www.athensvoice.gr

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Συνέντευξη με την Ευαγγελία Στρατή

γράφει η Κατερίνα Κάιρα

Γνώρισα την Ευαγγελία Στρατή πριν μερικούς μήνες, και μέσα σε αυτό το μικρό διάστημα αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια ιδιαίτερη σχέση, αγάπης και εκτίμησης. Διάβασα το βιβλίο της "Με οποιοδήποτε τίμημα" και γοητεύτηκα! Είναι ένα βιβλίο που θέλει να του δώσεις τον "χρόνο του" για να αισθανθείς τα αισθήματα και συναισθήματα που θα σου δημιουργήσει και ιδιαίτερα στις γυναίκες. 

Ευαγγελία μου σε ευχαριστώ που έγραψες αυτό το βιβλίο! όπως λες και εσύ "είναι παρακαταθήκη για τα παιδιά μας!"

Για να γνωρίσετε και εσείς την Ευαγγελία μου, της έκανα μερικές ερωτήσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και για τα υπόλοιπα της.

  1. Τι σου δίνει η συγγραφή;
Αν παρατηρήσετε ένα συγγραφέα την ώρα που δουλεύει, όταν το θέμα υπάρχει γύρω του και οι λέξεις τον κατακλύζουν, με πόση χαρά βλέπει το δημιούργημά του να γεμίζει τη σελίδα και με πόση ευχαρίστηση απολαμβάνει την εργασία του, θα διαπιστώσετε πως η συγγραφή είναι από τις πλέον επιθυμητές απολαύσεις.
  1. Γράφεις μυθιστορήματα, παιδικά και θεατρικά. Έχουν κάποιο κοινό; ποιο είναι το αγαπημένο σου;
Όλα όσα γράφω βγαίνουν από τα βάθη της ψυχής μου έχοντας ως προορισμό να επηρεάσουν, έστω και αστραπιαία, το μυαλό και να χρωματίσουν τις σκέψεις. Είναι εντελώς αδύνατο για μένα να τα διαχωρίσω μιας και όλα μου τα κείμενα αποτελούν κομμάτι του συνόλου.
  1. Έχεις δύο παιδάκια, τους διαβάζεις τα παιδικά βιβλία που γράφεις; Είναι αυστηροί κριτές;
Η αλήθεια είναι ότι τα διαβάζουν μόνοι τους. Εκείνο που έχω προσπαθήσει να τους μεταδώσω από μικρή ηλικία είναι το γεγονός πως πρέπει να διαβάζουν όσο μπορούν περισσότερο και μάλλον το έχω καταφέρει. Διαβάζουν πολύ. Όσο για κριτική μάλλον καλοπροαίρετη θα έλεγα πως είναι. Μετράει και το ότι είμαι η μαμά τους, βέβαια!
  1. Τι σου αρέσει να διαβάζεις; Έχεις κάποιο συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας που προτιμάς;
Διαβάζω κλασσική, ξένη κυρίως, λογοτεχνία του 18-19ου αιώνα αλλά και Έλληνες κλασσικούς. Υπάρχει ένα μοναδικό στοιχείο συγγραφής σε όλους εκείνους τους λογοτέχνες, η υπέροχη χρήση της γλώσσας. Δηλαδή, ο τρόπος που χρησιμοποιούσαν τις λέξεις, ακόμα και οι ίδιες οι λέξεις, ήταν τόσο πλούσιες, τόσο μεστές και εκφραστικές. Με ενδιαφέρουν περισσότερο τα βιβλία που πραγματεύονται τα μύχια αισθήματα των ανθρώπων, τα ανομολόγητα μα τόσο κυρίαρχα στην πορεία της ζωής τους, τόσο συμβατά με τις πράξεις τους. Είναι σημαντικό για μένα να διεισδύω στην ψυχή κάποιου και να βρίσκω εκείνα που ούτε καν ο ίδιος γνωρίζει ότι έχει.
  1. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα σου "Με οποιοδήποτε τίμημα" που κυκλοφορεί από της εκδόσεις bookstage.gr μου δημιουργήθηκαν κάποια ερωτήματα. Σε ποια χώρα/τοποθεσία διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου;
Παντού. Το θέμα του βιβλίου αυτού είναι ιδιαίτερο και μοναδικός μου σκοπός σαν το έγραφα ήταν να εστιάσω σε αυτό. Κάποια θέματα, όπως αυτά, δεν τα προσδιόρισα παρά τα αφήνω στη φαντασία του κάθε αναγνώστη.
  1. Πιστεύεις ότι όλοι στη ζωή μας πληρώνουμε ένα τίμημα;
Πιστεύω πως όλοι εκείνοι που στη ζωή τους θέλουν να πρωταγωνιστούν, που ακολουθούν το στόχο τους, το όραμά τους, αναγκάζονται στην πορεία να πληρώνουν και το ανάλογο τίμημα. Το τίμημα πάντα καθορίζεται από το πόσο σημαντικός είναι ο στόχος. Πιστεύω πως τίποτε δε χαρίζεται, όπως πιστεύω και πως τίποτε δεν κατακτιέται αν δεν το ποθείς μέχρι το σημείο της απελπισίας. Θέλει η ζωή θυσίες. Θέλουν τα όνειρα θυσίες. Θέλει ο άνθρωπος να ποθεί κι ας πονάει.
  1. Επέλεξες στο συγκεκριμένο βιβλίο να μη δώσει στους ήρωές σου ελληνικά ονόματα. Γιατί αυτό;
Σε κανένα μου βιβλίο δε βάζω ελληνικά ονόματα. Ο λόγος είναι πως χρησιμοποιώντας ξένα, όχι οικεία ονόματα, πετυχαίνω να μένω ανεπηρέαστη και μπορώ να γράφω απαλλαγμένη από συνειρμούς και παραπομπές.
  1. Γιατί επιλέγεις δραματικά θέματα να "πλάσεις" με λέξεις;
Πιστεύω πως στη ζωή υπάρχει πολύς πόνος . Περισσότερος ίσως από ό,τι μπορεί να διανοηθεί ο ανθρώπινος νους. Μου βγαίνει φυσικά και εντελώς αβίαστα να τον πραγματεύομαι. Σκοπός κάθε βιβλίου μου είναι να φτάσω όσο γίνεται πιο κοντά στους λόγους που μας διαμορφώνουν, που μας κάνουν να ενεργούμε κάτω από συγκεκριμένες πράξεις, τις περισσότερες φορές κάτω από τραγικές πράξεις. Όσο ασχολούμαι, τόσο καταλήγω με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται διανοητική τόλμη για να αντιληφθείς από τι τελικά διαμορφώνονται οι πράξεις μας, από τι τελικά είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος.
  1. Πώς βλέπεις το μέλλον της Ελληνικής λογοτεχνίας; Η αγορά του ebook, όπου έχεις επιλέξει και αυτό τον τρόπο να κυκλοφορείς τα βιβλία σου; Διαβάζουν οι Έλληνες;
Θεωρώ πως οι Έλληνες διαβάζουν. Θεωρώ πως τα παιδιά μας μέσα από τα e-book διαβάζουν και εκείνα. Είναι πλέον απαραίτητα μιας και αφορούν κομμάτι της ζωής τους. Η Ελληνική λογοτεχνία είναι παρούσα και το μέλλον της είναι βέβαιο διότι οι Έλληνες δε σταματούμε να σκεπτόμαστε, αν και για κάποιο διάστημα είχαμε ατονήσει. Δεν μπορούμε εμείς να σταματήσουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε διότι έχουμε μέσα μας τον πολιτισμό και την παιδεία. Έχουμε μέσα μας την Τέχνη του Λόγου και αυτό δε γίνεται να εξαλειφθεί.
  1. Πώς αποφασίζεις ποιες θα είναι οι πρώτες λέξεις που θα ξεκινήσουν ένα μυθιστόρημα σου;
Δυστυχώς, δεν το αποφασίζω εγώ. Εκείνες έρχονται και εγώ απλώς εκτελώ τις οδηγίες τους!

 τα βιβλία της Ευαγγελίας Στρατή διατίθενται μέσω παραγγελίας από το www.bookstage.gr

 -------------------
Η Ευαγγελία Στρατή γεννήθηκε το 1973 στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Τελείωσε το Γενικό Λύκειο και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα (διοίκηση επιχειρήσεων) για ένα διάστημα, ώσπου ασχολήθηκε μόνιμα πλέον με τη συγγραφή. Ζει με την οικογένειά της στην Αθήνα.

Κυκλοφορούν από τις εκδόσεις BOOKSTAGE τρία μυθιστορήματα, (Με οποιοδήποτε τίμημα, Ο ορισμός της αφοσίωσης, Ντετέκτιβ Βάιο Γκολντ: Υπόκλιση σε ένα δαιμόνιο ρουά ματ) ένα βιβλίο με διηγήματα (Ιστορίες θνητών), τρία παιδικά βιβλία (...Γάργαρο νεράκι ρέει στο ποταμάκι, Δωμάτιο – Φυλαχτό, Ο βασιλιάς που αγαπούσε ...το μάλαμα) και τέσσερα θεατρικά έργα (Αποχρώσεις ενός εκβιασμού, Ένας ασήμαντος φόνος, Μαινόμενο καρδιοκτύπι, Πτώση), τα οποία τη χρονική περίοδο 2010-2011 ανέβηκαν σε μικρές θεατρικές σκηνές στην Αθήνα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση