Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ κλήρωσης "Κερδίστε μία συλλογή των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ" - 50 συλλογές βιβλίων

Αγαπητοί μας φίλοι,

Με μεγάλη χαρά σας ενημερώνουμε πως ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 30/08/2010 και ώρα 15:00, στα γραφεία μας, η κλήρωση για τις 50 συλλογές βιβλίων των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Ο διαγωνισμός «Κερδίστε μία συλλογή των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ» διεξήχθη μέσω των καταλόγων των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ «Νέες Κυκλοφορίες / Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010» και «Θεματικές προτάσεις βιβλίων για το νηπιαγωγείο και το δημοτικό / Σχολικός Κατάλογος 2010» με τη συμπλήρωση και ταχυδρομική αποστολή του ειδικού δελτίου συμμετοχής.

Από την κλήρωση αναδείχθηκαν 50 νικητές που κερδίζουν από μία συλλογή των 5 βιβλίων έκαστος. Η επιλογή των βιβλίων-δώρων γίνεται από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Οι νικητές έχουν ειδοποιηθεί και γραπτώς.

Οι διαμένοντες εντός Αττικής θα παραλάβουν το δώρο τους με επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας από το κεντρικό μας κατάστημα στην οδό Μαυρομιχάλη 1 (ΑΘΗΝΑ: κοντά στην πλατεία Ομονοίας, κάθετη στην Ακαδημίας και σχεδόν απέναντι από τη Λυρική Σκηνή – Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Παρασκευή 8.00π.μ.-4.00μ.μ. και Σάββατο 8.00π.μ.-1.00μ.μ.).

Οι διαμένοντες εκτός Αθηνών παρακαλούνται να επικοινωνήσουν με την κύρια Γεωργακοπούλου Σταυρούλα, μέσω e-mail στο stagemarketing@psichogios.gr ή τηλεφωνικά στο 2102804846 για να συνεννοηθούν για την παραλαβή του δώρου τους.

Α/Α

Επώνυμο

Όνομα

Περιοχή

1

Βασίλου

Κυριακή

ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

2

Βουζουνεράκη

Πόπη

ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ

3

Βουλτσίου

Αγγελική

ΔΡΑΜΑ

4

Γιόκνωρη

Συρμαλένια

ΕΔΕΣΣΑ

5

Γιώτη

Άρτεμις

ΑΘΗΝΑ

6

Γιώτη

Δήμητρα

ΑΘΗΝΑ

7

Δεληγιάννη

Ευρυδίκη

Ν.ΗΡΑΚΛΕΙΟ-ΑΘΗΝΑ

8

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΗΜΕΡΟΒΙΓΛΙΟΥ ΘΗΡΑΣ

ΘΗΡΑ

9

Διαμαντή

Χρυσούλα

ΦΑΡΣΑΛΑ

10

Θεοδωρακοπούλου

Φωτεινή

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ-ΑΘΗΝΑ

11

Κάραλη

Βασιλική

ΑΧΑΡΝΑΙ-ΑΘΗΝΑ

12

Καρεκλά

Αίγλη

ΣΤΡΟΒΟΛΟΣ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ

13

Κεραμήτσου

Ειρήνη

ΜΑΡΟΥΣΙ-ΑΘΗΝΑ

14

Κεσκίνογλου

Σοφία

ΣΕΡΡΕΣ

15

Κονόρτα

Αναστασία

ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

16

Κοτσίφου

Μαρία

ΠΕΙΡΑΙΑΣ

17

Κουβάρα

Παναγιώτα

ΑΙΓΑΛΕΩ-ΑΘΗΝΑ

18

Κουλιάνου

Μαρία

ΕΥΟΣΜΟΣ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

19

Κωνσταντίνου

Κωνσταντία

ΧΑΛΚΙΔΑ

20

Κωστοπούλου

Βασιλική

ΜΑΡΟΥΣΙ-ΑΘΗΝΑ

21

Κωστούλη

Κωνσταντία

ΝΙΚΑΙΑ-ΠΕΙΡΑΙΑΣ

22

Λαζούρα

Γαβριέλα

ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΑΘΗΝΑ

23

Λεμονάκη

Ελευθερία

ΚΑΤΕΡΙΝΗ

24

Λύκου - Αβραμοπούλου

Θεανώ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

25

Μακρίδου

Βασιλική

Κ.ΠΑΤΗΣΙΑ-ΑΘΗΝΑ

26

Μαραγκάκη

Σταυρούλα

ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

27

Ματθιουδάκη

Αγγελική

ΓΛΥΦΑΔΑ-ΑΘΗΝΑ

28

Μαυρούδη

Ελευθερία

ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ-ΣΥΡΟΣ

29

Μπίλη

Όλγα

ΚΑΣΤΟΡΙΑ

30

Παληογιάννης

Ιωάννης

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

31

Παπαδοπούλου

Χρυσοβαλάντω

ΚΑΣΤΟΡΙΑ

32

Παπαδοπούλου

Ειρήνη

ΒΡΙΛΗΣΣΙΑ-ΑΘΗΝΑ

33

Παπαμιχαήλ

Φωτεινή

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

34

Παπουτσή - Κατσίκη

Νικολέτα

ΠΑΤΡΑ

35

Ραυτοπούλου

Βασιλική

ΠΑΤΡΑ

36

Ρήγα

Μαρία - Χαρά

ΤΡΙΚΑΛΑ

37

Ροκανά

Νίκη - Μαρίνα

ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

38

Ρούλια

Έφη

ΛΙΒΑΔΕΙΑ

39

Σαμίου

Ελένη

ΠΑΤΗΣΙΑ-ΑΘΗΝΑ

40

Σπυριδοπούλου

Γιώτα

ΠΥΛΑΙΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

41

Σφακιανάκη

Αικατερίνη

ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

42

Τελιωνάτη

Αρετή

ΓΛΥΚΑ ΝΕΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

43

Τσικλέα

Μαρία

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ-ΑΘΗΝΑ

44

Τσόγκα

Ελισάβετ

ΔΡΑΜΑ

45

Φαρού

Άλκηστις

ΒΥΡΩΝΑΣ-ΑΘΗΝΑ

46

Χασιώτη

Στεργιανή

ΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΙΕΡΙΑΣ

47

Χριστοδούλου

Κασσάνδρα

ΑΝΩ ΠΑΤΗΣΙΑ-ΑΘΗΝΑ

48

Χρονοπούλου

Οιχαλία

ΑΓ.ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ-ΑΘΗΝΑ

49

Ψυχογιός

Γεώργιος

ΘΗΒΑ

50

Ψώμαλη

Ελένη

ΚΥΛΛΗΝΗ ΗΛΕΙΑΣ

Σας ευχαριστούμε πολύ για την μεγάλη σας συμμετοχή στην κλήρωσή μας και μείνετε σε επαφή με τις Εκδόσεις μας, καθώς περισσότερα βιβλία και κληρώσεις έρχονται προσεχώς!

Με εκτίμηση,

Η ομάδα των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 6

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com

Μπήκαμε σ’ ένα βαγόνι σαν όλ’ τ’ άλλα και σταθήκαμε σε μια γωνιά, κολλημένοι σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο, κοιτώντας τα σκοτεινά τοπία των τούνελ και τους σταθμούς να περνούν σχεδόν αδιάφορα μπροστά από τα μάτια μας. Κόσμος ερχόταν και έφευγε, τα πρόσωπα άλλαζαν, αλλά η παράσταση παρέμενε η ίδια. Όσο απομακρυνόμασταν από το κέντρο οι φυλές άρχισαν να διαδέχονται η μια την άλλη. Οι λευκοί γίνονταν όλο και λιγότεροι, οι λατίνοι και οι μαύροι όλο και περισσότεροι. Σα να πλησιάζαμε τα σύνορα, έτοιμοι να περάσουμε σε μια ξένη γη.
Όταν βγήκαμε επιτέλους έξω, στο φως, λες και δε βρισκόμασταν πια στη Νέα Υόρκη, αλλά σε μια πόλη παρείσακτη, τριτοκοσμική, που έμοιαζε να έχει ξεφυτρώσει στα μέρη μας από το πουθενά. Παλιά κτήρια κτυπημένα από την υγρασία και μια ζώσα εγκατάλειψη, ακόμη πιο παλιά μουχλιασμένα αυτοκίνητα στους δρόμους, νέοι να περιφέρονται σε ομάδες από δω κι από κει, περιπολικά να διασχίζουν πού και πού με χαμηλή ταχύτητα τις σχεδόν έρημες γειτονιές, πολύχρωμες μπουγάδες απλωμένες στα μπαλκόνια και ήχοι παράταιροι να φτάνουν στ’ αυτιά μας από τα σπίτια, από τηλεοράσεις που διαφήμιζαν μια ζωή που ήταν αλλού, σε ανθρώπους που ίσως να μην είχαν αύριο. Η όψη πίσω από τη φωτεινή βιτρίνα της σύγχρονης πόλης.
Η αλήθεια είναι ότι πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να φοβάμαι τόσο πολύ, κι ας είχα τον Άντι δίπλα μου, να μου κρατά το χέρι, να με καθησυχάζει και δίχως λόγια να με καθοδηγεί σ’ ένα προορισμό για μένα άγνωστο ακόμη. Κάποτε φτάσαμε σ’ ένα παλιό κτήριο, σαν όλα τ’ άλλα, μα κάπου διαφορετικό, αφού αυτό, για κάποιο αδιανόητο στην κοινή μου λογική λόγο, έμοιαζε να ξεχειλίζει από ζωή. Ήταν φρεσκομπογιατισμένο τουρκουάζ και όλα τα παλιά, σαν κι εκείνο το ίδιο, παράθυρα κάλυπταν λευκές διάφανες κουρτίνες. Μπήκαμε μέσα απρόσκλητοι, λες και μας ανήκε ο χώρος, σπρώχνοντας μια πόρτα που έτριζε και ήταν κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Είδα μια χοντρή αφροαμερικανή να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, παριστάνοντας ή μη τη θυρωρό. Με το που σήκωσε το βλέμμα και μας αντίκρισε είδα να σχηματίζεται στα χείλη της ένα τόσο πλατύ χαμόγελο, που έμοιαζε σε μια στιγμή να έχει ανακτήσει πέντε από τα χαμένα χρόνια της ζωής της. Όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε παράταιρα λεπτή, λίγο τσιριχτή, σαν ενός κοριτσιού που αρνιότανε πεισματικά να μεγαλώσει.
«Άντι, αγόρι μου», είπε και σηκώθηκε για να τον αγκαλιάσει. Εκείνος για μια στιγμή φάνηκε να χάνεται μέσα στην τεράστια αγκαλιά της, αλλά αμέσως μετά τον άκουσα να κρυφογελάει.
«Μυρίζεις απολυμαντικό σαπούνι, Τάμπιθα», της είπε με που τον άφησε.
«Κι εσύ σαν άπλυτος ασπρουλιάρης κώλος, εξυπνάκια», του απάντησε γελώντας εκείνη. Και μετά έστρεψε το βλέμμα της σε μένα. Έμεινε να με παρατηρεί για λίγο σαν ένα παιχνίδι, σαν κάτι αξιοπερίεργο, δεν ξέρω τι. «Κι η δεσποινίς;» ρώτησε τελικά τον Άντι δείχνοντάς με με μια κίνηση του κεφαλιού.
«Το κορίτσι μου», απάντησε εκείνος, σχεδόν με περηφάνια, προκαλώντας μια έκρηξη γέλιου στη γυναίκα. Γελούσε, σταματούσε, τον κοιτούσε και ξαναγελούσε. Στο τέλος δεν άντεξα, άρχισα να γελώ κι εγώ μαζί της. Τρελό σκηνικό, αλλά όμορφο.
«Για δες τον βρε. Βρήκε κι αυτός ένα κορίτσι και το ’φερε για να μας το επιδείξει, και να περηφανευτεί σαν το κοκόρι που είναι. Κι εσύ;» Στράφηκε σε μένα, κοιτώντας με με μάτια που έσταζαν τρυφερότητα και ειρωνεία. «Εσύ τι του βρήκες αυτού του μπουνταλά, γλύκα;»
«Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα», της απάντησα, προσπαθώντας να μη γελάσω, αλλά χωρίς να μπορέσω να αποτρέψω εκείνην από το να το κάνει. Μάλλον αυτή είχε πάντα έτοιμο το γέλιο, έτοιμο να ξεχυθεί απ’ το πλούσιο μπούστο της, και καλά έκανε δηλαδή.
«Σε περιμένουν», είπε γυρνώντας προς τον Άντι, και το πρόσωπό της αμέσως σοβάρεψε, δίχως να χάσει όμως ίχνος απ’ την ευθυμία του, η οποία μετατοπίστηκε στο βλέμμα.
«Πάμε». Με πήρε απ’ το χέρι και πάλι, καθώς αρχίζαμε ν’ ανεβαίνουμε μια παλιά μα πεντακάθαρη, αλλά εμφανώς φθαρμένη στο πέρασμα του χρόνου σκάλα. Από κάτω και στα δεξιά διέκρινα έναν ανελκυστήρα με σιδερόφρακτη πόρτα, που είχε μάλλον φάει εδώ και καιρό τα ψωμιά του.
Με το που φτάσαμε στον πρώτο όροφο ακούσαμε πολλή θόρυβο και κάποιες χαρούμενες φωνές και γέλια να δονούν το χώρο. Με το που μπήκαμε μέσα όμως μας υποδέχτηκε μια αναμενόμενη αμήχανη σιωπή, που δεν κράτησε και τόσο πολύ. Μετά από μια στιγμή όλοι άρχισαν να χαιρετούν τον Άντι, να του δίνουν το χέρι, να τον ρωτάνε:
«Τι χαμπάρια, μάγκα;» Εκείνος, ζεστός και χαμογελαστός, τους απαντούσε πώς ήταν καλά, όλα πήγαιναν μια χαρά, ότι κρατιόταν απ’ τη ζωή εκεί έξω.
«Αυτή είναι η Χοπ», με σύστησε, και όλοι με καλωσόρισαν με δυνατές φωνές και πειρακτικά χαμόγελα, σαν να κοιτούσαν εμένα και έβλεπαν τον Άντι. Κάποιος, που ήταν κάπου στο βάθος μάλλον, έδωσε το σύνθημα και σε λίγο, όσοι ήξεραν το τραγούδι, άρχισαν να τραγουδούν ακαπέλα ένα κομμάτι που γράφτηκε για το όνομα μιας άλλης γυναίκας, αλλά τι σημασία είχε αυτό. Hope, Joanna gimme hope, τραγουδούσαν οι περισσότεροι και γελούσαν, ενώ ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας θυμήθηκε κάποιαν άλλη Χοπ, που πρωταγωνιστούσε σ’ ένα μπλουζ. Καθώς έκαναν όλο αυτό το σαματά, εγώ απλά τους παρατηρούσα, ευτυχισμένη κι άφωνη, μη μπορώντας να πιστέψω αυτά που έβλεπα να συμβαίνουν μπρος στα μάτια μου. Μαύροι, νοτιαμερικανοί, ασιάτες, ακόμη και κάποιοι λευκοί κάθονταν ή μάλλον περιφέρονταν εκεί, σα μια συντροφιά, μια παλιά καλή παρέα, και μιλούσαν, γελούσαν, τραγουδούσαν, μεγάλοι και μικροί, νέοι και γέροι.
«Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησα ψιθυριστά τον Άντι, χωρίς να προσπαθήσω να κρύψω την ταραχή μου.
«Θα έλεγα ότι είναι ένα κοινοτικό κέντρο, αλλά όχι ακριβώς. Είναι πολύ περισσότερα. Θα στα εξηγήσω όλα αργότερα, όταν μας το επιτρέπει ο χώρος και ο χρόνος». Μου υπέδειξε μια γωνία στο βάθος της αίθουσας, όπου θα μπορούσα να πάω και να καθίσω.
«Για να κάνω τι;»
«Μα για να παρακολουθήσεις το μάθημα φυσικά, κουτό!» Με αποστόμωσε. Υπάκουσα, ακριβώς όπως υπακούει μια καλή μαθήτρια το δάσκαλό της. Πήγα και κάθισα πάνω σε μια άσπρη πλαστική καρέκλα, που σε κάθε μου κίνηση έτριζε, και αμέσως μετά τον είδα με μια κίνηση του χεριού του, η οποία έμοιαζε μ’ επίσημο χαιρετισμό, να επιβάλλει την τάξη, δίχως να σβήνει τα χαμόγελα. Μονάχα οι ασιάτες έδειχναν λίγο συνοφρυωμένοι, αλλά αυτό μάλλον θα οφειλόταν από την τεράστια σημασία που έδιναν σε θέματα πειθαρχίας και τη φυσική τους συστολή.
Σε λίγο έκαναν την εμφάνισή τους τετράδια και βιβλία, που όπως είδα ήταν κρυμμένα σε μικρές τσάντες ώμου, κωλότσεπες, ακόμη και χαρτοφύλακες. Έμοιαζε τόσο ετερόκλητο εκείνο το πλήθος, τόσο ξεχωριστό και αταίριαστο, που η έκπληξη, την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ξεκίνησα, ασυναίσθητα, να τους παρατηρώ αδιάκριτα, μέχρι που κάποια στιγμή το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του και το ’κοψα, αν κι εκείνοι δεν έδειχναν να νοιάζονται.
Μη ξέροντας τι άλλο να κάνω, έστρεψα την προσοχή μου στο χώρο που μας φιλοξενούσε. Ήταν μια μεγάλη ψηλοτάβανη αίθουσα, στην οποία έμπαινε άπλετο φως από τα πολλά παράθυρα και τους φεγγίτες. Οι τοίχοι όλοι έμοιαζαν καλυμμένοι πέρα ως πέρα με ζωγραφιές -άλλες άτεχνες, κι άλλες περίτεχνες- γκράφιτι κι ατάκες. Σε μια γωνιά στεκόταν ένα γερασμένο πιάνο, ενώ από πίσω του υπήρχαν διάσπαρτα διάφορα άλλα μουσικά όργανα: κιθάρες, τρομπόνια, φλάουτα, φυσαρμόνικες, κι ένα μπάσο που έμοιαζε καινούριο. Στο βάθος αριστερά, όπως καθόμουνα, ανάμεσα στα δύο φύλλα μιας ψηλής πόρτας, μπορούσα να διακρίνω μια κοπέλα να κάθεται στο πάτωμα με κάποια μικρά παιδιά και να τους δείχνει πώς να ζωγραφίζουν. Η φωνή της δεν έφτανε στ’ αυτιά μου, ίσως και να ψιθύριζε για να μην ενοχλεί αυτή την τάξη, και όσο κι αν τεντωνόμουνα, όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να διακρίνω το χρώμα των ματιών της, τις θύρες της ψυχής. Τα μόνα πράγματα που μπορούσα να παρατηρήσω ήταν οι αβίαστες κινήσεις της, οι σχεδόν αέρινες, κι η ευγένεια των τρόπων της. Είχε σγουρά μαύρα μαλλιά, κομμένα στο ύψος του ώμου, και όπως την έβλεπα να κάθεται εκεί χάμω, δεν ήξερα να πω αν ήτανε κοντή ή ψηλή. Πρέπει να ένιωσε το βλέμμα μου πάνω της, αφού κάποια στιγμή στράφηκε προς το μέρος μου, αλλά δεν έμοιαζε να με έχει δει. Έδειχνε ολότελα φευγάτη, και δίχως να μπορώ να εξηγήσω το γιατί ένιωθα ότι ήταν βαθιά λυπημένη. Εντελώς αφοσιωμένη σ’ αυτό που έκανε, αλλά και χωμένη στο μέσα της. Κάθε τόσο την έβλεπα να χαϊδεύει τα μαλλιά ενός παιδιού, να του λέει κάτι και να χαμογελά. Το πρόσωπό της τότε φωτίζονταν. Και τότε ασυναίσθητα χαμογελούσα κι εγώ. Και μετά σκοτείνιαζε. Κι από μακριά λυπόμουνα κι εγώ. Απλή παράνοια!
«Πού ταξιδεύεις εσύ;» Άκουσα τη φωνή του ξαφνικά στ’ αυτί μου, απαλά να με ξυπνάει, να με βγάζει από εκείνο το όνειρο, ή μάλλον την οπτασία, της μέρας.
Στεκόταν από πίσω μου. Του έδειξα με μια ελαφριά κλίση της κεφαλής και ένα βλέμμα, που ήταν αδύνατον να δει, τη γυναίκα. Ένιωσα το χαμόγελό του να μου τρυπά το κρανίο, όσο κουφό κι αν ακούγεται αυτό. Έσκυψε και πάλι στ’ αυτί μου.
«Η Μάριαν», ψιθύρισε. «Θα σας συστήσω αργότερα». Έγνεψα καταφατικά, με μια κρυφή ικανοποίηση, αφού η περιέργειά μου θα έβρισκε τη δικαίωσή της, καθώς εκείνος απομακρυνόταν. Πήγαινε από τον ένα μαθητή στον άλλο, κοιτούσε αυτά που έγραφαν και τους έλεγε κάτι χαμηλόφωνα. Τον έβλεπα να κάνει διορθώσεις και παρατηρήσεις, να μοιράζει υποσχέσεις και ζεστασιά. Του ταίριαζε πολύ ο ρόλος του δασκάλου. Είχε την απαραίτητη ηρεμία και ήξερε πώς να δείχνει κατανόηση. Και προφανώς έκανε ό,τι έκανε απλά και μόνο επειδή το αγαπούσε. Έτσι όπως τον παρατηρούσα, αδιάκριτα, έμοιαζε απόλυτα σοβαρός, αλλά έδειχνε κιόλας έτοιμος ανά πάσα στιγμή να γελάσει. Και γέλασε.
«Τελείωσα, ασπρουλιάρη», του είπε ένας μαύρος μεσήλικας άντρας, κουνώντας πέρα-δώθε ένα μάτσο άδετες σελίδες, και προκαλώντας τη γενική ευθυμία. Στη στιγμή όμως σοβάρεψαν όλοι και πάλι. Έσκυψαν στα τετράδιά τους και συνέχισαν να γράφουν. Μια έκθεση, μια ιστορία, ένα δοκίμιο, ένα στιγμιότυπο της μνήμης; Δεν έχω ιδέα. Ποτέ δεν έμαθα.
Απ’ ό,τι κατάλαβα όμως δεν ήταν και πολύ δύσκολα τα μαθήματα που δίδασκε. Μάθαινε στα παιδιά τα πρώτα τους γράμματα και τους βασικούς κανόνες της αριθμητικής, στους μετανάστες τις πρώτες τους βασικές λέξεις στη νέα γλώσσα, έδινε στους γηραιότερους μια καινούρια ευκαιρία στη ζωή. Τόσο απλά.
Μιάμιση ώρα περίπου κράτησε η παράσταση -ναι, έτσι ακριβώς φάνταζε στο βλέμμα μου- και πέρασε σαν τίποτα, σαν λίγα δευτερόλεπτα στην απεραντοσύνη του χρόνου. Μετά, άρχισε το σώου. Πήγε ένας ψηλός μαύρος άντρας, που θύμιζε πρωταγωνιστή γκανγκστερικής ταινίας, κάθισε στο πιάνο, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε να παίζει. Οι νότες ξεχύνονταν σε εξωφρενικούς ρυθμούς κάτω από τα χέρια του, δονώντας το χώρο πέρα ως πέρα, αναγκάζοντάς τους όλους να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν να χορεύουν. Τα παιδιά, όπως ήταν φυσικό, το γλεντούσαν από όλους πιο πολύ. Έκαναν απίθανες φιγούρες και κωλότουμπες, φώναζαν και γελούσαν, ενώ οι μεγαλύτεροι απλά προσπαθούσαν ν’ ακολουθήσουν το ρυθμό. Η μουσική, σα γλώσσα του σώματος παγκόσμια, τους ένωνε. Στο άκουσμά της έσβηναν μεμιάς χώρες, πρόσωπα, αναστολές, συνήθειες, καταγωγές και χρώματα, όλοι και όλα γίνονταν ένα. Δεν άντεξα για πολύ, σύντομα μπήκα κι εγώ στον τρελό χορό. Γελούσα μαζί τους, στροβιλιζόμουν, χοροπηδούσα κι έπεφτα, ένιωθα κάθε στιγμή που περνούσε, όλο και πιο πολύ, την ευτυχία να ξεχειλίζει από μέσα μου, να με τυλίγει, και μαζί με μένα να τυλίγει κι όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω μου, τα μέλη της άγνωστης οικογένειάς μου. Επιτέλους ζω, σκεφτόμουνα. Επιτέλους ζω, ξεφώνιζε όλο μου το είναι. Επιτέλους ζω!
Όσο για κείνον, όλη αυτή την ώρα στεκότανε σε μια γωνιά, με κοιτούσε και χαμογελούσε πλατιά, το πρόσωπό του φώτιζε μια ικανοποίηση, που δε θέλησε ούτε στιγμή να κρύψει. Ναι, μου φώναζαν τα μάτια του. Ναι, μου κραύγαζαν άηχα τα χείλη του. Ναι!

Συνεχίζεται

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 5

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com

Επιστρέψαμε σε μια πόλη ξένη, γκρίζα και οργίλη, αφιλόξενη. Δε μου άρεσε πια η πόλη μου, οι άνθρωποί της, η ταχύτητά της, το ό,τι δεν κοιμόταν ποτέ, όλ’ αυτά που τη χαρακτήριζαν και τα οποία κάποτε για μένα ήταν το παν. Ήταν σα να έφυγα ερωμένη της κι επέστρεψα θανάσιμος εχθρός. Από την πρώτη κιόλας στιγμή άρχισε να μου λείπει εκείνο το ταπεινό κι απέριττο σπίτι στην ερημιά, το ποτάμι, η Ρόντα, οι ήσυχες μέρες και οι γαλήνιες νύχτες.
Ο Άντι από την άλλη ήταν ο συνηθισμένος του εαυτός – λες και δεν είχε φύγει στιγμή από κει. Πάντα χαμογελαστός, πάντοτε έτοιμος να ακούσει τα πάντα και να μιλήσει για λίγα. Είχε συνηθίσει λέει το πήγαινε-έλα, αν και όπως παραδέχτηκε, κι εκείνος προτιμούσε τη ζωή εκεί παρά εδώ. Όμως δεν είχε επιλογή και δεν του άρεσε να κλαίγεται για κάτι που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Στο σπίτι των γονιών μου δεν ένιωθα πια καθόλου άνετα, ήμουνα σαν παρείσακτη, κι ας μην τους έβλεπα σχεδόν ποτέ – καταραμένη κι ευλογημένη την ίδια ώρα. Όλη εκείνη η χλιδή, οι αχρείαστες σπατάλες, η υπερβολή, η κοινωνική υποκρισία, άρχισαν σιγά-σιγά να μου προκαλούν ναυτία, ακόμη και κλειστοφοβία. Ήθελα τους ανοικτούς ορίζοντες, ήθελα τους απλούς ανθρώπους, μια κανονική ζωή. Ήθελα να ξεφύγω.

Η πρώτη ρήξη με τον πατέρα μου ήρθε όταν του ανακοίνωσα την ανήκουστη, για την κοινωνική μας τάξη, απόφαση ν’ αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό, κι από μελλοντική μεγαλοεπιχειρηματίας να μετατραπώ σε μια ταπεινή εκπαιδευτικό. Καθόλου δεν του άρεσε αυτό. Του άναψαν τα λαμπάκια, πήρε ανάποδες, έγινε κόκκινος σαν παντζάρι, και άλλες μεταφορές, όταν του το είπα. Κι άρχισε να μου μιλά για τις πολλές ώρες της συγκεκριμένης δουλειάς -μέχρι και εξήντα πέντε τη βδομάδα- τις επιπλέον δραστηριότητες στις οποίες θα έπρεπε να συμμετάσχω, το βάρος της ευθύνης και τον πολύ χαμηλό, για τα δικά του δεδομένα μισθό. Τι είναι τη σήμερον ημέρα τριάντα πέντε χιλάδες δολάρια το χρόνο; Αν πρέπει να νοικιάζεις σπίτι, απολύτως τίποτα. Αλλά η μάνα μου, η ειδική στις δημόσιες και μη σχέσεις, κατάφερε σύντομα να τον ηρεμήσει, να τον πείσει ακόμη ότι ίσως αυτό γινότανε για καλό, πώς θα ήταν ένας ακόμη άσσος στο επαγγελματικό του μανίκι. Θα αποδείκνυε στους φιλελεύθερους φίλους του ότι δεν ήταν τόσο μονόχνοτος και συντηρητικός όσο τον νόμιζαν, κι έτσι θα ανέβαινε στην εκτίμησή τους. Έτσι θα γλίτωναν και το, σκάνδαλο. Ναι, το σκάνδαλο, αφού για εκείνον τον στρυφνό, μεγαλωμένο με δήθεν παραδοσιακές αξίες στο νότο άντρα, η κόρη όφειλε να ακολουθεί τις επιταγές του πατέρα, αλλιώς… Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Η λογική της μάνας μου με έσωσε και με υποδούλωσε την ίδια ώρα. Με έσωσε επειδή θα μπορούσα επιτέλους να κάνω αυτό που ήθελα, εκείνο που εγώ επέλεξα, μα με υποδούλωσε αφού δε θα μου επέτρεπε να κάνω τη μεγάλη προσωπική επανάσταση που τόσο αποζητούσα. Τουλάχιστον όχι ακόμη.

Όταν είπα στον Άντι τα καθέκαστα χαμογέλασε, κι αρκέστηκε να μου πει ότι ίσως καλύτερα που ήρθαν τελικά έτσι τα πράγματα, αφού είτε μου άρεσε είτε όχι τους δικούς μου τους είχα ακόμη ανάγκη. Δίκιο είχε, αλλά και άδικο. Ναι, τους χρειαζόμουνα, αλλά απλά και μόνο επειδή μου προσέφεραν χρήμα, υλική ασφάλεια, κι επειδή, όσο και να το ήθελα δεν ήμουνα σαν κι εκείνον. Οι δικοί μου ήταν η προσωπική μου τράπεζα, ποτέ δε μου χάρισαν τίποτα περισσότερο από λεφτά. Αμφέβαλλα ακόμη κι αν με αγαπούσαν ή αν κάποτε μ’ αγάπησαν. Θυμάμαι ότι πάντα ένιωθα ότι γεννήθηκα μόνο και μόνο για να δικαιώσω το μύθο της ιδανικής οικογένειας, για να προσθέσω τη φάτσα μου στις φωτογραφίες πάνω από το τζάκι και στο γραφείο του πατέρα μου, που τώρα πια καταλάμβανε ένα ολόκληρο όροφο στην πιο ακριβή και περιζήτητη από τους επαγγελματίες, περιοχή της πόλης.

Όσο εκείνος ανέβαινε με γοργά και γιγαντιαία άλματα τα σκαλοπάτια της υψηλής κοινωνίας, τόσο εγώ, με απλούς πήδους τα κατέβαινα. Από την πρώτη μέρα της επιστροφής έβαλα μπρος, σιγά-σιγά, να κόψω όλους τους δεσμούς με το χθες μου: άρχισα ν’ αποξενώνομαι απ’ τις παλιές μου γνωριμίες, έπαψα να συχνάζω στα πάρτι και να φλερτάρω μ’ αγόρια, που έμοιαζαν το ένα φωτοαντίγραφο του άλλου, κατασκευάσματα ενός άθλιου εργαστηρίου.

Ο Άντι μου έλεγε να ρίξω ταχύτητες, να μη βιάζομαι και τόσο πολύ ν’ αλλάξω ζωή, με προειδοποιούσε ότι θα έβλεπα πράγματα που δε θα μου άρεσαν, ότι θα ερχόμουνα αντιμέτωπη με καταστάσεις που δε θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσω, προσπαθούσε να με πείσει ότι ο κόσμος δεν ήταν αυτός ο φωτεινός πίνακας που κοιτούσα μέχρι τώρα. Αλλά όσο μου τα έλεγε αυτά, τόσο εγώ πείσμωνα. Δεν ήξερε πόσο ξεροκέφαλη κατά βάθος ήμουνα.

«Είμαι έτοιμη», του φώναζα. «Είμαι έτοιμη από καιρό. Προτού καν σε γνωρίσω».

«Είσαι έτοιμη για τι, Χοπ;» με ρωτούσε ξανά και ξανά. «Για να κάνεις τι;» Σα να με περνούσε από εξετάσεις. Λες και δοκίμαζε την αποφασιστικότητα και τις αντοχές μου.

«Μοιάζουμε πολύ Άντι, και το ξέρεις», του απάντησα την τελευταία φορά.

«Το ξέρω», ομολόγησε, μ’ εκείνα τα μάτια που έσταζαν κατανόηση και καλοσύνη -αλλά και μια σκληρά αποκτημένη στο πέρασμα του χρόνου γνώση- που δε με άφηναν ποτέ να μείνω για πολύ μαζί του θυμωμένη.

«Τότε γιατί; Γιατί προσπαθείς να μ’ αποθαρρύνεις;»

«Επειδή εσύ έχεις πολλά να χάσεις, ενώ εγώ απολύτως τίποτα. Αυτή είναι ίσως η μοναδική μας διαφορά, και κάθε άλλο παρά μικρή είναι».

«Θέλω να σε βοηθήσω. Το θέλω όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο».

«Με βοηθάς, με το να είσαι εκεί. Δε θέλω να σε βάλω στο φαύλο κύκλο μου. Και πριν με ρωτήσεις σου απαντώ: Ναι, φαύλος είναι ο κύκλος! Αλλά κάποιοι πρέπει να συνεχίσουν να παραδέρνουν μέσα σ’ αυτόν, αλλιώς τίποτα δε θ’ αλλάξει ποτέ. Και, αν θες ν’ ακούσεις την ωμή αλήθεια, κρύβει πολλούς κινδύνους».

«Δε φοβάμαι τίποτα. Μην προσπαθείς να με τρομοκρατήσεις με τις λέξεις σου. Δε σου πάει. Όσο για τις αλλαγές, κάποια πράγματα μπορούν στα σίγουρα ν’ αλλάξουν, όπως άλλαξα κι εγώ».

«Εσύ ποτέ δεν άλλαξες, δε χρειαζότανε ν’ αλλάξεις. Απλά βρήκες την ευκαιρία ν’ ανακαλύψεις ποια στ’ αλήθεια είσαι. ποια κρυβόταν πίσω από την εικόνα σου».
«Λέγε ό,τι θες. Τα λόγια μπαίνουν από το ένα αυτί και βγαίνουν απ’ το άλλο. Ούτε τα καλοπιάσματα, ούτε και οι αμήχανες απειλές σου δε θα με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Ίσως να μην είμαι εσύ, αλλά θα μπορούσα, είμαι σίγουρη γι’ αυτό, να γίνω κάποια σαν κι εσένα».

«Μην το κάνεις. Μην το επιχειρήσεις καν. Σταμάτα να κοιτάς μονάχα το χαμόγελό μου και να χαίρεσαι, δες κι όλες αυτές τις σιωπές που κρύβονται από πίσω του. Είναι μοναχικός πολύ ο δρόμος που επέλεξα ν’ ακολουθήσω, Χοπ, αλλά είναι καλά χαραγμένος στο χάρτη της ελπίδας. Αρκετά όμως, δε θέλω να μιλήσω άλλο για μένα».

«Μα ποτέ δε μου μιλάς για σένα, κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά μας. Αν δεν ήταν η Ρόντα δε θα σε ήξερα σχεδόν καθόλου, θ’ αγαπούσα ένα μόνο κομμάτι σου…».

«Ωραία λοιπόν, πάμε», μου είπε ξαφνικά και λίγο απότομα, μα αποφασιστικά. Μ’ ένα χαμόγελο λίγο πικρό, με πήρε απ’ το χέρι και με βήματα γοργά με οδήγησε στον υπόγειο.

Συνεχίζεται

Η σειρήνα του υπερωκεάνιου

Ο δρόμος του φεγγαριού
Αβραμίδης Όμηρος

Εκδ Ωκεανίδα
  
"Φεύγω και σε παίρνω μαζί μου. Θα θυμάμαι πάντα τα βουρκωμένα τούτη την ώρα μάτια σου, το θλιμμένο βλέμμα σου που ακόμα και τώρα με κοιτάζει με μια ελπίδα να κρυφοκαίει στο βάθος του, πως θα τα ξεχάσω όλα και θα ριχτώ ξανά στην αγκαλιά σου. Φεύγω, αλλά να ξέρεις, θα σ' αγαπώ πάντα. Ποιος ξέρει τι είναι αυτό που αποφασίζει τώρα για λογαριασμό μου..."

Η σειρήνα του υπερωκεάνιου ήρθε να διακόψει τις σκέψεις της. Το καράβι έφευγε.
Ποιος αποφάσιζε, αλήθεια, για λογαριασμό της Χρύσας όταν άφηνε τον Αλέκο, τον άντρα που αγαπούσε, για να μεταναστεύσει στην Αυστραλία; Ένα επεισόδιο, μια παρεξήγηση.
Kαι ποιος αποφάσιζε όταν, δέκα χρόνια αργότερα, έπαιρνε κι εκείνος το δρόμο για την Αυστραλία; Σίγουρα όχι ο ίδιος. Αποφάσιζε μήπως η μοίρα, που ήρθε με τη μορφή της ξένης εισβολής, του πολέμου, της καταστροφής, της προσωπικής του τραγωδίας, κι έδειχνε και σ' εκείνον το δρόμο της μετανάστευσης; 
Σχετικό video

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010


"Ο κόσμος της κυρίας Ολιβ", Elizabeth Strout (Αγκυρα)
της Γκέλης Βούρβουλη

Η Ελίζαμπεθ Στράουτ κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ (2009) με αυτό το βιβλίο, το οποίο δεν είναι ούτε ακριβώς μυθιστόρημα, ούτε συλλογή διηγημάτων. Είναι 13 ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους μέσω μιας συνταξιούχου καθηγήτριας μαθηματικών, η οποία ζει σε μία παραθαλάσσια πόλη του Μέϊν και βαδίζει προς την όγδοη δεκαετία της ζωής της σε μόνιμη κατάσταση θυμού, χωρίς να ζητάει συγνώμη από κανέναν και για τίποτα. Ψηλή, υπέρβαρη και πάντα μ’ έναν κακό λόγο για όλους, συνδέει τα πρόσωπα των ιστοριών σαν μια ανάποδη αράχνη. Τον ιστό τον υφαίνουν οι άλλοι. Η κυρία Ολιβ γερνάει παρατηρώντας τη ζωή γύρω της, οργισμένη, ισοπεδωτική και συχνά για πολλά χαστούκια – αλλά σύντομα φαίνεται ότι ο θυμός είναι το μόνο πράγμα που την κρατάει ζωντανή.

Η Στράουτ πετυχαίνει κάτι δύσκολο με αυτό το όχι ακριβώς μυθιστόρημα. Στήνει τις ιστορίες της γύρω από έναν κλασσικά «αντιεμπορικό» χαρακτήρα - μία αντιπαθέστατη γριά γυναίκα, που ενοχλεί ακόμα και τον εαυτό της – και υποχρεώνει τον αναγνώστη να τελειώσει το βιβλίο κλείνοντας το μάτι στην κυρία Ολιβ. Καλά τα πάτε, μαντάμ. Όποιος έχει το θράσσος να δηλώσει σε 17χρονη ανορεξική ότι πάσχει από την ίδια ασθένεια και γι’ αυτό μπουκώνει τα ντόνατ δύο-δύο, μπορεί να χάνει συγγενείς και φίλους αλλά κερδίζει το Πούλιτζερ.
πηγή: www.protagon.gr

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Εδώ στην Ελλάδα, στις παρέες γελάτε ακόμη...

Γράφει η Εριφύλη Μαρωνίτη
«Ολοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι έζησαν τόσο δύσκολα και όμως δεν το έβαλαν κάτω. Δεν υπέμειναν τη μίζερη ζωή τους, αλλά προσπάθησαν για μια άλλη ζωή, αυτήν-αυτές που πραγματεύομαι στο βιβλίο». Είναι η Βικτόρια Χίσλοπ που έκανε την έκπληξη με το μπεστ σέλερ της για το νησί των λεπρών και επιστρέφει στο προσκήνιο με αφορμή την τηλεοπτική μεταφορά του
«Στο Νησί, η επιλογή δεν υπήρξε ακριβώς δική μου. Η Σπιναλόγκα περίμενε...», λέει στο «Βιβλιοδρόμιο» η βρετανή συγγραφέας. «Εκανα διακοπές με την οικογένειά μου στην Κρήτη και ένα απόγευμα επισκεφθήκαμε μαζί με άλλους τουρίστες το νησί. Η ατμόσφαιρα, η επίδραση πάνω μου ήταν καταλυτική. Και η ανάγκη να αρχίσω μια ιστορία, επιτακτική! Δεν περιφερόμουν αναζητώντας θέμα για να γράψω εκείνη την εποχή. Στην πραγματικότητα, δεν έγραφα καν μυθοπλασία όταν άρχισα τοΝησί. Οταν όμως πήγα σε εκείνο τον τόπο, το ένιωσα το θέμα, την ιστορία που περίμενε, την ιστορία».
Πηγαίνατε συχνά στην Κρήτη και παρακολουθούσατε τα γυρίσματα για το τηλεοπτικό σίριαλ. Εντυπώσεις, σχόλια;
Ολα προχωρούσαν πολύ καλά. Παραγωγή, σκηνοθεσία, ερμηνείες και γυρίσματα είναι υψηλής ποιότητας. Είμαι ευτυχής και νομίζω ότι και οι θεατές πραγματικά θα εντυπωσιαστούν. Αλλωστε συνεργάστηκα εξαρχής πολύ καλά με τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου που έκανε την τηλεοπτική μεταφορά. Μου διάβαζε τα σενάριά της και με βοηθούσε, μεταφράζοντας, να παρακολουθώ την εξέλιξη της ιστορίας και εγώ σημείωνα τα τυχόν σχόλιά μου.

Και είναι πιστή στο βιβλίο σαςη τηλεοπτική μεταφορά;
Οταν μεταφέρεις ένα βιβλίο στον κινηματογράφο, η υπόθεση συμπτύσσεται. Για 26 όμως τηλεοπτικά επεισόδια πρέπει να επεκταθείς. Το σίριαλ παρουσιάζει όλα όσα υπάρχουν στο βιβλίο μου, αλλά μαζί με καινοτομίες, νέα πρόσωπα κυρίως, που ζουν στη Σπιναλόγκα και σχετίζονται με τους ήρωες του βιβλίου. Θα δείτε...

Αννα,Μαρία,Σοφία,Ελένη,Αλέξις- οι γυναίκες κυριαρχούν στο «Νησί». Θα αναγνωρίζατε σε κάποια τον εαυτό σας;
Αυτοβιογραφικά στοιχεία έχει η Ελένη, αλλά από τη μητέρα μου. Την είχα έντονα στο μυαλό μου όταν έγραφα για την Ελένη. Η ίδια όμως δεν ταυτίζομαι με κάποια από τις γυναίκες. Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία διάσπαρτα σε διάφορα πρόσωπα, αλλά κανένα δεν είμαι εγώ. Θα ήθελα να είμαι καλή σαν τη Μαρία, αλλά το ξέρω πως δεν είμαι!

Περισσότερο στο επόμενο μυθιστόρημά σας, τον «Γυρισμό», όπου ίσως το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται με έντονη δραματικότητα στον ισπανικό Εμφύλιο, και λιγότερο στο «Νησί», η μυθοπλασία διασταυρώνεται με την Ιστορία.Ο λόγος;
Είναι μια μανία που με έπιασε γύρω στα σαράντα. Να ψάχνω και να μαθαίνω τι είχε συμβεί σε έναν τόπο, προτού τον επισκεφθώ. Η ιστοριογραφία έχει την κληρονομιά της. Το χθες επηρεάζει το σήμερα. Γιατί γράφω για την Ελλάδα και την Ισπανία; Γιατί ενώ είναι τα μέρη όπου πηγαίνουμε για διακοπές, οι γνώσεις μας γι΄ αυτά συνήθως είναι μηδενικές και επιδερμικές! Θέλησα λοιπόν να μάθω περισσότερα και άρχισα να ψάχνω. Περισσότερο ίσως για την Ισπανία, λιγότερο για το «Νησί». Εκατομμύρια Βρετανοί πηγαίνουν κάθε χρόνο στην Ισπανία και οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα ούτε για τον φοβερό Εμφύλιο ούτε για τη δικτατορία του Φράνκο.

Για τον ελληνικό Εμφύλιο έχετε σκεφθεί να γράψετε;
Με είχε απασχολήσει όταν μιλούσα με ανθρώπους στην Ελλάδα για τον Γυρισμό, γνωρίζοντας ότι είχατε και εσείς τον δικό σας Εμφύλιο και ότι, αν και πόλεμοι πολύ διαφορετικοί, έχουν αναλογίες. Βιβλίο, μυθοπλασία, για τον ελληνικό Εμφύλιο δεν θα έγραφα όμως. Νομίζω πως παραμένει ένα πολύ ευαίσθητο θέμα και ιδιαίτερα σύνθετο για τους Ελληνες. Ενα παρελθόν, όχι όμως και τόσο παλιό, που χώρισε στα δύο οικογένειες και χωριά- τη χώρα. Βέβαια, αν έγραφα κάποιο θέμα που θα σχετιζόταν με την Ελλάδα του 1940, του 1950 ή του 1960, σίγουρα θα υπήρχαν αναφορές και στον Εμφύλιο.

Μου κάνει εντύπωση η προσεκτικά σχεδιασμένη πλοκή στα μυθιστορήματά σας, με δύο ιστορίες παράλληλες, μία στο παρόν και μία στο παρελθόν που καθορίζει τελικά την πρώτη. Είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς;
Φοβάμαι πως ναι! Καμιά φορά, εύχομαι να ήταν διαφορετικά. Να είχα το έμφυτο χάρισμα να μου έβγαιναν οι ιστορίες πιο γρήγορα! Συνήθως όμως, όταν ένας συγγραφέας γίνεται εύγλωττος, είναι γιατί στην πραγματικότητα έχει δουλέψει πολύ πάνω σε κάτι. Οι αναγνώστες διαβάζουν σε πέντε λεπτά ένα κομμάτι που εσένα σου έχει πάρει δεκαπέντε ώρες για να το γράψεις. Επί χρόνια κοιτούσα πόσες λέξεις είχα γράψει μέσα σε μία ημέρα και δεν το πίστευα πόσο λίγες ήταν. Ισως επειδή δουλεύω και ξαναδουλεύω το ίδιο τμήμα. Κάνω πολλά προσχέδια, ξοδεύω πολύ χρόνο μέχρι να μαζέψω και να συσχετίσω τα κομμάτια της ιστορίας. Ταυτοχρόνως παραμένω ανοιχτή και σε αλλαγές. Διότι στη διαδικασία της γραφής μπορεί να παρεκκλίνω από την αρχική πλοκή και το σχεδίασμα. Ενδέχεται ο εαυτός σου να σε αιφνιδιάσει όταν γράφεις, πρέπει λοιπόν να είσαι προετοιμασμένος, να αλλάξεις το ένα ή το άλλο.

Συγγραφέας αλλά και δημοσιογράφος στη «Sunday Τelegraph», στην «Daily Τelegraph», στο «Women & Ηome». Η ανταπόκρισή σας από τη φετινή Ελλάδα της οικονομικής κρίσης;

Βέβαια τα γυρίσματα γίνονταν κοντά σε κοσμοπολίτικες τουριστικές περιοχές και από εκεί δεν μπορείς να κρίνεις. Συζητώντας όμως με έλληνες φίλους, η κατάσταση μου φαίνεται πολύ στενόχωρη. Ελπίζω, ύστερα από ένα ή δύο επώδυνα χρόνια, να οδηγήσει σε μια αλλαγή προς το καλύτερο. Ξέρετε, με συναρπάζει να μιλώ για την Ελλάδα και το πόσο αγαπώ τη χώρα σας. Οι περισσότερες βρετανικές εφημερίδες μιλούν μόνο αρνητικά. Δεν δείχνουν την καλή όψη. Δείχνουν τουρίστες που δεν μπορούν να επιβιβαστούν στα πλοία ή άλλους που αδυνατούν να μετακινηθούν λόγω απεργίας. Μια γκρίζα εικόνα της Ελλάδας που με ενοχλεί. Θέλω να τους πω πως αυτό δεν είναι παρά μια πτυχή και ότι φυσικά και μπορείς να πας διακοπές στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν παντού φωτιές ούτε διαδηλωτές στους δρόμους. Και το λέω όποτε μου δοθεί η ευκαιρία. Ξέρετε, δεν θέλω να ακουστώ υπεραισιόδοξη, αλλά αυτό που παίρνεις από την Ελλάδα είναι η φυσική ομορφιά, το τοπίο, η κουλτούρα και, ευτυχώς, αυτά σχετίζονται με το χρήμα. Αν μπορείς να καθήσεις σε ένα καφενείο και να πιεις με φίλους έναν καφέ ή μια μπίρα, μπορείς και απολαμβάνεις μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Στην Ελλάδα στις παρέες γελάτε ακόμη, μου έκανε εντύπωση. Αν είσασταν στην Αγγλία, όπου μπορεί να μην αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα αλλά η ύφεση είναι σοβαρή, θα βλέπατε ότι ο κόσμος δεν βγαίνει πια έξω. Δεν υπάρχει και η συνήθεια του «βγαίνω για καφέ» όπως σε εσάς. Εσείς εξακολουθείτε να μαζεύεστε γύρω από ένα τραπέζι, κουβεντιάζετε, διασκεδάζετε μεταξύ σας- και αυτό είναι, πάλι, κάτι που δεν αγοράζεται με χρήματα. Κάτι διαφορετικό, όμορφο, η έννοια της φιλίας, της παρέας. Στην Αγγλία ο κόσμος κλείνεται στο σπίτι του, πίσω από κλειστές πόρτες και τραβηγμένες κουρτίνες.

πηγή: www.tanea.gr

Ρωσία καλεί ανθρωπότητα



Γράφει η Σοφία Νικολαΐδου www.snikolaidou.gr
Ενα συγγραφικό ταμπεραμέντο που δεν συμβιβαζόταν με τίποτα. Ο Αντρέγιεφ υπήρξε το λογοτεχνικό αστέρι της εποχής του. Χιλιάδες αντίτυπα, διθυραμβικές κριτικές. Στα έργα του θέτει σπαρακτικά φιλοσοφικά ερωτήματα και εστιάζει σε πολύπλοκες ψυχολογικές καταστάσεις. Ρώσικος ρεαλισμός, που καταβυθίζεται στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Ο Αντρέγιεφ (1871-1919) υπήρξε πρωτότυπος και αμφιλεγόμενος. Εζησε σε μια εποχή κρίσεων και ανατροπών στη Ρωσία- και στον κόσμο ολόκληρο. Η παλιά τάξη πραγμάτων καταποντιζόταν, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σφράγιζε, με άφθονο αίμα, το τέλος μιας εποχής. Καταθλιπτικός, ταλανιζόταν από κρίσεις αμφιβολίας. Πότης και ασυμβίβαστος. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει, όταν ήταν φοιτητής. Σπάνιο ταλέντο στη φωτογραφία, έγραψε διηγήματα και θεατρικά έργα. Οι κριτικοί τσακώνονταν ποιος θα τον εγκωμιάσει πρώτος. Οι εκδόσεις των έργων του εξαντλούνταν λίγες μέρες μετά την πρώτη τους κυκλοφορία. Οι αναγνώστες τον μισούσαν ή τον λάτρευαν. Η λογοκρισία απαγόρευε τις παραστάσεις του. Η κόμισσα Τολστόι ζήτησε την κεφαλή του επί πίνακι, γιατί εξέθετε τα σεξουαλικά προβλήματα των νέων. «Θέλω να γίνω ο απόστολος της αυτοκαταστροφής. Θέλω με το βιβλίο μου να επηρεάσω τη λογική, τα συναισθήματα, τα νεύρα του ανθρώπου, ολόκληρη τη ζωώδη του φύση», σημείωνε στο ημερολόγιό του. Η τρανταχτή επιτυχία ξεχνιέται, τις περισσότερες φορές, μετά θάνατον. Η λήθη είναι η αναγνωστική μοίρα των πολύ επιτυχημένων. Ο Αντρέγιεφ διέψευσε τα λογοτεχνικά προγνωστικά.
Στο διήγημα «Η σκέψη», ο γιατρός Ιγκνάτγεβιτς Κερζέντσεφ διαπράττει φόνο. Κλείνεται σε ψυχιατρείο. Η αστυνομική έρευνα μελετά τα ημερολόγιά του. Αυτά αποτελούν τη βάση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο αφηγητής αναφέρεται στο θύμα του, τον Αλεξέι Κωνσταντίνοβιτς Σαβιέλοφ, στενό του φίλο από το γυμνάσιο, και στη σύζυγο του φίλου του Τατιάνα Νικολάγεβνα. Θυμίζει ότι της έκανε πρόταση γάμου, δυο χρόνια προτού εκείνη επιλέξει τον Αλεξέι.
Μέσα από έναν σπαρακτικό μονόλογο, ο αφηγητής, μιλάει για το έγκλημα και την τρέλα.
Αναφέρεται στον Ντοστογιέφσκι και τον Μωπασάν. Ψαύει τη σκοτεινή ρίζα της παράνοιας. Την τυφλή αφετηρία της. Εκφυλισμός ή απόφαση; Για ποιο λόγο δολοφονεί τον φίλο του ο γιατρός; Επειδή αγαπούσε την Τατιάνα, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει; Ή επειδή η Τατιάνα αγαπούσε τον άντρα της, όπως επιμένει η ίδια; Μέσα στον στρόβιλο της αφηγηματικής τρέλας, κάθε παραλογισμός ακούγεται λογικός και πειστικός.
Τρέλα και βία: το κεφάλι του θύματος γίνεται κομμάτια. Σαλεμένος νους και υπερβολική προσοχή, ταυτόχρονα. Συναισθηματικό χάος και νοητική ευταξία. Ο αφηγητής αναπτύσσει τον πρωτοπρόσωπο λόγο του κι εμείς ακούμε τη φωνή του να ανεβοκατεβαίνει κλίμακες αισθημάτων, να χτίζει και να γκρεμίζει σκέψεις και λογικές συνεπαγωγές, να αντηχεί σε ένα άδειο δωμάτιο.
Ομοβροντία
Στο δεύτερο διήγημα του τόμου, με τίτλο «Ο κυβερνήτης», ο κυβερνήτης Πιοτρ Ιλιτς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει έξαλλους εργάτες εργοστασίου, μετά από τρεις εβδομάδες απεργίας. Πετούν πέτρες, πληγώνουν τον αρχηγό της αστυνομίας. Ο κυβερνήτης κάνει νόημα. Ακολουθεί ομοβροντία πυρών. Σαράντα επτά νεκροί, ανάμεσά τους εννιά γυναίκες και τρία παιδιά. Τρία μικρά κοριτσάκια.
Ο κυβερνήτης ζητά να δει τα πτώματα, σηκώνει το πανί που τα σκεπάζει. Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Μέσα από μια πλοκή χωρίς τρανταχτά γεγονότα, μέσα σε μια ασφυκτική ατμόσφαιρα, ο κυβερνήτης θεωρείται ξεγραμμένος. Ολοι τον αντιμετωπίζουν σαν μέλλοντα νεκρό: η γυναίκα του, η οικογένειά του, οι άνθρωποι γύρω του. Η περιοχή βοά: κάποιος θα τον σκοτώσει. Το δίχτυ πέφτει πάνω του αναπόδραστο κι αρχίζει να τον σφίγγει.
Πάνω σ΄ αυτόν τον καμβά, σκηνοθετείται ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά διηγήματα που έχω διαβάσει. Με λεπταίσθητες πινελιές, πεταμένα λόγια και ασήμαντες πράξεις, όλοι πείθονται πως αυτό που είναι να συμβεί θα συμβεί. Και πράγματι συμβαίνει, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ο κυβερνήτης δέχεται επιστολές, απειλές, συμβουλές. Δεν εγκαταλείπει το πόστο του. Η κάθε φράση μετεωρίζεται και, την ίδια στιγμή, παίρνει τη θέση της στο αφηγηματικό σχέδιο. Η μετάφραση του κειμένου, με τον αφηγηματικό ρυθμό σε πλήρη ένταση, επιλέγει και συναρμόζει τις λέξεις της με συγγραφική μαεστρία.
πηγή:www.tanea.gr

Ο λαός δεν είναι κότα!

Ο Αντρέγιεφ βρίσκει ευκαιρία να αποτυπώσει την κοινωνική ένταση της εποχής και της χώρας του, στην επιστολή που απευθύνει κάποιος υποτελής στον κυβερνήτη-ήρωα του ομότιτλου διηγήματός του: «Αξιότιμε κύριε! Ο λαός δεν είναι κότα. (...) εμείς εξακολουθούμε να υπάρχουμε κι όπως ανάμεσά σας υπάρχουν αυτοί που θα κληρονομήσουν τον τίτλο της ευγενείας, δηλαδή οι τύραννοι, ανάμεσά μας είναι αυτοί που κληρονομικά θα ανήκουν στην εργατική τάξη, δηλαδή οι σκλάβοι».
Δεν είμαι οπαδός του αμείλικτου ρεαλισμού. Πιστεύω πως η αποτύπωση της κοινωνικής και ψυχολογικής πραγματικότητας, αν υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί έργο της λογοτεχνίας, χρειάζεται «πέταγμα», απογείωση, μια αποφασισμένα λοξή ματιά στα πράγματα, για να γίνει τέχνη. Τα δύο μεταφρασμένα διηγήματα του Αντρέγιεφ, γραμμένα στις αρχές του 20ού αιώνα, ολόφρεσκα και επίκαιρα σήμερα, διατηρούν αυτό το δυσπερίγραπτο «κάτι», που καθιστά τα κείμενα ανθεκτικά στον χρόνο και αξιανάγνωστα.
Ο Αντρέγιεφ είχε, υποθέτω, το εκρηκτικό ταλέντο να γράφει ευπώλητα κείμενα που λάτρευαν οι σύγχρονοί του, χωρίς αυτό να τα καθιστά ληξιπρόθεσμα. Τουναντίον. Αλλωστε, η νίκη της μεγάλης λογοτεχνίας είναι ο τρόπος που βρίσκει, κάθε φορά, να εισχωρεί στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Από τις σπηλιές ώς τους ουρανοξύστες, η λογοτεχνία έδινε στην ανθρώπινη εμπειρία όνομα και πλοκή. Η πραγματική πραγματικότητα θα ήταν πιο φτωχή χωρίς τη λογοτεχνία, κι αυτό το ξέρουν καλά συγγραφείς κι αναγνώστες. Κι ο μάστορας Αντρέγιεφ, σίγουρα.
πηγή: www.tanea.gr

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

οι καλύτερες πωλήσεις

ΕΥΠΩΛΗΤΑ

Σε αυτή τη στήλη παρουσιάζονται κάθε εβδομάδα οι καλύτερες πωλήσεις που σημειώθηκαν σε ένα βιβλιοπωλείο το επταήμερο που πέρασε. Σήμερα τα βιβλιοπωλεία Παπασωτηρίου 1 ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ της Λένας Μαντά (Εκδόσεις Ψυχογιός) 2 ΛΕΥΚΗ ΟΡΧΙΔΕΑ της Καίτης Οικονόμου (Εκδόσεις Ψυχογιός) 3 ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΕΤΩΝ 29... ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΨΙΛΑ της Θεοφανίας Ανδρονίκου-Βασιλάκη (Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί) 4 ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ των Γιάννη και Μαρίας Αλεξάνδρου...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


1. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ της Λένας Μαντά (Εκδόσεις Ψυχογιός)
2. ΛΕΥΚΗ ΟΡΧΙΔΕΑ της Καίτης Οικονόμου (Εκδόσεις Ψυχογιός)
3. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΕΤΩΝ
4. ... ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΨΙΛΑ της Θεοφανίας Ανδρονίκου-Βασιλάκη (Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί)
5. ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ των Γιάννη και Μαρίας Αλεξάνδρου (Εκδόσεις Λιβάνη)
6. ΟΛΑ ΣΟΥ ΤΑ ΄ΜΑΘΑ ΜΑ ΞΕΧΑΣΑ ΜΙΑ ΛΕΞΗ του Δημήτρη Μπουραντά (Εκδόσεις Πατάκη)
7. ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ της Ρένας Ρώσση-Ζαΐρη (Εκδόσεις Ψυχογιός)
8. ΙΜΑΡΕΤ- ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ του Γιάννη Καλπούζου (Εκδόσεις Μεταίχμιο)
9. ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΛΕΝΕ ΑΛΗΘΕΙΑ της Εύας Ομηρόλη (Εκδόσεις Λιβάνη)
10. ΔΩΡΟΘΕΑ ΝΤΕ ΡΟΠΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ του Γιώργου Πολυράκη (Εκδόσεις Ψυχογιός)
11. ΜΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΚΙ ΟΡΚΟ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ... της Κατερίνας Παπανικολάου (Εκδόσεις Λιβάνη)



ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ, ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΗ της Αλί Νοζούντ (Εκδόσεις Μodern Τimes)
2. ΤΟ ΝΗΣΙ της Βικτόρια Χίσλοπ (Εκδόσεις Διόπτρα)
3. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ του Στιγκ Λάρσον (Εκδόσεις Ψυχογιός)
4. ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ του Νταν Μπράουν (Εκδόσεις Λιβάνη)
5. ΣΚΕΨΟΥ ΕΝΑΝ ΑΡΙΘΜΟ του Τζον Βέρντον (Εκδόσεις Διόπτρα)
6. ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ του Ζ.-Μ. Γκ. Λε Κλεζιό (Εκδόσεις Πατάκη)
7. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ του Στιγκ Λάρσον (Εκδόσεις Ψυχογιός)
8. ΤΟ ΝΗΣΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ της Ιζαμπέλ Αλιέντε (Εκδόσεις Ωκεανίδα)
9. ΕΝΑΣ ΤΕΛΕΙΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ του Τζον Λε Καρέ (εκδόσεις Βell)
10. ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΘΕΙΣ του Χόρχε Μπουκάι (Εκδόσεις Οpera)


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/Vivlia.asp#ixzz0xSVd0uyt

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Έρως και κατασκοπεία στην Αθήνα του μεσοπολέμου


ΔΩΡΟΘΕΑ ΝΤΕ ΡΟΠ
Γιώργος Πολυράκης
Εκδ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Θα την πω την αμαρτία μου: έχω μια ακατανίκητη έλξη για τα μυθιστορήματα που έχουν ως τίτλο ένα ''εξωτικό'', απαραιτήτως ξενόγλωσσο, γυναικείο όνομα. Επίσης, λατρεύω από άποψη αισθητικής την εποχή του μεσοπολέμου. Και αυτοί ήταν οι δύο λόγοι που πήρα στα χέρια μου το ήδη best seller του συγγραφέα και γιατρού, Γιώργου Πολυράκη.

Έτσι βρέθηκα να διαβάζω ένα ''χορταστικό'' -τόσο όσον αφορά στον αριθμό των σελίδων του όσο και στην πλοκή του-, μυθιστόρημα της ''παλιάς σχολής'', όπου πρωταγωνιστούν οι έρωτες και τα πάθη, τα μυστικά και τα ψέματα, οι παρεξηγήσεις αλλά και τα δραματικά γεγονότα που χωρίζουν τους εραστές. Αλλά, αν νομίζετε ότι η ''Δωροθέα ντε Ροπ'' είναι μόνο ένα αισθηματικό μυθιστόρημα, κάνετε λάθος: είναι ταυτόχρονα και ένα ενδιαφέρον διπλωματικό και αστυνομικό θρίλερ: Τούρκοι κατάσκοποι προσπαθούν να διαβρώσουν την ελληνική υψηλή κοινωνία της εποχής, ενώ παράλληλα, σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι της Κηφισιάς, ένα σατανικό, δολοφονικό σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή...

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, η ριψοκίνδυνη και ατίθαση Λετονή βαρόνη Δωροθέα ντε Ροπ, πρώην ερωμένη του βασιλιά της Αλβανίας, ακολουθεί στην Αθήνα του 1934 το μεγάλο έρωτα της ζωής της, έναν επίσης Αλβανό διπλωμάτη. Προκειμένου όμως να καταφέρει να ξεφύγει από τη ''χρυσή φυλακή'' όπου την είχε εγκλωβίσει ο ισχυρός πρώην εραστής της, δέχεται τη βοήθεια Τούρκων κατασκόπων που επιχειρούν, εκβιάζοντάς την, να τη χρησιμοποιήσουν ως πιόνι στα σχέδιά τους. Η Δωροθέα αγωνίζεται να αντισταθεί στους εκβιαστές, αναζητώντας απεγνωσμένα διέξοδο από την παγίδα στην οποία εγκλωβίστηκε. Στο πλάι της, η Ελληνογαλλίδα φίλη της Κολέτ, η οποία εργάζεται ως δασκάλα γαλλικών στην πολυτελή έπαυλη της οικογένειας Σερέτη - εκεί όπου συμβαίνουν κάποια πολύ περίεργα και άκρως επικίνδυνα γεγονότα που απειλούν τη ζωή της...

Ο συγγραφέας έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στην απόδοση της ατμόσφαιρας και του τρόπου ζωής της μεγαλοαστικής, πάντα, τάξης, ενώ και τα πολιτικά γεγονότα που διαδραματίζονταν τότε αξιοποιούνται σωστά ως φόντο, αλλά και ως αφετηρίες δραματικών εξελίξεων για τις ζωές των ηρώων. Η δε αστυνομική subplot, με επίκεντρο τη δευτεραγωνίστρια Κολέτ, λειτουργεί άψογα σε επίπεδο μυστηρίου και σασπένς (θυμίζοντας αρκετά το ύφος της Άγκαθα Κρίστι) και θα έλεγα ότι, από ένα σημείο και μετά, κλέβει την παράσταση από τις περιπέτειες της βασικής ηρωίδας.

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, το βιβλίο αποτελεί καλή συντροφιά για τις καλοκαιρινές διακοπές: θα σας ταξιδέψει πίσω στο χρόνο, σε μια Αθήνα που μόνο από παλιές φωτογραφίες μπορούμε να φανταστούμε και σε μια εποχή ταραγμένη πολιτικά και κοινωνικά αλλά την ίδια στιγμή ρομαντική και παθιασμένη, όπου όταν οι άνθρωποι έλεγαν ''πεθαίνω από έρωτα'', κυριολεκτούσαν.
Αγγέλα Γαβρίλη
πηγή: www.diavasame.gr

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Aγοραπωλησίες Βιβλίων

Το booknights.gr σε συνεργασία με το Sosivio.gr σας δίνουν την δυνατότητα να αγοράσετε ή να πουλήσετε βιβλία.

Eπισκεφτήτε την σελίδα!

Ταξιδεύουμε στην Ελλάδα μ’ένα βιβλίο!


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ - PSICHOGIOS PUBLICATIONS

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ - PSICHOGIOS PUBLICATIONS


Τελευταία ημέρα συμμετοχής στο μεγάλο ταξιδιωτικό διαγωνισμό μας!
Όσοι δεν το έχετε κάνει ήδη, μπορείτε να συμμετάσχετε συμπληρώνοντας τα στοιχεία σας στο http://www.psichogios.gr/site/content/contest μέχρι τις 12:00 μ.μ. της 20ης Αυγούστου, και 4 τυχεροί από εσάς θα έχετε την ευκαιρία να ταξιδέψετε με ένα ακόμα άτομο της επιλογής σας σε Μάνη, Σαντορίνη, Σπέτσες ή Ύδρα.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Ένα τελείως ασήμαντο γεγονός

Ο αγαπημένος των μελισσών
Ανδρέας Μήτσου

εκδ Καστανιώτης
Του Αλέξη Ζήρα

Αν ισχύει και δεν είναι κι αυτό μία ακόμα επινόηση του συγγραφέα, ανάμεσα στις τόσες ακραίες επινοήσεις, που ξέρουμε από τα προηγούμενα βιβλία του ότι τις αγαπά πολύ, το περιστατικό που περιγράφει με συντομία ο Ανδρέας Μήτσου στο οπισθόφυλλο του «Αγαπημένου των μελισσών» (Καστανιώτης) είναι το απλούστερο έναυσμα που θα μπορούσε να υπάρξει για μια μυθοπλασία. Ένας μεσήλικας επιτίθεται σε έναν νεότερο άντρα την ώρα που κάνουν το απογευματινό θαλάσσιο μπάνιο τους. Χωρίς να υπάρχει κάποιος φανερός λόγος, τον αρπάζει από τον λαιμό και προσπαθεί να τον στραγγαλίσει, οπότε ο νεότερος και δυνατότερος τον ακινητοποιεί και τον παραδίδει στην αστυνομία. Αυτό είναι όλο. Ένα τελείως ασήμαντο γεγονός, από αυτά που συμβαίνουν κατά δεκάδες καθημερινά. Κι όμως, από αυτό το σχεδόν επουσιώδες ακόμα και να αναφερθεί περιστατικό ξεκινάει ο Μήτσου για να χτίσει την περίπου αδιανόητη και σπρωγμένη στα άκρα μυθοπλασία του.

Με το να προσθέτει κομμάτι στο κομμάτι τα μέρη μιας εξωφρενικής, βαθύτατα παράλογης ιστορίας, η οποία όμως, αν γνωρίζουμε κάπως την τυπολογία και τα γενετικά χαρακτηριστικά πολλών προηγούμενων ιστοριών του, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Θέλω να πω ότι και τούτο, το σχετικά δύσκολο στην προσπέλασή του αφήγημα έχει στη βάση και στα έγκατά του την παράδοξη, λοξή ματιά του Μήτσου, με την οποία πολλές φορές έχει αναποδογυρίσει τα απλούστερα και έχει δημιουργήσει στον αναγνώστη μια αίσθηση ανοικειότητας, αποξένωσης. Σε αρκετά από τα πεζά του ‒τουλάχιστον στα πιο φιλόδοξα από αυτά‒ υψώνει απότομα, απροειδοποίητα μια μηχανή διάλυσης και καταστροφής της οικείωσής μας, εκεί που νομίζουμε ότι τα πάντα «βαίνουν καλώς» και τα παρακολουθούμε με χαλαρότητα. Από εκεί και πέρα, όλα όσα συμβαίνουν ως καταστάσεις στα πρόσωπα του Μήτσου, όπως τώρα στον «Αγαπημένο των μελισσών», στον Μπρούνο, στον Αριστείδη, στην Ευτέρπη, στη Λιβ και στην Μπριγκίτα, έχουν καθοριστεί πρωθύστερα από αυτή τη στιγμή της καταστροφής. Δηλαδή, τη στιγμή που ξυπνάει ένα δαιμόνιο σε κάποιο από τα πρόσωπα και το σπρώχνει να φύγει από τη συμβατική οδό, να ξεπεράσει τον εαυτό του. Να βγει από τον μοιραίο και ανούσιο ρόλο του και να γίνει ένας μικρός θεός.

Αυτή είναι άλλωστε μέσες άκρες η βαθύτερη ουσία της νουβέλας του Ανδρέα Μήτσου. Ο ελληνολάτρης, σουηδικής καταγωγής και ολλανδικής διαμονής Μπρούνο Γκούσταφσον, ενώ βρίσκεται μέσα στη θάλασσα της Ναυπάκτου, κεραυνοβολείται από την έμπνευση τού να γίνει ένας θεός. Να αλλάξει με μια αποφασιστική κίνησή του τη φορά του κύκλου της ζωής του, να σταματήσει τη χρονική της εξέλιξη, τη φθορά, τα γηρατειά. Να αναστείλει τελικά την έλευση του ίδιου του θανάτου του με το να παρατείνει σε βάθος χρόνου το παρόν του. Και την ίδια στιγμή να αλλάξει τα πεπρωμένα των άλλων, αφού με αυτή την απλή, όσο και παράλογη κίνησή του, να σκοτώσει τον Αριστείδη, τον υποτιθέμενο νεότερο εαυτό του και σωσία του, σπάζει τη φυσική ακολουθία των πραγμάτων, δίνοντάς τους ένα καινούργιο νόημα. Και, όντως, από τη στιγμή που εξαφανίζει τον Αριστείδη, ο οποίος περιέργως πηγαίνει προς το τέλος του μοιρολατρικά, λες και έχει αποδεχτεί τον ρόλο του θύματος σε ένα προκαθορισμένο και αναπότρεπτο σχέδιο, αλλάζει η μοίρα των ανθρώπων που ζουν γύρω από τον Μπρούνο. Το κατ’ αυτόν «ευεργετικό κακό» του δημιουργεί την αυταπάτη ότι είναι ένας μικρός θεός, ότι όλα εξαρτώνται από τις διαθέσεις και τις μηχανεύσεις του. Ως τη στιγμή που, μετά από χρόνια, καταλαβαίνει ότι ένα άλλο ανθρώπινο δαιμόνιο, αφυπνισμένο στον νου και στη φαντασία της εγγονής του, της Μπριγκίτα, αλλά ισχυρότερο από το δικό του, αναλαμβάνει αυτό τώρα, σα μια μορφή θεοδικίας, να επαναφέρει τα διασαλευμένα πράγματα στη φυσική τάξη τους και να αποδώσει δικαιοσύνη. Να πάρει πίσω τον χρόνο που είχε κλέψει ο Μπρούνο με τη δολοφονία του Αριστείδη και, επίσης, να τιμωρήσει την ηθική παρεκτροπή εκεί που όλα έμοιαζαν να έχουν μια κι έξω ρυθμιστεί από την αδικία, από την παράβαση του φονικού.

Όπως και σε άλλα βιβλία του –θυμίζω «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» (1995), αλλά και το διήγημα «Σφήκες» από το ομότιτλο βιβλίο διηγημάτων του 2001–, ο Μήτσου δανείστηκε αρκετά μοτίβα, αρχαιοελληνικά και μεσαιωνικά, ανα-αφηγούμενος ιστορίες πάθους και ιερού φόβου. Στα «Ανίσχυρα ψεύδη» υπάρχει στο βάθος ο μύθος της οικογένειας των Ατρειδών, με τις μεταφορικές προσωποποιήσεις του Αγαμέμνονα, του Ορέστη, της Κλυταιμνήστρας, του Αίγισθου, της Ιφιγένειας κτλ. Στον «Αγαπημένο των μελισσών», τώρα, η αίσθηση του αρχέγονου είναι και πάλι έντονη, με διάσπαρτες νύξεις που μας παραπέμπουν στον θηβαϊκό κύκλο και στον Οιδίποδα. Όχι τόσο με τις συνεχείς ‒και μάλλον υπερβολικές στη συχνότητά και στην έκτασή τους, αχρείαστες κατά τη γνώμη μου‒ πλάγιες αναφορές στην αρχαία και στη νεότερη φιλοσοφία για τον χρόνο, τη λογική, το παράλογο κτλ. Αναφορές που βαραίνουν με μια ρητορική δυσκαμψία την όλη αφήγηση. Όσο κυρίως με το ότι η μυθοπλασία που επινόησε ο Μήτσου απαιτεί στην ανάπτυξή της ένα τελετουργικό, ιερουργικό ρυθμό. Στον νου και στη φαντασία του Μπρούνο όλα υπακούουν σε έναν αυστηρά δομημένο σχεδιασμό. Λόγου χάριν, αναζητά το κατάλληλο σημείο, ένα αρχαίο πηγάδι, για να οδηγήσει εκεί το «σφάγιό» του. Τόσο προσεγμένο και αρχιτεκτονημένο σχεδιασμό, ώστε να θεωρεί ότι η τάξη την οποία επέβαλε με τον φόνο του Αριστείδη, καθώς και όλα όσα παράχθηκαν στη συνέχεια από αυτόν, θα πρέπει να αντικρίζονται ως πράξεις κεκυρωμένες. Ως πράξεις απρόσβλητες από τον χρόνο και, πάνω απ’ όλα, ιερές από ηθική άποψη, καθώς πιστεύει πως έχοντας ξεπεράσει τον φόβο της παράβασης, έχοντας εγκληματίσει, έχει περάσει κάπου αλλού. Έγινε πλέον ένας άρχων του χρόνου, και επομένως του κόσμου!

Αλλά αυτή ακριβώς η ύψιστη μορφή παράβασης, της οποίας το μυστικό το ξέρει μόνο εκείνος, αυτή η μέσω του φόνου διασάλευση της φυσικής συνέχειας του κόσμου, δεν παύει να δουλεύει μέσα του ως ενοχή. Φαίνεται, αλλά δεν είναι άτρωτος. Και όπως άφησε ανοιχτό τον κύκλο του αίματος, με το κρυφό φονικό, στην αρχή της νουβέλας, έρχεται προς το τέλος η εγγονή του, η Μπριγκίτα, το ίδιο του το αίμα δηλαδή, να οδηγήσει με σιδερένια αποφασιστικότητα στην κάθαρση του δράματος. Στο κλείσιμο του εδώ και χρόνια ανοιχτού κύκλου. Αλλά με τίμημα τον θάνατο του παππού της Μπρούνο. Συνάλληλα με αυτό το ανακάτεμα θρύλων και προαιώνιων παραδόσεων, ελληνικών και ξένων, άλλοτε με δομική συνοχή και άλλοτε όχι, στη μυθοπλασία του Ανδρέα Μήτσου έχει βασικό ρόλο ο επίσης αρχέγονος μύθος της αείζωης ομορφιάς. Μπορούμε να δούμε την ιστορία του «Αγαπημένου των μελισσών» ως μια παραλλαγή του φαουστικού μύθου, καθώς ο μεσήλικας Μπρούνο δίνει τα πάντα για να κρατήσει άφθαρτη τη ζωή. Αλλά μήπως και ο φαουστικός μύθος δεν έχει άμεση σχέση με τον ανθρώπινο χρόνο, τον γειωμένο στην καθημερινότητα, αλλά και τον υπερβατικό;
πηγή: www.bookpress.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση