Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Φαντάσματα που στοιχειώνουν το παρόν

10 ΩΡΕΣ ΔΥΤΙΚΑ
Συγγραφέας Γιώργος Γλυκοφρύδης

Εκδοτικός Οίκος ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Κατηγορία Ελληνική Λογοτεχνία

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία κάθε λαού που είναι κομβικές για την πορεία του και υπάρχουν γεγονότα που ποτέ δεν μπορούν να ξεχαστούν ή να παραγραφούν. Χρόνια σκοτεινά ή ηρωικά επανέρχονται στη συλλογική μνήμη και γίνονται αντικείμενο διδασκαλίας στο σχολείο. Φυσικό είναι να εμφανίζονται συχνά και στη λογοτεχνία. Η γερμανική κατοχή, 65 χρόνια μετά το τέλος της, υπάρχει στη μνήμη αρκετών επιζώντων της εποχής και στο μυαλό όλων μας ως ιστορικό γεγονός. Όλοι έχουμε ακούσει πολλά για αυτή την περίοδο και αρκετοί έχουμε στο μυαλό μας την εικόνα των δωσίλογων με τη μαύρη κουκούλα να προβαίνουν σε πράξεις προδοσίας. Μια τέτοια εικόνα ζωγραφίζει και ο Γιώργος Γλυκοφρύδης στο μυθιστόρημα του 10 Ώρες Δυτικά.

Στη Θεσσαλονίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο νεαρός Σταύρος κάνει τα πάντα για να επιβιώσει. Τρέφει βαθύ μίσος για τους Εβραίους και τους κομμουνιστές και δεν διστάζει να φορέσει την μαύρη κουκούλα για να τους προδώσει στον κατακτητή. Όταν καταλαβαίνει ότι το τέλος της γερμανικής κυριαρχίας πλησιάζει, αλλάζει στρατόπεδο και δεν διστάζει να προδώσει ακόμα και αυτόν που τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Εξηντα τρία χρόνια μετρά η εγγονή του, η Αριάδνη, έρχεται από την Αμερική στη Θεσσαλονίκη για να ολοκληρώσει το διδακτορικό της. Σε ένα μπαρ γνωρίζει και ερωτεύεται τον Μωυσή. Τι θα συμβεί, όμως, όταν μάθει ότι ο παππούς της ήταν ένας προδότης; Πως θα αντιδράσει όταν καταλάβει ότι οι απόγονοι όσων πρόδωσε περιμένουν ακόμα να πάρουν εκδίκηση; Πως θα μπορέσει να κρατήσει τη σχέση της με τον Μωυσή, όταν όλο το παρελθόν έχει στραφεί εναντίον τους;

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος («Οι έξι μαύροι κύκλοι») παρουσιάζεται η ιστορία του Σταύρου και η δράση του στην περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Σκοτεινές εικόνες, αίσθημα ασφυξίας και κακίας χαρακτηρίζουν αυτό το πρώτο μέρος όπου ο Σταύρος δεσπόζει με τον αδίστακτο χαρακτήρα του. Στο δεύτερο μέρος («Στον Άλφα του Κένταυρου») το φως και το σκοτάδι εναλλάσονται καθώς οι δυο πρωταγωνιστές ερωτεύονται και ζουν την «άλλη ζωή», αυτή τη ζωή που δεν κρύβει μυστικά και προβλήματα, ώσπου δεν μπορούν πια να αγνοήσουν το παρελθον: πρέπει να το αντιμετωπίσουν για να μπορέσουν και οι δυο να συνεχίσουν. Οι άνθρωποι που ψάχνουν τον Σταύρο για να τον τιμωρήσουν δεν μπορούν να σταματήσουν για χάρη της Αριάδνης. Η τιμωρία του παππού της είναι κάτι που πρέπει να γίνει για να δικαιωθούν οι νεκροί και για αυτό προχωρούν όπως είχαν σχεδιάσει. Το τρίτο μέρος («10 Ώρες Δυτικά») παρακολουθεί τη ζωή του Μωυσή και της Αριάδνης μετά την τιμωρία του Σταύρου, όταν το παρελθόν δεν μπορεί να τους αγγίξει πια.

Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης και σε αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στον Επιβάτη, εξετάζει το πως τα ιστορικά γεγονότα και το παρελθόν επηρεάζουν το άτομο. Δημιουργεί χαρακτήρες αληθινούς και ζωντανούς και πλοκή που δημιουργεί αγωνία. Κρατάει σωστές αποστάσεις από τα γεγονότα που περιγράφει και σέβεται τη χρονική περίοδο που τον απασχολεί δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα δυνατό και συναρπαστικό.

πηγή: www.diavasame.gr
Αφροδίτη Δημοπούλου

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Πρώτα σε κυκλοφορία

Ιούλιος 2010


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ



Α/Α

ΤΙΤΛΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ

1Το τελευταίο τσιγάροΜαντά ΛέναΨΥΧΟΓΙΟΣ
2Η ξυπόλητη των Αθηνών
Λαπατά ΦιλομήλαΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
3Τα δάκρυα τςη χαράςΠαπάκου ΒάσωΛΙΒΑΝΗ
4Οταν τα παραμυθια λενε αληθειαΟμηρολη ΕυαΛΙΒΑΝΗ
5Το κύμα του έρωταΑλεξάνδρου Γιάννης & ΜαρίναΛΙΒΑΝΗΣ
6Λευκή ορχιδέαΟικονόμου ΚαίτηΨΥΧΟΓΙΟΣ
7Το μοναστήριΚαρνέζης ΠάνοςΛΙΒΑΝΗ
8ΠανωλεθρίαμβοςΤζούμας ΚωνσταντίνοςΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
9Γλυκόπικρες παρενθέσεις Τα καλοκαίρια του έρωτα: ΜυθιστόρημαΒήχας Κωνσταντίνος Δ.PUBLICBOOK
10Βαλίτσες και φύγαμεΜαναλης Γιάννης-Παπαδόπουλος ΧάρηςΛΙΒΑΝΗΣ
11Ιμαρέτ στη σκια του ρολογιού Καλπούζος ΓιάννηςΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
12Μαμά 2 και ο μπαμπάς στον κόσμο του 2 Μανανεδάκη ΚατερίναΛΙΒΑΝΗ
13Σταχτοπούτα δίχως πρίγκιπαΒαηνά, ΕλένηΛΙΒΑΝΗ
14Μερσέντες ΧιλλΔημουλίδου ΧρυσηίδαΨΥΧΟΓΙΟΣ
15Ένα πεινασμένο στόμασΔιβάνη ΛέναΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ



Α/Α

ΤΙΤΛΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ

1Ο Φρόιντ στο Μανχάταν ΜυθιστόρημαBossi, LucΚΑΛΕΝΤΗΣ
2Ττο νησι Hislop VictoriaΔΙΟΠΤΡΑ
3Δέκα ετών, διαζευγμένη Ναζούντ ΑλίAli, NojoudMODERN TIMES
4EAT, PRAY, LOVE Η ζωή περιμένει να την απολαύσεις Gilbert ElizabethΜΙΝΩΑΣ
5Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητήOgawa, YokoΑΓΡΑ
6Lost Symbol (pb) USA EDITIONBrown, Dan--
7Η ταπείνωσηRoth, PhilipΠΟΛΙΣ
8Το χαμένο σύμβολοBrown DanΛΙΒΑΝΗΣ
9Το μυστικόByrne RhondaΛΙΒΑΝΗΣ
10Το καθετί στην ώρα τουTong Cuong, ValerieΠΟΛΙΣ
11Το νησί κάτω από τη θάλασσα Allende, IsabelΩΚΕΑΝΙΔΑ
12Το βιβλίο των μυστικώνHarper, TomΛΙΒΑΝΗΣ
13Το κορίτσι με το τατουάζLarsson, StiegΨΥΧΟΓΙΟΣ
14Η χρονιά της ερήμουMairal, PedroΠΟΛΙΣ
15Γιατί οι άνδρες θέλουν σεξ και οι γυναίκες χρειάζονται αγάπηPease, AllanΕΣΟΠΤΡΟΝ


ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ



Α/Α

ΤΙΤΛΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ

1ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣ. ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑΡΟΥΓΓΕΡΗ, ΚΑΡΜΕΝΛΙΒΑΝΗΣ
2Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣSAINT - EXUPERY, ANTOINE DEΠΑΤΑΚΗ
3ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΣΠΑΣΙΚΛΑ 4 : ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗΚΙΝΙ ΤΖΕΦΨΥΧΟΓΙΟΣ
4Ο ΠΕΡΣΙ ΤΖΑΚΣΟΝ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ Riordan, RickΠΑΠΥΡΟΣ
5TOY STORY 3--ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
6ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΣΠΑΣΙΚΛΑ 1: ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΓΚΡΕΓΚ ΧΕΦΛΙKINNEY, JEFFΨΥΧΟΓΙΟΣ
7ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΞΕΝΕΡΩΤΗΣ Russell, Renee RachelΨΥΧΟΓΙΟΣ
8ΟΜΗΡΟΥ ΗΛΙΑΔΑ: ΤΡΩΪΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ Ρουγγέρη, ΚάρμενΛΙΒΑΝΗΣ
9ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ενός ΣΠΑΣΙΚΛΑ 4: Το ποτήρι ξεχείλισεKINNEYΨΥΧΟΓΙΟΣ
10ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΝΙΚΟΛΑGOSCINNY, RENEΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
11TOY STORY 3: Μαγικός κόσμος---ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
12ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ενός ΣΠΑΣΙΚΛΑ 2: Ο Ρόντρικ δεν παίζεταιKinney, JeffΨΥΧΟΓΙΟΣ
13ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Α' ΣΤΗ Β' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΓΛΩΣΣΑ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΣΤΕΦΟΥ - ΒΟΥΔΟΥΡΗ, ΑΘΑΝΑΣΙΑΚΕΔΡΟΣ
14TOY STORY 3---ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
15ΕΡΧΕΣΑΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ; ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΡΟΥΓΓΕΡΗ, ΚΑΡΜΕΝΛΙΒΑΝΗΣ
πηγή: www.diavasame.gr

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Ο άκαμπτος συντηρητισμός του Κούντερα


Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ
Κανένας δεν έχει υπερασπίσει την τέχνη του μυθιστορήματος τόσο επιδέξια και ρωμαλέα όσο ο Μίλαν Κούντερα. Μήπως όμως αυτή η υπεράσπιση φανερώνει και τα όρια της «φιλοσοφίας» του σύγχρονου μυθιστορήματος;

Οταν διαβάζεις δοκίμια του Κούντερα, αισθάνεσαι πως παρακολουθείς ένα υπέροχο ρέκβιεμ για έναν πολιτισμό που είναι ο δικός σου (αν συμβαίνει να είσαι Ευρωπαίος). Στην περίπτωση μάλιστα που είσαι ο ίδιος καλλιτέχνης ή συγγραφέας, είναι πολύ πιθανό να νιώσεις, μέσα στη συγκίνησή σου για την αριστοτεχνικά και διορατικά εγκωμιαστική νεκρολογία, το σοκ από την ανακοίνωση της εντελώς προσωπικής καταδίκης σου. Γιατί θα συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για τα δικά σου πιστεύω, ότι οσαδήποτε και οσοδήποτε σωστά επιχειρήματα και αν επικαλεστείς υπέρ αυτών, δεν έχουν καμιά σημασία μπροστά στην αμείλικτη, αέναη ροή των πραγμάτων.

Γι΄ αυτό ο Κούντερα μισεί την Ιστορία. Η απαισιοδοξία του δεν έχει να κάνει τόσο με τη διαπίστωσή του ότι ζει το τέλος του πολιτισμού του όσο με την υπόρρητη πεποίθησή του ότι ο πολιτισμός αυτός θα ήταν ο μόνος άξιος (ή έστω ο πιο άξιος) να επιζήσει, αλλά η Ιστορία είναι τυφλή απέναντι σ΄ αυτό, όπως και σε κάθε τι άλλο. Παρουσιάζεται, λοιπόν, στο δικαστήριό της σαν κατηγορούμενος αγωνιστής σε μια εικονική δίκη, ο οποίος ξέρει ότι η καταδικαστική απόφαση είναι προειλημμένη, αλλά θέλει ν΄ αναδείξει με την απολογία του την ουτιδανότητα των δικαστών του και την υπεροχή της πίστης του.

Και η απολογία αυτή είναι πράγματι συγκλονιστική. Συν τοις άλλοις επειδή γίνεται με όλη την εγρήγορση και την ενάργεια που αποκτά ξαφνικά η συνείδησή μας, όταν μιλάμε για κάτι πολύτιμο που χάσαμε ή πρόκειται να χάσουμε πολύ σύντομα. Ο Κούντερα αρχίζει τα δοκίμιά του με προσωπικά του βιώματα, που θέτουν ένα ζήτημα, ένα αίνιγμα για ένα ορισμένο έργο τέχνης. Διερευνά βασανιστικά αυτό το αίνιγμα, το συσχετίζει με άλλα βιώματά του, το πολιορκεί από διάφορες πλευρές, ώσπου να καταλήξει σ΄ ένα συμπέρασμα, μια εξήγηση, συχνά αναπάντεχη, που ρίχνει φως στη βαθύτερη ουσία των πνευματικών δημιουργιών που τον συγκινούν στη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική. Σ΄ αυτό που θεωρεί τέρμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού υιοθετεί έναν τόνο και μια στάση παρόμοια μ΄ εκείνα που διέκριναν στην αφετηρία της ακμής του έναν άλλο στοχαστή: τον Μονταίνιο.

Είναι γνωστά, τόσο από τα μυθιστορήματά του όσο και από προηγούμενους τόμους δοκιμίων του, ο σκεπτικισμός του, η πικρή ειρωνεία του, ο σαρκασμός, προπαντός ο αυτοσαρκασμός του, ο σχετικισμός του, η αλλεργία του στις ιδεολογίες και τις ηθικές αξιολογήσεις, η απέχθειά του για το συναίσθημα, όταν αυτό γίνεται στην τέχνη χαρτογράφος και αποτιμητής της πραγματικότητας. Ειδικά για το μυθιστόρημα (για το οποίο έχει διακηρύξει από παλιά ότι αποτελεί ξεχωριστή τέχνη, την αυθεντικότερα ευρωπαϊκή τέχνη, και όχι απλώς λογοτεχνικό είδος) επαναλαμβάνει εδώ ότι αξίζει το όνομά του μόνον όταν αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για την ανθρώπινη ύπαρξη, όταν είναι, όπως λέει ο ίδιος, ένας «υπαρξιακός βυθομετρητής», και μάλιστα βουτώντας στις πιο καθημερινές, τις πιο κοινότοπες καταστάσεις της ζωής των ανθρώπων. Αναπτύσσει την ποιητική του διαλέγοντας, αυτή τη φορά, ως παραδείγματα ήσσονες ή και άγνωστες ευρύτερα λογοτεχνικές μορφές, ώστε να μπορέσει να δείξει με περισσότερη καθαρότητα, μακριά από το θάμβος των μεγάλων κλασικών, τον ριζικά μοντέρνο, ρηξικέλευθο πυρήνα του έργου τους. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να υπερασπιστεί- αυτός ο φιλοσοφημένος και συνεπέστατος, όχι όμως δογματικός μοντερνιστής- το πιο κόκκινο πανί σύσσωμης της μοντερνιστικής πρωτοπορίας: τον Ανατόλ Φρανς!

Οπως πάντα, ο Κούντερα κάνει ένα σωρό διεισδυτικές παρατηρήσεις, εντυπωσιακά συνεκτικές και σύμφωνες με τη γενικότερη αντίληψή του περί τέχνης. Προσωπικά, ήθελα να χειροκροτήσω κάθε φορά που διάβαζα τις θέσεις του για τη φύση του μυθιστορήματος, κάθε φορά που εξηγούσε γιατί ο συναισθηματισμός είναι δηλητήριο για την τέχνη. Με τον ίδιο ενθουσιασμό υποδέχτηκα, σ΄ αυτό το βιβλίο, τις βολές του εναντίον της «πανεπιστημιακής βλακείας», που συρρικνώνει την αισθητική ενός μυθιστορήματος σε ζήτημα γλώσσας, παραγνωρίζοντας άλλα βασικά στοιχεία της μυθιστορηματικής σύνθεσης (σς 82-83), εναντίον του ολοένα πιο «μισόμουσου» χαρακτήρα της λογοτεχνικής θεωρίας (σ. 86) και πολλά άλλα.

Ωστόσο, όσο περισσότερο διαβάζω Κούντερα τόσο πιο σχηματισμένες και επίμονες γίνονται κάποιες απορίες μου και θα ήθελα τώρα, με αφορμή το καινούργιο βιβλίο του, να τις διατυπώσω, χωρίς να προχωρήσω εδώ σε διεξοδική ανάπτυξή τους.

Ο Κούντερα βλέπει τα σημάδια της παρακμής του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην απώλεια της ουσιαστικής επαφής με τις ρίζες του, στην κυριαρχία της σύγχρονης πολιτισμικής βιομηχανίας, που πλημμυρίζει τον κόσμο και τα μυαλά με τα γνωστά σκουπίδια, εκτοπίζοντας την αληθινή τέχνη, και στην ιλιγγιώδη επιτάχυνση της Ιστορίας, που διαλύει την ατομικότητα, αφού ένας άνθρωπος της εποχής μας γνωρίζει στη διάρκεια της ζωής του υπερβολικά πολλές αλλαγές για να μπορεί να τις αφομοιώσει και να τις συνθέσει στη συνείδησή του. Σωστά είναι όλα αυτά. Μήπως όμως στα σημάδια της παρακμής ανήκουν επίσης ο (ολοένα πιο σκυθρωπός) σκεπτικισμός και σχετικισμός του Κούντερα, η απροκάλυπτη αδυναμία του (που αυτός βέβαια δεν τη βλέπει ως αδυναμία) να πιστέψει σε κάτι, οτιδήποτε, έξω από την τέχνη; Ο Όστβαλντ Σπένγκλερ θεωρούσε ότι ο χειμώνας ενός πολιτισμού, η φάση της παρακμής του, χαρακτηρίζεται από την κουλτούρα, την αναγωγή του δηλαδή σε μια εκλέπτυνση που δεν συνοδεύεται από το αλλοτινό σφρίγος και την πνευματική ορμή του. Μπορούμε και χωρίς ν΄ ασπαστούμε την κοσμοθεωρία του Σπένγκλερ να παραδεχτούμε ότι υπάρχει αλήθεια σ΄ αυτή την άποψη. Ο Κούντερα δεν βλέπει παρά μόνο τέχνη, τέχνη όχι βέβαια έξω από τη ζωή (αλλιώς δεν θα μ΄ ενδιέφερε ως στοχαστής ούτε ως συγγραφέας), αλλάκόντραστη ζωή, μια τέχνη που ξέρει άριστα ν΄ ανατέμνει, όχι όμως και να συμπαθεί. Αυτό, για μένα, είναι σύμπτωμα παρακμής ενός πολιτισμού.

Η τέχνη όπως την αντιλαμβάνεται ο Κούντερα είναι μόνον η υψηλή τέχνη. Η «ταπεινή» τέχνη απλώς δεν είναι τέχνη. Ο Κούντερα δεν έχει τίποτα να πει για τα κόμιξ, φερ΄ ειπείν, ή για τη μοντέρνα μουσική (ξέρουμε όμως από τα μυθιστορήματά του ότι την αντιπαθεί). Καταδικάζει ακόμα και τον κινηματογράφο (κάνει εξαίρεση μόνο για τις ταινίες του Φελλίνι), γιατί θεωρεί την κάμερα αδιάκριτη, κουτσομπόλικη και αποβλακωτική. Ακαμπτος συντηρητισμός, όπου τέχνες είναι μόνον οι έξι που αναγνωρίστηκαν από τον Χέγκελ ως τέχνες; Δεν θα επιμείνω σ΄ αυτό, είναι κάτι που αφορά τον ίδιο τον Κούντερα. Πολύ σημαντικότερο είναι ότι ο απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα σε «υψηλή» και «ταπεινή» (ή «λαϊκή» ή «ευτελή») τέχνη αποτελεί και αυτός σύμπτωμα κάθε γερασμένου πολιτισμού.

Ο συναισθηματισμός είναι εχθρός της τέχνης, λέει ο Κούντερα, κι επαναλαμβάνω ότι συμφωνώ απόλυτα. Από εδώ όμως ώς το σημείο ν΄ απορρίψεις την «υποκειμενική ηχητικότητα της ψυχής» υπέρ της «αντικειμενικής ηχητικότητας του κόσμου» (ο Κούντερα χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους μιλώντας για τη μουσική του Ξενάκη) η απόσταση είναι μεγάλη. Η πεποίθηση του Τσέχου συγγραφέα ότι το συναίσθημα περικλείει το σπέρμα της βαρβαρότητας πρέπει να ιδωθεί στο ζοφερό φως των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα, που απευθύνονταν μεθοδικά στο συναίσθημα των μαζών, και σ΄ αυτό το πλαίσιο είναι κατανοητή. Αλλά ποιος πολιτισμός και ποιος άνθρωπος μπορεί να σηματοδοτήσει, πολύ περισσότερο να νοηματοδοτήσει, τον κόσμο του χωρίς την ενέργεια του συναισθήματος και της πίστης; Πόση αντοχή μπορεί να έχει μια τέχνη που αναλύει την ανθρώπινη κατάσταση, οσοδήποτε λεπτά κι ευρηματικά, για να καταλήξει από τα πιο περίπλοκα μονοπάτια στις ίδιες πάντα σταθερές και να μας πει ότι η ύπαρξή μας είναι τυχαία, οι πράξεις μας κωμικές και οι επιδιώξεις μας ανόητες; Αυτή δεν είναι η καρναβαλική ιλαρότητα και φιλοπαιγμοσύνη του Ραμπελαί, που τόσο θαυμάζει ο Κούντερα. Είναι πιο πολύ το επαγγελματικό βλέμμα του ανατόμου μπροστά σ΄ ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω στον μαρμάρινο πάγκο.

Εκτιμώ αφάνταστα τον Κούντερα. Αλλά πώς ν΄ αντλήσεις παρηγοριά από την τέχνη, όταν έχεις πάψει να φυλάς, έστω σε μια κρυφή γωνιά της ψυχής σου, κάποια ψήγματα πίστης σε κάτι πέρα από την τέχνη;

Εξαιρετική, όπως πάντα, η μετάφραση του βιβλίου από τον Γιάννη Χάρη.

ΚΟΥΣ ΚΟΥΣ

Μανώλης Πιμπλής
Μεγάλη αναστάτωση και ανησυχία προκάλεσε στον εκδοτικό κόσμο η αποχώρηση της Fnac από την Ελλάδα. Ο λόγος είναι ότι κανείς δεν ενημερώθηκε τι θα γίνει με τις υποχρεώσεις της αλυσίδας απέναντι στους εκδότες, παρά το γεγονός ότι έως τώρα η συμπεριφορά της στις συναλλαγές της έχει θεωρηθεί πολύ καλή. Η ανησυχία αυτή οδήγησε και ένα συνδικαλιστικό όργανο των εκδοτών, τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου, να εκδώσει ανακοίνωση με την οποία καλούσε την εταιρεία να προβεί σε δημόσια τοποθέτηση και δέσμευση για τη διαδικασία αποπληρωμής των προμηθευτών εκδοτών. Οπως είναι ήδη γνωστό, τα καταστήματα Αμαρουσίου (Τhe Μall Αthens) και Γλυφάδας περιήλθαν στον έλεγχο της αλυσίδας Ρublic, ενώ το κατάστημα στο Μοναστηράκι, που είχε ανοίξει πριν από λίγους μήνες, έκλεισε.

Ειδικές τιμές από 0,90 μέχρι 7,90 ευρώ σε 143 τίτλους παιδικής λογοτεχνίας και από 2,90 μέχρι 11 ευρώ σε 177 τίτλους λογοτεχνίας ενηλίκων, βιβλίων γενικών γνώσεων και λευκωμάτων ανακοίνωσαν οι Εκδόσεις Ψυχογιός. Η πρωτοβουλία αυτή αναλήφθηκε, όπως λένε οι άνθρωποι του εκδοτικού οίκου, «ενάντια στην οικονομική κρίση και με επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο χώρος του βιβλίου», καθώς «η ανάγνωση αποτελεί βασική ανάγκη για τον άνθρωπο». Τα βιβλία θα διατίθενται από επιλεγμένα βιβλιοπωλεία, μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων και από το site των εκδόσεων.

Οι Εκδόσεις Μίνωας πενθούν την απώλεια του Ηλία Κωνστανταρόπουλου, ο οποίος μαζί με τη Μαρία Κωνστανταροπούλου- Δρούγκα βρισκόταν στο τιμόνι του οίκου από το 1960 μέχρι το 1990, οπότε και η σκυτάλη παραδόθηκε στα παιδιά τους Γιάννη και Ανδρέα. Ο Ηλίας Κωνστανταρόπουλος είχε γεννηθεί στην Οιχαλία Μεσσηνίας το 1923. Ο Μίνωας έδινε πάντα έμφαση στο παιδικό βιβλίο, συνολικά όμως έχει εκδώσει πάνω από 3.000 τίτλους. Στα χρόνια του Ηλία Κωνστανταρόπουλου είχε αρχίσει η έκδοση της σειράς Γαλάζια Βιβλιοθήκη (Ουγκώ, Κρόνιν, Χέμινγουεϊ, Στάινμπεκ κ.ά.) αλλά και σειράς με έργα του Ιουλίου Βερν.

Ερωτευμένος με τον εχθρό

Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Μέσα σ΄ αυτό το μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ο αλγερινός συγγραφέας καταγράφει τα γυρίσματα της μοίρας και αναπολεί τα νιάτα του. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο εμπλουτίζεται προς το τέλος με τα δραματικά πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα του. Συμπέρασμα; Ετσι το θέλησε ο Αλλάχ.

Περισσότερο από κάθε άλλη αποικία, η Αλγερία χάραξε τη μεταπολεμική γαλλική και γενικότερα ευρωπαϊκή ιστορία. Με τους Γάλλους απρόθυμους να εγκαταλείψουν τα κεκτημένα, ο απελευθερωτικός πόλεμος που άρχισε επισήμως το 1954 για να ολοκληρωθεί μόλις το 1962 εισήγαγε νέες μορφές αντάρτικου των πόλεων, τυφλή τρομοκρατία και πραξικοπηματικές κινήσεις. Οι γάλλοι έποικοι που ένιωθαν επί έναν αιώνα σαν στο σπίτι τους- άλλωστε η μεσογειακή Αλγερία έχει παρόμοια τοπιο-κλιματικά χαρακτηριστικά με την απέναντι Κυανή Ακτή- ωθήθηκαν σε έναν πικρό εμφύλιο, ο ρατσισμός κατά των Αράβων φούντωσε, τα θύματα συσσωρεύτηκαν κατά χιλιάδες, μέχρι οι έποικοι και οι ντόπιοι συνεργάτες τους να υποχρεωθούν κακήν κακώς να εγκαταλείψουν τη γενέθλια γη και να καταφύγουν στη Μητρόπολη ως «μαυροπόδαροι». Καθ΄ οδόν, συντελούσης και της ταπεινωτικής ήττας των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου (Ινδοκίνα), ο Ντε Γκωλ παραχώρησε κυριολεκτικά εν μια νυκτί την ανεξαρτησία στις δεκατέσσερις άλλες αποικίες της Μαύρης Αφρικής. Το γαλλικό Ιμπέριουμ είχε παραδώσει το πνεύμα, ενώ οι πικροί μεταπελευθερωτικοί ανταγωνισμοί μόλις άρχιζαν για την αφρικανική ήπειρο.

Η Αλγερία συνιστά προνομιακό πεδίο για τη γαλλική λογοτεχνία, αρχής γενομένης βεβαίως από τον Αλμπέρ Καμί, στο έργο του οποίου μπορεί ο αναγνώστης να ανιχνεύσει τον βαθμό ενσωμάτωσης των γάλλων εποίκων. Ο Γιασμίνα Χάντρα τον μνημονεύει κάπου στο βιβλίο, και επιχειρεί να δώσει μια εικόνα της αλγερινής γης από τη δε καετία του ΄30 ώς το 1962 που να ανταποκρίνεται στα πράγματα. Ο ήρωάς του, ο Γιουνές ή Ιωνάς, παιδί μιας πάμφτωχης οικογένειας Αράβων που έχασε τη γη της, παρακολουθεί το κατρακύλισμα του πατέρα του μέχρι να υιοθετηθεί από τον πλούσιο θείο του, ο οποίος ζει στην ευρωπαϊκή συνοικία του Οράν και έχει ενσωματωθεί στην κοινωνία των λευκών αποικιοκρατών (είναι μάλιστα παντρεμένος με Γαλλίδα). Μεταβάλλεται έτσι αίφνης σε χαϊδεμένο πριγκιπόπουλο, ενώ η οικογένειά του σύρεται στον βούρκο μέχρι να εξαφανισθεί- όχι ιδιαίτερα πειστικάπαντελώς. Ο Ιωνάς δεν θα τους αναζητήσει με ιδιαίτερο φανατισμό και θα περάσει μια χαρά τα εφηβικά του χρόνια παρέα με Γάλλους, Εβραίους και Ισπανούς. Τα ζητήματα της καρδιάς θα κυριαρχήσουν σύντομα. Μια Γαλλιδούλα, η Εμιλί, θα στοιχειώσει τη σκέψη του, αλλά ο Ιωνάς θα την απαρνηθεί όταν εκείνη του κάνει μια ανοιχτή και διόλου πειστική ερωτική εξομολόγηση, καθώς η μαμά της τον έχει ήδη εξίσου ανοιχτά αποπλανήσει και του απαγορεύει την πρόσβαση στην κόρη της. Ο Ιωνάς θα συγκρουσθεί με την παρέα του που επίσης ποθεί συλλογικά την Εμιλί, η οποία αφού κορτάρει όλους τους φίλους θα καταλήξει να παντρευτεί τον λιγότερο προικισμένο από αυτούς εν είδει μιας ιδιότυπης απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο ήρωάς μας θα περιφέρεται ανεξήγητα μελαγχολικός και απελπισμένος για μια ολόκληρη ζωή, θα την επαναδιεκδικήσει όταν είναι πια πολύ αργά και μόνο στην κηδεία της στην Αιξ Αν Προβάνς, μισό αιώνα αργότερα, θα λυτρωθεί επανανακαλύπτοντας τον έρωτά της μέσω ανεπίδοτων επιστολών.

Εντέλει σαπουνόπερα μπολιασμένη με άφθονο αραβικό λυρισμό; Ισως. Το ζήτημα είναι ότι ο πρώην αξιωματικός του αλγερινού στρατού που έγραψε δημοφιλή αστυνομικά έργα δανειζόμενος το όνομα της συζύγου του, επιχειρεί μέσα από τα βιβλία του να περάσει πανανθρώπινα μηνύματα και άρα δεν μπορεί να κριθεί παρά ως πολιτικοποιημένος συγγραφέας. Εδώ κυριαρχεί εντούτοις μια παθητική αποδοχή του κισμέτ. Ωρες ώρες μάλιστα διαφαίνεται μέσα από ατέλειωτες σελίδες «επιφανειακής ενδοσκόπησης» μια νοσταλγία της αποικιοκρατίας. Ακόμη και στο τελευταίο κεφάλαιο όπου ο Ιωνάς είναι πια υπερήλικος μαθαίνουμε αίφνης ότι τα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν του φέρθηκαν μια χαρά. Παιδιά κι εγγόνια αποκατεστημένα - η μπουλντόζα της Ιστορίας πέρασε ακριβώς δίπλα από το περιβόλι του χωρίς να το αγγίξει. Τυχερός εντέλει αυτός ο μελαγχολικός Γιουνές που έγινε Ιωνάς. Να μην ήταν κι η Εμιλί στη μέση!


Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Μπήκα στη βάρκα ...

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΖΩΗΣ
ΠΕΝΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

εκδ Ψυχογιός

Μπήκα στη βάρκα που είχε το όνομά σου: Ελπίδα. Έπιασα πολλά λιμάνια στην πορεία μου. Κάθε λιμάνι και μια ιστορία. Της Νανάς, του κυρ Λεωνίδα, της μικρής Μαρίας, της Έφης, της Ελισάβετ, του Στέλιου… Μέσα από τις ζωές τους έζησα τη δική σου κι έμαθα πολλά για σένα, που έφυγες νωρίς. Έμαθα πολλά για μένα, που έμεινα πίσω να αναρωτιέμαι γιατί έφυγες τόσο ξαφνικά. Έμαθα πως το πιο όμορφο μάθημα είναι αυτό του φλερτ με τη μέρα που ξημερώνει. Με το δειλινό που μας χαιρετάει βάφοντας τα πάντα μ' όμορφα χρώματα. Μου είχες πει κάποτε ότι "το παιχνίδι με τη ζωή μετράει - άλλοτε σε ρίχνει κι άλλοτε τη ρίχνεις, κι αυτή είναι η μαγεία". Είχες δίκιο, Ελπίδα, αυτό μετράει, και τώρα πια ξέρω να το παίζω και να το ζω. Για σένα και για μένα. Είναι το ριζικό μου που σαν λάδι στη βάφτιση με σφράγισε. Είναι το όνομά μου. Με λένε Νίκη και τα παιχνίδια της ζωής θα τα κερδίσω όλα".

Στη σκιά των τραγουδιών

Γιάννης Καλπούζος
ΙΜΑΡΕΤ
Στη σκιά των τραγουδιών

20-08-2010 ΒΡΑΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟ

Βραδιά αφιερωμένη στον Γιάννη Καλπούζο και στο μυθιστόρημα του Ιμαρέτ, το οποίο κέρδισε το Βραβείο Αναγνωστών 2009, διοργανώνει ο Δήμος Αρταίων στις 20 Αυγούστου 2010 στο χώρο του Τζαμιού του Φαΐκ πασά στο Μαράτι Άρτας.
Στο πρώτο μέρος της βραδιάς θα ερμηνευτούν γνωστά και άγνωστα τραγούδια (ηπειρώτικα, μικρασιάτικα, τούρκικα κ.λπ.), τα οποία παίζονταν στα Καφέ Αμάν πριν από το 1880 και αναφέρονται στο βιβλίο, καθώς και άλλα ακούσματα της εποχής. Ενδιάμεσα των τραγουδιών θα αναγνωστούν αποσπάσματα από το μυθιστόρημα, παραδοσιακά δίστιχα και χαρακτηριστικές ρήσεις των ηρώων, ενώ θα προβάλλεται φωτογραφικό υλικό από την παλιά Άρτα.
Το πρόγραμμα θα συνεχιστεί με γνωστά ηπειρώτικα τραγούδια, μικρασιάτικα και ηπειρώτικα με επιρροές από μικρασιάτικα ακούσματα.

Συντελεστές:
Το ηπειρώτικο συγκρότημα Λαλητάδες και η Ροδή Τομουρτζούκγκιουλ
Οι ηθοποιοί Λίνα Εξάρχου και Λεωνίδας Χρυσομάλλης
Ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος

Τόπος: Τζαμί Φαΐκ πασά, Μαράτι, δρόμος Άρτα-Γραμμενίτσα

Χρόνος: 20 Αυγούστου 2010

Ώρα έναρξης: 9:00 μ.μ.

Είσοδος : Ελεύθερη

Στο χώρο θα διατίθεται το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου “Ιμαρέτ-Στη σκιά του ρολογιού”. Επίσης έκδοση του βιβλίου σε audio book και έκδοση με cd όπου περιέχονται τα τραγούδια του πρώτου μέρους της βραδιάς, τα οποία ηχογραφήθηκαν στη μουσική σκηνή Χαμάμ σε αντίστοιχη εκδήλωση στην Αθήνα

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 6

Μπήκαμε σ’ ένα βαγόνι σαν όλ’ τ’ άλλα και σταθήκαμε σε μια γωνιά, κολλημένοι σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο, κοιτώντας τα σκοτεινά τοπία των τούνελ και τους σταθμούς να περνούν σχεδόν αδιάφορα μπροστά από τα μάτια μας. Κόσμος ερχόταν και έφευγε, τα πρόσωπα άλλαζαν, αλλά η παράσταση παρέμενε η ίδια. Όσο απομακρυνόμασταν από το κέντρο οι φυλές άρχισαν να διαδέχονται η μια την άλλη. Οι λευκοί γίνονταν όλο και λιγότεροι, οι λατίνοι και οι μαύροι όλο και περισσότεροι. Σα να πλησιάζαμε τα σύνορα, έτοιμοι να περάσουμε σε μια ξένη γη.
Όταν βγήκαμε επιτέλους έξω, στο φως, λες και δε βρισκόμασταν πια στη Νέα Υόρκη, αλλά σε μια πόλη παρείσακτη, τριτοκοσμική, που έμοιαζε να έχει ξεφυτρώσει στα μέρη μας από το πουθενά. Παλιά κτήρια κτυπημένα από την υγρασία και μια ζώσα εγκατάλειψη, ακόμη πιο παλιά μουχλιασμένα αυτοκίνητα στους δρόμους, νέοι να περιφέρονται σε ομάδες από δω κι από κει, περιπολικά να διασχίζουν πού και πού με χαμηλή ταχύτητα τις σχεδόν έρημες γειτονιές, πολύχρωμες μπουγάδες απλωμένες στα μπαλκόνια και ήχοι παράταιροι να φτάνουν στ’ αυτιά μας από τα σπίτια, από τηλεοράσεις που διαφήμιζαν μια ζωή που ήταν αλλού, σε ανθρώπους που ίσως να μην είχαν αύριο. Η όψη πίσω από τη φωτεινή βιτρίνα της σύγχρονης πόλης.
Η αλήθεια είναι ότι πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να φοβάμαι τόσο πολύ, κι ας είχα τον Άντι δίπλα μου, να μου κρατά το χέρι, να με καθησυχάζει και δίχως λόγια να με καθοδηγεί σ’ ένα προορισμό για μένα άγνωστο ακόμη. Κάποτε φτάσαμε σ’ ένα παλιό κτήριο, σαν όλα τ’ άλλα, μα κάπου διαφορετικό, αφού αυτό, για κάποιο αδιανόητο στην κοινή μου λογική λόγο, έμοιαζε να ξεχειλίζει από ζωή. Ήταν φρεσκομπογιατισμένο τουρκουάζ και όλα τα παλιά, σαν κι εκείνο το ίδιο, παράθυρα κάλυπταν λευκές διάφανες κουρτίνες. Μπήκαμε μέσα απρόσκλητοι, λες και μας ανήκε ο χώρος, σπρώχνοντας μια πόρτα που έτριζε και ήταν κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Είδα μια χοντρή αφροαμερικανή να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, παριστάνοντας ή μη τη θυρωρό. Με το που σήκωσε το βλέμμα και μας αντίκρισε είδα να σχηματίζεται στα χείλη της ένα τόσο πλατύ χαμόγελο, που έμοιαζε σε μια στιγμή να έχει ανακτήσει πέντε από τα χαμένα χρόνια της ζωής της. Όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε παράταιρα λεπτή, λίγο τσιριχτή, σαν ενός κοριτσιού που αρνιότανε πεισματικά να μεγαλώσει.
«Άντι, αγόρι μου», είπε και σηκώθηκε για να τον αγκαλιάσει. Εκείνος για μια στιγμή φάνηκε να χάνεται μέσα στην τεράστια αγκαλιά της, αλλά αμέσως μετά τον άκουσα να κρυφογελάει.
«Μυρίζεις απολυμαντικό σαπούνι, Τάμπιθα», της είπε με που τον άφησε.
«Κι εσύ σαν άπλυτος ασπρουλιάρης κώλος, εξυπνάκια», του απάντησε γελώντας εκείνη. Και μετά έστρεψε το βλέμμα της σε μένα. Έμεινε να με παρατηρεί για λίγο σαν ένα παιχνίδι, σαν κάτι αξιοπερίεργο, δεν ξέρω τι. «Κι η δεσποινίς;» ρώτησε τελικά τον Άντι δείχνοντάς με με μια κίνηση του κεφαλιού.
«Το κορίτσι μου», απάντησε εκείνος, σχεδόν με περηφάνια, προκαλώντας μια έκρηξη γέλιου στη γυναίκα. Γελούσε, σταματούσε, τον κοιτούσε και ξαναγελούσε. Στο τέλος δεν άντεξα, άρχισα να γελώ κι εγώ μαζί της. Τρελό σκηνικό, αλλά όμορφο.
«Για δες τον βρε. Βρήκε κι αυτός ένα κορίτσι και το ’φερε για να μας το επιδείξει, και να περηφανευτεί σαν το κοκόρι που είναι. Κι εσύ;» Στράφηκε σε μένα, κοιτώντας με με μάτια που έσταζαν τρυφερότητα και ειρωνεία. «Εσύ τι του βρήκες αυτού του μπουνταλά, γλύκα;»
«Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα», της απάντησα, προσπαθώντας να μη γελάσω, αλλά χωρίς να μπορέσω να αποτρέψω εκείνην από το να το κάνει. Μάλλον αυτή είχε πάντα έτοιμο το γέλιο, έτοιμο να ξεχυθεί απ’ το πλούσιο μπούστο της, και καλά έκανε δηλαδή.
«Σε περιμένουν», είπε γυρνώντας προς τον Άντι, και το πρόσωπό της αμέσως σοβάρεψε, δίχως να χάσει όμως ίχνος απ’ την ευθυμία του, η οποία μετατοπίστηκε στο βλέμμα.
«Πάμε». Με πήρε απ’ το χέρι και πάλι, καθώς αρχίζαμε ν’ ανεβαίνουμε μια παλιά μα πεντακάθαρη, αλλά εμφανώς φθαρμένη στο πέρασμα του χρόνου σκάλα. Από κάτω και στα δεξιά διέκρινα έναν ανελκυστήρα με σιδερόφρακτη πόρτα, που είχε μάλλον φάει εδώ και καιρό τα ψωμιά του.
Με το που φτάσαμε στον πρώτο όροφο ακούσαμε πολλή θόρυβο και κάποιες χαρούμενες φωνές και γέλια να δονούν το χώρο. Με το που μπήκαμε μέσα όμως μας υποδέχτηκε μια αναμενόμενη αμήχανη σιωπή, που δεν κράτησε και τόσο πολύ. Μετά από μια στιγμή όλοι άρχισαν να χαιρετούν τον Άντι, να του δίνουν το χέρι, να τον ρωτάνε:
«Τι χαμπάρια, μάγκα;» Εκείνος, ζεστός και χαμογελαστός, τους απαντούσε πώς ήταν καλά, όλα πήγαιναν μια χαρά, ότι κρατιόταν απ’ τη ζωή εκεί έξω.
«Αυτή είναι η Χοπ», με σύστησε, και όλοι με καλωσόρισαν με δυνατές φωνές και πειρακτικά χαμόγελα, σαν να κοιτούσαν εμένα και έβλεπαν τον Άντι. Κάποιος, που ήταν κάπου στο βάθος μάλλον, έδωσε το σύνθημα και σε λίγο, όσοι ήξεραν το τραγούδι, άρχισαν να τραγουδούν ακαπέλα ένα κομμάτι που γράφτηκε για το όνομα μιας άλλης γυναίκας, αλλά τι σημασία είχε αυτό. Hope, Joanna gimme hope, τραγουδούσαν οι περισσότεροι και γελούσαν, ενώ ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας θυμήθηκε κάποιαν άλλη Χοπ, που πρωταγωνιστούσε σ’ ένα μπλουζ. Καθώς έκαναν όλο αυτό το σαματά, εγώ απλά τους παρατηρούσα, ευτυχισμένη κι άφωνη, μη μπορώντας να πιστέψω αυτά που έβλεπα να συμβαίνουν μπρος στα μάτια μου. Μαύροι, νοτιαμερικανοί, ασιάτες, ακόμη και κάποιοι λευκοί κάθονταν ή μάλλον περιφέρονταν εκεί, σα μια συντροφιά, μια παλιά καλή παρέα, και μιλούσαν, γελούσαν, τραγουδούσαν, μεγάλοι και μικροί, νέοι και γέροι.
«Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησα ψιθυριστά τον Άντι, χωρίς να προσπαθήσω να κρύψω την ταραχή μου.
«Θα έλεγα ότι είναι ένα κοινοτικό κέντρο, αλλά όχι ακριβώς. Είναι πολύ περισσότερα. Θα στα εξηγήσω όλα αργότερα, όταν μας το επιτρέπει ο χώρος και ο χρόνος». Μου υπέδειξε μια γωνία στο βάθος της αίθουσας, όπου θα μπορούσα να πάω και να καθίσω.
«Για να κάνω τι;»
«Μα για να παρακολουθήσεις το μάθημα φυσικά, κουτό!» Με αποστόμωσε. Υπάκουσα, ακριβώς όπως υπακούει μια καλή μαθήτρια το δάσκαλό της. Πήγα και κάθισα πάνω σε μια άσπρη πλαστική καρέκλα, που σε κάθε μου κίνηση έτριζε, και αμέσως μετά τον είδα με μια κίνηση του χεριού του, η οποία έμοιαζε μ’ επίσημο χαιρετισμό, να επιβάλλει την τάξη, δίχως να σβήνει τα χαμόγελα. Μονάχα οι ασιάτες έδειχναν λίγο συνοφρυωμένοι, αλλά αυτό μάλλον θα οφειλόταν από την τεράστια σημασία που έδιναν σε θέματα πειθαρχίας και τη φυσική τους συστολή.
Σε λίγο έκαναν την εμφάνισή τους τετράδια και βιβλία, που όπως είδα ήταν κρυμμένα σε μικρές τσάντες ώμου, κωλότσεπες, ακόμη και χαρτοφύλακες. Έμοιαζε τόσο ετερόκλητο εκείνο το πλήθος, τόσο ξεχωριστό και αταίριαστο, που η έκπληξη, την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ξεκίνησα, ασυναίσθητα, να τους παρατηρώ αδιάκριτα, μέχρι που κάποια στιγμή το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του και το ’κοψα, αν κι εκείνοι δεν έδειχναν να νοιάζονται.
Μη ξέροντας τι άλλο να κάνω, έστρεψα την προσοχή μου στο χώρο που μας φιλοξενούσε. Ήταν μια μεγάλη ψηλοτάβανη αίθουσα, στην οποία έμπαινε άπλετο φως από τα πολλά παράθυρα και τους φεγγίτες. Οι τοίχοι όλοι έμοιαζαν καλυμμένοι πέρα ως πέρα με ζωγραφιές -άλλες άτεχνες, κι άλλες περίτεχνες- γκράφιτι κι ατάκες. Σε μια γωνιά στεκόταν ένα γερασμένο πιάνο, ενώ από πίσω του υπήρχαν διάσπαρτα διάφορα άλλα μουσικά όργανα: κιθάρες, τρομπόνια, φλάουτα, φυσαρμόνικες, κι ένα μπάσο που έμοιαζε καινούριο. Στο βάθος αριστερά, όπως καθόμουνα, ανάμεσα στα δύο φύλλα μιας ψηλής πόρτας, μπορούσα να διακρίνω μια κοπέλα να κάθεται στο πάτωμα με κάποια μικρά παιδιά και να τους δείχνει πώς να ζωγραφίζουν. Η φωνή της δεν έφτανε στ’ αυτιά μου, ίσως και να ψιθύριζε για να μην ενοχλεί αυτή την τάξη, και όσο κι αν τεντωνόμουνα, όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να διακρίνω το χρώμα των ματιών της, τις θύρες της ψυχής. Τα μόνα πράγματα που μπορούσα να παρατηρήσω ήταν οι αβίαστες κινήσεις της, οι σχεδόν αέρινες, κι η ευγένεια των τρόπων της. Είχε σγουρά μαύρα μαλλιά, κομμένα στο ύψος του ώμου, και όπως την έβλεπα να κάθεται εκεί χάμω, δεν ήξερα να πω αν ήτανε κοντή ή ψηλή. Πρέπει να ένιωσε το βλέμμα μου πάνω της, αφού κάποια στιγμή στράφηκε προς το μέρος μου, αλλά δεν έμοιαζε να με έχει δει. Έδειχνε ολότελα φευγάτη, και δίχως να μπορώ να εξηγήσω το γιατί ένιωθα ότι ήταν βαθιά λυπημένη. Εντελώς αφοσιωμένη σ’ αυτό που έκανε, αλλά και χωμένη στο μέσα της. Κάθε τόσο την έβλεπα να χαϊδεύει τα μαλλιά ενός παιδιού, να του λέει κάτι και να χαμογελά. Το πρόσωπό της τότε φωτίζονταν. Και τότε ασυναίσθητα χαμογελούσα κι εγώ. Και μετά σκοτείνιαζε. Κι από μακριά λυπόμουνα κι εγώ. Απλή παράνοια!
«Πού ταξιδεύεις εσύ;» Άκουσα τη φωνή του ξαφνικά στ’ αυτί μου, απαλά να με ξυπνάει, να με βγάζει από εκείνο το όνειρο, ή μάλλον την οπτασία, της μέρας.
Στεκόταν από πίσω μου. Του έδειξα με μια ελαφριά κλίση της κεφαλής και ένα βλέμμα, που ήταν αδύνατον να δει, τη γυναίκα. Ένιωσα το χαμόγελό του να μου τρυπά το κρανίο, όσο κουφό κι αν ακούγεται αυτό. Έσκυψε και πάλι στ’ αυτί μου.
«Η Μάριαν», ψιθύρισε. «Θα σας συστήσω αργότερα». Έγνεψα καταφατικά, με μια κρυφή ικανοποίηση, αφού η περιέργειά μου θα έβρισκε τη δικαίωσή της, καθώς εκείνος απομακρυνόταν. Πήγαινε από τον ένα μαθητή στον άλλο, κοιτούσε αυτά που έγραφαν και τους έλεγε κάτι χαμηλόφωνα. Τον έβλεπα να κάνει διορθώσεις και παρατηρήσεις, να μοιράζει υποσχέσεις και ζεστασιά. Του ταίριαζε πολύ ο ρόλος του δασκάλου. Είχε την απαραίτητη ηρεμία και ήξερε πώς να δείχνει κατανόηση. Και προφανώς έκανε ό,τι έκανε απλά και μόνο επειδή το αγαπούσε. Έτσι όπως τον παρατηρούσα, αδιάκριτα, έμοιαζε απόλυτα σοβαρός, αλλά έδειχνε κιόλας έτοιμος ανά πάσα στιγμή να γελάσει. Και γέλασε.
«Τελείωσα, ασπρουλιάρη», του είπε ένας μαύρος μεσήλικας άντρας, κουνώντας πέρα-δώθε ένα μάτσο άδετες σελίδες, και προκαλώντας τη γενική ευθυμία. Στη στιγμή όμως σοβάρεψαν όλοι και πάλι. Έσκυψαν στα τετράδιά τους και συνέχισαν να γράφουν. Μια έκθεση, μια ιστορία, ένα δοκίμιο, ένα στιγμιότυπο της μνήμης; Δεν έχω ιδέα. Ποτέ δεν έμαθα.
Απ’ ό,τι κατάλαβα όμως δεν ήταν και πολύ δύσκολα τα μαθήματα που δίδασκε. Μάθαινε στα παιδιά τα πρώτα τους γράμματα και τους βασικούς κανόνες της αριθμητικής, στους μετανάστες τις πρώτες τους βασικές λέξεις στη νέα γλώσσα, έδινε στους γηραιότερους μια καινούρια ευκαιρία στη ζωή. Τόσο απλά.
Μιάμιση ώρα περίπου κράτησε η παράσταση -ναι, έτσι ακριβώς φάνταζε στο βλέμμα μου- και πέρασε σαν τίποτα, σαν λίγα δευτερόλεπτα στην απεραντοσύνη του χρόνου. Μετά, άρχισε το σώου. Πήγε ένας ψηλός μαύρος άντρας, που θύμιζε πρωταγωνιστή γκανγκστερικής ταινίας, κάθισε στο πιάνο, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε να παίζει. Οι νότες ξεχύνονταν σε εξωφρενικούς ρυθμούς κάτω από τα χέρια του, δονώντας το χώρο πέρα ως πέρα, αναγκάζοντάς τους όλους να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν να χορεύουν. Τα παιδιά, όπως ήταν φυσικό, το γλεντούσαν από όλους πιο πολύ. Έκαναν απίθανες φιγούρες και κωλότουμπες, φώναζαν και γελούσαν, ενώ οι μεγαλύτεροι απλά προσπαθούσαν ν’ ακολουθήσουν το ρυθμό. Η μουσική, σα γλώσσα του σώματος παγκόσμια, τους ένωνε. Στο άκουσμά της έσβηναν μεμιάς χώρες, πρόσωπα, αναστολές, συνήθειες, καταγωγές και χρώματα, όλοι και όλα γίνονταν ένα. Δεν άντεξα για πολύ, σύντομα μπήκα κι εγώ στον τρελό χορό. Γελούσα μαζί τους, στροβιλιζόμουν, χοροπηδούσα κι έπεφτα, ένιωθα κάθε στιγμή που περνούσε, όλο και πιο πολύ, την ευτυχία να ξεχειλίζει από μέσα μου, να με τυλίγει, και μαζί με μένα να τυλίγει κι όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω μου, τα μέλη της άγνωστης οικογένειάς μου. Επιτέλους ζω, σκεφτόμουνα. Επιτέλους ζω, ξεφώνιζε όλο μου το είναι. Επιτέλους ζω!
Όσο για κείνον, όλη αυτή την ώρα στεκότανε σε μια γωνιά, με κοιτούσε και χαμογελούσε πλατιά, το πρόσωπό του φώτιζε μια ικανοποίηση, που δε θέλησε ούτε στιγμή να κρύψει. Ναι, μου φώναζαν τα μάτια του. Ναι, μου κραύγαζαν άηχα τα χείλη του. Ναι!

Συνεχίζεται

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Βιβλία που θα συμμετάσχουν σε μελλοντικούς διαγωνισμούς

Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσω για τα βιβλία τα οποία θα συμμετέχουν τους επόμενους μήνες στον διαγωνισμό μας. Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω τους συγγραφείς και τους εκδοτικούς οίκους που μας προμηθεύουν με αυτά.
Κώστας Καρακάσης: Αθηνά, Ο βιολονίστας και Η αγάπη δεν έχει τέλος.
Μαρία Τζιρίτα: Μάτια μου
Μαρία Προδρόμου: Το μονοπάτι των ονείρων
Ελληνικά Γράμματα: Κλειστόν λόγω μελαγχολίας
Μεταίχμιο: Ποιός θυμάται τον Αλφόνς
Μαίρη Κόντζογλου: Μέλι το θαλασσινό, Περπάτα με τον άγγελο σου

και έπεται και συνέχεια ...

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 5

Επιστρέψαμε σε μια πόλη ξένη, γκρίζα και οργίλη, αφιλόξενη. Δε μου άρεσε πια η πόλη μου, οι άνθρωποί της, η ταχύτητά της, το ό,τι δεν κοιμόταν ποτέ, όλ’ αυτά που τη χαρακτήριζαν και τα οποία κάποτε για μένα ήταν το παν. Ήταν σα να έφυγα ερωμένη της κι επέστρεψα θανάσιμος εχθρός. Από την πρώτη κιόλας στιγμή άρχισε να μου λείπει εκείνο το ταπεινό κι απέριττο σπίτι στην ερημιά, το ποτάμι, η Ρόντα, οι ήσυχες μέρες και οι γαλήνιες νύχτες.
Ο Άντι από την άλλη ήταν ο συνηθισμένος του εαυτός – λες και δεν είχε φύγει στιγμή από κει. Πάντα χαμογελαστός, πάντοτε έτοιμος να ακούσει τα πάντα και να μιλήσει για λίγα. Είχε συνηθίσει λέει το πήγαινε-έλα, αν και όπως παραδέχτηκε, κι εκείνος προτιμούσε τη ζωή εκεί παρά εδώ. Όμως δεν είχε επιλογή και δεν του άρεσε να κλαίγεται για κάτι που δεν μπορούσε να αλλάξει.
Στο σπίτι των γονιών μου δεν ένιωθα πια καθόλου άνετα, ήμουνα σαν παρείσακτη, κι ας μην τους έβλεπα σχεδόν ποτέ – καταραμένη κι ευλογημένη την ίδια ώρα. Όλη εκείνη η χλιδή, οι αχρείαστες σπατάλες, η υπερβολή, η κοινωνική υποκρισία, άρχισαν σιγά-σιγά να μου προκαλούν ναυτία, ακόμη και κλειστοφοβία. Ήθελα τους ανοικτούς ορίζοντες, ήθελα τους απλούς ανθρώπους, μια κανονική ζωή. Ήθελα να ξεφύγω.
Η πρώτη ρήξη με τον πατέρα μου ήρθε όταν του ανακοίνωσα την ανήκουστη, για την κοινωνική μας τάξη, απόφαση ν’ αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό, κι από μελλοντική μεγαλοεπιχειρηματίας να μετατραπώ σε μια ταπεινή εκπαιδευτικό. Καθόλου δεν του άρεσε αυτό. Του άναψαν τα λαμπάκια, πήρε ανάποδες, έγινε κόκκινος σαν παντζάρι, και άλλες μεταφορές, όταν του το είπα. Κι άρχισε να μου μιλά για τις πολλές ώρες της συγκεκριμένης δουλειάς -μέχρι και εξήντα πέντε τη βδομάδα- τις επιπλέον δραστηριότητες στις οποίες θα έπρεπε να συμμετάσχω, το βάρος της ευθύνης και τον πολύ χαμηλό, για τα δικά του δεδομένα μισθό. Τι είναι τη σήμερον ημέρα τριάντα πέντε χιλάδες δολάρια το χρόνο; Αν πρέπει να νοικιάζεις σπίτι, απολύτως τίποτα. Αλλά η μάνα μου, η ειδική στις δημόσιες και μη σχέσεις, κατάφερε σύντομα να τον ηρεμήσει, να τον πείσει ακόμη ότι ίσως αυτό γινότανε για καλό, πώς θα ήταν ένας ακόμη άσσος στο επαγγελματικό του μανίκι. Θα αποδείκνυε στους φιλελεύθερους φίλους του ότι δεν ήταν τόσο μονόχνοτος και συντηρητικός όσο τον νόμιζαν, κι έτσι θα ανέβαινε στην εκτίμησή τους. Έτσι θα γλίτωναν και το, σκάνδαλο. Ναι, το σκάνδαλο, αφού για εκείνον τον στρυφνό, μεγαλωμένο με δήθεν παραδοσιακές αξίες στο νότο άντρα, η κόρη όφειλε να ακολουθεί τις επιταγές του πατέρα, αλλιώς… Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Η λογική της μάνας μου με έσωσε και με υποδούλωσε την ίδια ώρα. Με έσωσε επειδή θα μπορούσα επιτέλους να κάνω αυτό που ήθελα, εκείνο που εγώ επέλεξα, μα με υποδούλωσε αφού δε θα μου επέτρεπε να κάνω τη μεγάλη προσωπική επανάσταση που τόσο αποζητούσα. Τουλάχιστον όχι ακόμη.
Όταν είπα στον Άντι τα καθέκαστα χαμογέλασε, κι αρκέστηκε να μου πει ότι ίσως καλύτερα που ήρθαν τελικά έτσι τα πράγματα, αφού είτε μου άρεσε είτε όχι τους δικούς μου τους είχα ακόμη ανάγκη. Δίκιο είχε, αλλά και άδικο. Ναι, τους χρειαζόμουνα, αλλά απλά και μόνο επειδή μου προσέφεραν χρήμα, υλική ασφάλεια, κι επειδή, όσο και να το ήθελα δεν ήμουνα σαν κι εκείνον. Οι δικοί μου ήταν η προσωπική μου τράπεζα, ποτέ δε μου χάρισαν τίποτα περισσότερο από λεφτά. Αμφέβαλλα ακόμη κι αν με αγαπούσαν ή αν κάποτε μ’ αγάπησαν. Θυμάμαι ότι πάντα ένιωθα ότι γεννήθηκα μόνο και μόνο για να δικαιώσω το μύθο της ιδανικής οικογένειας, για να προσθέσω τη φάτσα μου στις φωτογραφίες πάνω από το τζάκι και στο γραφείο του πατέρα μου, που τώρα πια καταλάμβανε ένα ολόκληρο όροφο στην πιο ακριβή και περιζήτητη από τους επαγγελματίες, περιοχή της πόλης.
Όσο εκείνος ανέβαινε με γοργά και γιγαντιαία άλματα τα σκαλοπάτια της υψηλής κοινωνίας, τόσο εγώ, με απλούς πήδους τα κατέβαινα. Από την πρώτη μέρα της επιστροφής έβαλα μπρος, σιγά-σιγά, να κόψω όλους τους δεσμούς με το χθες μου: άρχισα ν’ αποξενώνομαι απ’ τις παλιές μου γνωριμίες, έπαψα να συχνάζω στα πάρτι και να φλερτάρω μ’ αγόρια, που έμοιαζαν το ένα φωτοαντίγραφο του άλλου, κατασκευάσματα ενός άθλιου εργαστηρίου.
Ο Άντι μου έλεγε να ρίξω ταχύτητες, να μη βιάζομαι και τόσο πολύ ν’ αλλάξω ζωή, με προειδοποιούσε ότι θα έβλεπα πράγματα που δε θα μου άρεσαν, ότι θα ερχόμουνα αντιμέτωπη με καταστάσεις που δε θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσω, προσπαθούσε να με πείσει ότι ο κόσμος δεν ήταν αυτός ο φωτεινός πίνακας που κοιτούσα μέχρι τώρα. Αλλά όσο μου τα έλεγε αυτά, τόσο εγώ πείσμωνα. Δεν ήξερε πόσο ξεροκέφαλη κατά βάθος ήμουνα.
«Είμαι έτοιμη», του φώναζα. «Είμαι έτοιμη από καιρό. Προτού καν σε γνωρίσω».
«Είσαι έτοιμη για τι, Χοπ;» με ρωτούσε ξανά και ξανά. «Για να κάνεις τι;» Σα να με περνούσε από εξετάσεις. Λες και δοκίμαζε την αποφασιστικότητα και τις αντοχές μου.
«Μοιάζουμε πολύ Άντι, και το ξέρεις», του απάντησα την τελευταία φορά.
«Το ξέρω», ομολόγησε, μ’ εκείνα τα μάτια που έσταζαν κατανόηση και καλοσύνη -αλλά και μια σκληρά αποκτημένη στο πέρασμα του χρόνου γνώση- που δε με άφηναν ποτέ να μείνω για πολύ μαζί του θυμωμένη.
«Τότε γιατί; Γιατί προσπαθείς να μ’ αποθαρρύνεις;»
«Επειδή εσύ έχεις πολλά να χάσεις, ενώ εγώ απολύτως τίποτα. Αυτή είναι ίσως η μοναδική μας διαφορά, και κάθε άλλο παρά μικρή είναι».
«Θέλω να σε βοηθήσω. Το θέλω όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο».
«Με βοηθάς, με το να είσαι εκεί. Δε θέλω να σε βάλω στο φαύλο κύκλο μου. Και πριν με ρωτήσεις σου απαντώ: Ναι, φαύλος είναι ο κύκλος! Αλλά κάποιοι πρέπει να συνεχίσουν να παραδέρνουν μέσα σ’ αυτόν, αλλιώς τίποτα δε θ’ αλλάξει ποτέ. Και, αν θες ν’ ακούσεις την ωμή αλήθεια, κρύβει πολλούς κινδύνους».
«Δε φοβάμαι τίποτα. Μην προσπαθείς να με τρομοκρατήσεις με τις λέξεις σου. Δε σου πάει. Όσο για τις αλλαγές, κάποια πράγματα μπορούν στα σίγουρα ν’ αλλάξουν, όπως άλλαξα κι εγώ».
«Εσύ ποτέ δεν άλλαξες, δε χρειαζότανε ν’ αλλάξεις. Απλά βρήκες την ευκαιρία ν’ ανακαλύψεις ποια στ’ αλήθεια είσαι. ποια κρυβόταν πίσω από την εικόνα σου».
«Λέγε ό,τι θες. Τα λόγια μπαίνουν από το ένα αυτί και βγαίνουν απ’ το άλλο. Ούτε τα καλοπιάσματα, ούτε και οι αμήχανες απειλές σου δε θα με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Ίσως να μην είμαι εσύ, αλλά θα μπορούσα, είμαι σίγουρη γι’ αυτό, να γίνω κάποια σαν κι εσένα».
«Μην το κάνεις. Μην το επιχειρήσεις καν. Σταμάτα να κοιτάς μονάχα το χαμόγελό μου και να χαίρεσαι, δες κι όλες αυτές τις σιωπές που κρύβονται από πίσω του. Είναι μοναχικός πολύ ο δρόμος που επέλεξα ν’ ακολουθήσω, Χοπ, αλλά είναι καλά χαραγμένος στο χάρτη της ελπίδας. Αρκετά όμως, δε θέλω να μιλήσω άλλο για μένα».
«Μα ποτέ δε μου μιλάς για σένα, κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά μας. Αν δεν ήταν η Ρόντα δε θα σε ήξερα σχεδόν καθόλου, θ’ αγαπούσα ένα μόνο κομμάτι σου…».
«Ωραία λοιπόν, πάμε», μου είπε ξαφνικά και λίγο απότομα, μα αποφασιστικά. Μ’ ένα χαμόγελο λίγο πικρό, με πήρε απ’ το χέρι και με βήματα γοργά με οδήγησε στον υπόγειο.

Συνεχίζεται

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 4

Έφυγε προτού επιστρέψει ο Άντι, αφήνοντάς με να κάθομαι μοναχή -πάνω σε μια παλιά ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα- στη μπροστινή βεράντα, κοιτώντας την πράσινη γη, που σε πείσμα των καιρών δήλωνε ζωντανή, βυθισμένη στις προαιώνιες και τις καινούριες σκέψεις μου. Ω, πόσο θα ήθελα να μείνω για πάντα εκεί, στην άκρη του πουθενά, στις παρυφές του χάρτη, παρέα μ’ αυτούς τους πονεμένους μα φιλόξενους ανθρώπους, μ’ εκείνον να μου ομορφαίνει τις μέρες και να μαγεύει τις ατελείωτες νύχτες και να μου μιλά, και να με διδάσκει, για της ζωής την ουσία!
Τα ήθελα όλ’ αυτά, τα τόσο λίγα, τα ήθελα από καρδιάς, αλλά τότε δεν ήμουνα ακόμη έτοιμη για την επανάστασή μου, κι ας μην το ήξερα. Έκανα σιγά-σιγά κάποια βηματάκια προς τα εμπρός, όμως δεν είχε φτάσει ακόμη ο καιρός για να κάνω το μεγάλο άλμα στο κενό, εκείνο που λίγο φοβόμουνα, μα πιο πολύ λαχταρούσα. Από ένα τερτίπι της μοίρας, ή ίσως από μια ειρωνεία της τύχης, εκείνος που θα μου έδινε την απαραίτητη ώθηση, εκείνο το τελευταίο σπρώξιμο, δε θα ήταν άλλος από τον πατέρα μου.
Αυτό ωστόσο θα συνέβαινε σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό, αλλά αόριστο μέλλον. Τώρα καθόμουν εκεί, στη μελωδική σιγαλιά του δειλινού, και σα μια καλή νοικοκυρά από καιρούς περασμένους, περίμενα τον άντρα μου να γυρίσει στο σπίτι. Για να τον υποδεχτώ με μια ζεστή αγκαλιά και ένα χορταστικό φιλί, για να του στρώσω το τραπέζι για να φάει, για να μοιραστούμε το λιτό μυστικό μας δείπνο, και για να του χαρίσω ολόψυχα τα πλούσια δώρα του έρωτά μου.
«Γιατί δε μου είπες τίποτα;» τον ρώτησα με το που μπήκε στο σπίτι, δήθεν θυμωμένα.
Τα κατάλαβε όλα, μόλις είδε τη μηλόπιτα στο τραπέζι, και χαμογέλασε. Μ’ εκείνον τον αποκρυπτικό τρόπο, που πάντα μου άρεσε.
«Έκανε πάλι το θαύμα της η κυρία Ρόντα!» δήλωσε κατηγορηματικά, αλλά δίχως κανένα κατηγορώ, χωρίς πικρία. Σα να το περίμενε. «Υποθέτω ότι σ’ τα είπε όλα. Εγώ τώρα τι να σου πω; Και πριν τι να σου έλεγα άλλωστε; Αφού με ξέρεις. Ξέρεις ότι δε μου αρέσει να μιλώ και πολύ για τον εαυτό μου».
«Ναι, αλλά έπρεπε να μου μιλήσεις γι’ αυτό Άντι. Θα μπορούσα να σε βοηθήσω».
Τον πλησίασα. Τον αγκάλιασα. Τον φίλησα απαλά στα χείλη. Και μετά τον πήρα απ’ το χέρι και τον οδήγησα στο τραπέζι. Καθίσαμε για λίγο διπλά-διπλά σιωπηλοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου απαλά, προσπαθώντας να μην αφήσουμε τις σκέψεις μας να παραστρατήσουν. Μέχρι που έσκυψε το κεφάλι και κάρφωσε το βλέμμα στο μοναδικό αντικείμενο που μπορούσε να δει, τη μισοφαγωμένη μηλόπιτα.
«Δεν είναι δικός σου αυτός ο αγώνας, Χοπ», ψιθύρισε τελικά «Εξάλλου, δεν ήθελα να περιπλέξω τα πράγματα μεταξύ μας. Είναι λίγο τρελός ο κόσμος μου, ή μάλλον ο τρόπος μου. Ο τρόπος που ζω. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για μένα. Τα βγάζω πέρα μια χαρά».
«Θα μπορούσες να τα βγάζεις καλύτερα!»
«Με τα λεφτά του μπαμπά σου; Ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω. Είμαι αλλιώς μαθημένος. Προτιμώ να δουλεύω ασταμάτητα, από το να εξαρτώμαι απ’ τη φιλανθρωπία των άλλων. Όταν παίρνω πρέπει και να δίνω. Αυτή είναι η αρχή μου…».
«Σε καταλαβαίνω, Άντι. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Και μάρτυς μου ο θεός δε θέλω να σε αλλάξω. Μου αρέσεις όπως ακριβώς είσαι. Μου αρέσει αυτό που είσαι. Αλλά να, πού και πού, και με το δίκιο μου πιστεύω, με πιάνει το παράπονο. Σκέφτομαι ότι δεν έχω κερδίσει την εμπιστοσύνη σου και γι’ αυτό δε μου μιλάς. Δε μου μιλάς για τα σημαντικά…».
«Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια, μη συνεχίζεις. Σ’ εμπιστεύομαι απόλυτα, ακόμη πιο πολύ κι από τον εαυτό μου. Ίσως… Ίσως τελικά όλα, όλες μου οι επιφυλάξεις, να οφείλονται στο γεγονός ότι είμαι παράξενος, ιδιόρρυθμος, παρανοϊκός, όπως θέλεις πες με. Απλά δε μου αρέσει να φορτώνω τα βάρη μου στις πλάτες των άλλων, ακόμη κι αν είναι πρόθυμοι να τα αναλάβουν».
«Γιατί τότε φορτώνεσαι εσύ τα βάρη των άλλων;» τον ρώτησα κάπως απότομα, με μια φωνή που ακούστηκε περισσότερο οργισμένη απ’ ό,τι ήταν. «Και γιατί δε με θέλεις να ξέρω όλ’ αυτά που θα με έκαναν περήφανη για σένα, πού θα φώτιζαν ακόμη περισσότερο στο μυαλό μου την εικόνα σου;»
«Απλά έτσι έμαθα, έτσι με δίδαξαν οι γονείς μου, κι ίσως τώρα να είναι κάπως αργά για να αλλάξω. Αυτοί βοηθούσαν πάντα τους άλλους στα κρυφά, κι ας μην ήμασταν σχεδόν ποτέ σε καλύτερη μοίρα από εκείνους. Αυτοί με έμαθαν να κοιτάω τον κόσμο με κατανόηση, με αγάπη και συμπόνια, να ψάχνω στους ανθρώπους το καλό και όχι να προσπαθώ με το έτσι θέλω ν’ ανακαλύψω την όποια κακία κρύβουν μέσα τους. Το ξέρω ότι αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο να συμβεί στον κυνικό κόσμο που ζούμε, αλλά τουλάχιστον προσπαθώ. Αν δεν κάνουμε κάτι στη ζωή μας, Χοπ, δεν είμαστε τίποτα».
Το είπε με τόση πίστη, με τόση πειθώ αυτό το τελευταίο, που ένιωσα το κορμί μου ολόκληρο ν’ ανατριχιάζει. Οι λίγες αυτές λέξεις με έλουσαν με κρύο ιδρώτα και την ίδια ώρα καρφώθηκαν σα στιλέτο στην καρδιά μου. Αν δεν κάνουμε κάτι, δεν είμαστε τίποτα! Του έσφιξα δυνατά το χέρι. Έσφιξα ακόμη πιο δυνατά τα δόντια, για να μη δακρύσω. Τους κόμπους που πήγαν να πάρουν σχήμα στο λαιμό τους κατάπια. Τα δάκρυα τα άφησα να κυλήσουν προς τα μέσα.
«Κι η Σάρα;» τον ρώτησα, θέλοντας ν’ αλλάξω ρότα στα ταραγμένα νερά της συζήτησης.
Το πρόσωπό του από τη μια στιγμή στην άλλη φωτίστηκε νοσταλγικά. Τα σχεδόν πάντα γαλήνια μάτια του έμοιαζαν τώρα να ξεχειλίζουν από αγάπη. Κι αυτά στο άκουσμα και μόνο του ονόματός της!
«Η Σάρα», είπε χαμηλόφωνα, λες κι εκείνη την ώρα μιλούσε σε κάποιο φάντασμα, ή κάτι τέλος πάντων που θα μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του. Δε σου μίλησα πολύ ούτε και γι’ αυτήν κι απολογούμαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι ακριβώς να σου πω. Όσο κι αν χτύπησε την οικογένειά μας η μοίρα, δε μου αρέσει να το παίζω τραγικός…»
Σιώπησε. Θα μου μιλήσει, θα μου πει κι άλλα, σκεφτόμουνα, αλλά θα έπεφτα έξω. Προς το παρόν δε θα μου έλεγε τίποτα άλλο. Απλά θα καθότανε εκεί και θα γέμιζε για μια φορά ερωτηματικά την κουζίνα και την ψυχή μου με τη σιωπή του. Τον σκούντηξα ελαφρά, τρυφερά στον ώμο, προσπαθώντας να τον ξυπνήσω, να τον βγάλω από ένα παράξενο όνειρο. Το δεξί του χέρι έμοιαζε να έχει παραλύσει κρατώντας την κούπα του καφέ, που ήταν άδεια προτού καν την πιάσει. Το βλέμμα του ταξίδευε αλλού, σ’ άγνωστα σε μένα μέρη, στην αγαπημένη του αδελφή ίσως. Το δικό μου προσπαθούσε να μαντέψει το μέσα του, να διαπεράσει την ομίχλη, που έμοιαζε να του θολώνει την όραση. Πόσα άλλα μυστικά μου κρύβει άραγε; αναρωτιόμουνα. Ένιωθα τόσο περίεργα εκείνη τη στιγμή, και τόσο ξένη. Τόσο ξένη από μένα, απ’ τον πρότερό μου εαυτό. Ο Άντι, με τα λόγια και τα έργα του, με τα μυστήρια και τις σιωπές του, έμοιαζε να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο μέσα μου, έφτασε πια να ορίζει δίχως να καθορίζει τη ζωή μου, έγινε ο γλυκός τύραννος που ίσως από πάντα αναζητούσα.
Κάποτε το χέρι που κρατούσε την κούπα την άφησε. Το άπλωσε και κείνο και πήρε το δικό μου, συμπληρώνοντας λες το τετράγωνο ή τον κύκλο: τέσσερα χέρια, δυο ψυχές, τέσσερα μάτια, δυο ζωές. Άρχισε να μου μιλάει δίχως λόγια κι εγώ σιωπηλά του φώναζα ότι ήθελα να τα μάθω όλα. Μετά από ώρα πολλή του το είπα κιόλας, κι εκείνος αρκέστηκε σ’ ένα τρυφερό χαμόγελο κι ένα αφορισμό για απάντηση. Το όλα δεν υπάρχει, μου είπε.
Όταν βγήκαμε έξω έμοιαζε να έχει απλωθεί παντού ολόγυρα βαθύ σκοτάδι. Η μάνα νύχτα ήρθε να επιβάλει τα δικά της θέλω. Μόνο το σπίτι της Ρόντας, τόσο κοντά και τόσο μακριά, έριχνε λίγο φως, σα μια μικρή παραφωνία στη γήινη φύση. Ήτανε μια βραδιά ανέφελη, αλλά όχι ανώφελη, χωρίς φεγγάρι. Ο ουρανός ήτανε διάσπαρτος απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ αστέρια, ενώ εμάς και τη γη μας δρόσιζε ένα αεράκι απαλό, σαν ψίθυρος, σα χάδι. Μου κρατούσε το χέρι και περπατούσαμε. Του κρατούσα το χέρι και περπατούσαμε. Κάποια πουλιά της νύχτας διέκοπταν πού και πού τη σιγή, μας έδιναν μια γλυκιά επιβεβαίωση ότι βρισκόμασταν εκεί, οι δυο μας μαζί, στη μέση ή την άκρη μιας όμορφης απεραντοσύνης.
«Δεν μπορώ να σ’ τα πω όλα ακόμη, μα ίσως κάποια απ’ αυτά μπορώ να σ’ τα δείξω», είπε ξαφνικά βγάζοντάς με άτσαλα από την όμορφη περισυλλογή μου. «Αλλά, ίσως να μη σου αρέσουν αυτά που θα δεις», βιάστηκε να προσθέσει. «Ο κόσμος, ειδικά ο κόσμος μου, δεν είναι ένα κουτί από σοκολατάκια, ωστόσο δεν του λείπει η γλυκύτητα».
«Η απόφαση είναι δική μου, Άντι. Θέλω να τα δω όλα. Κανείς δε με πιέζει να το κάνω. Όπως και κανείς δε με υποχρέωσε να είμαι αυτή τη στιγμή εδώ, μαζί σου».
«Μερικές φορές είναι πολύ σκληρός ο κόσμος μου, αγάπη, κι εσύ είσαι αλλιώς μαθημένη…».
«Θα μάθω. Θα προσαρμοστώ. Θ’ αλλάξω. Αλλάζω συνεχώς…». Εσύ με κάνεις να αλλάζω, κάθε μέρα, προς το καλύτερο, ήθελα να το πω, μα δεν το έκανα.
«Το ίδιο κι εγώ. Το ίδιο κι εγώ αλλάζω, μέρα με τη μέρα. Κι αυτό το οφείλω σε σένα, που με αγαπάς γι’ αυτό που είμαι!» Εκείνος δεν είχε τους δικούς μου ενδοιασμούς. Απέστρεψα το κεφάλι μου απ’ αυτόν και χαμογέλασα στο σκοτάδι.
Διασχίσαμε κάτι χωράφια, όπου οι μόνες σκιές που διακρίνονταν ήταν οι δικές μας, μαζί μ’ αυτές κάποιων αιωνόβιων δέντρων, για να καταλήξουμε σε μια απόκρυφη όχθη του Χέιβεν. Καθίσαμε εκεί για ώρα πολλή, ακούγοντας απλά το νερό να κυλά, τα βατράχια πού και πού να κοάζουν, και τις κουκουβάγιες να ανταλλάζουν τα δικά τους μυστικά. Καθισμένη χάμω και δίπλα του, κρυμμένη στην αγκαλιά του, χαμένη στα φιλιά του, μπορούσα και σιωπούσα υπέροχα, μπορούσα κι απολάμβανα έστω και για λίγο, δίχως έγνοιες και γιατί την ομορφιά της φύσης.
«Αν μείνεις μαζί μου…». Πήγε να μιλήσει, αλλά και πάλι άφησε την πρότασή του στη μέση. Λες και περίμενε από μένα να τη συμπληρώσω. Λες και μπορούσα να μαντέψω τι ήθελε να πει. Το έκανε τόσο συχνά αυτό που αρχικά μ’ ανησυχούσε. Το έκανε τόσο συχνά που στο τέλος το συνήθισα. Ίσως τελικά να τον φόβιζαν πιότερο τα λόγια απ’ ότι οι σιωπές. Ίσως να τον φόβιζαν οι απαντήσεις. Ίσως βαθιά μέσα του να διατηρούσε αμφιβολίες. Μπορεί να πίστευε ότι δεν ήμουνα έτοιμη ακόμη ν’ αποδεχτώ τον κόσμο του, κι ας ήμουν έτοιμη από καιρό. ν’ αποδεχτώ αυτό τον κόσμο που απλωνόταν τώρα μπροστά μου κι εντός μου -σ’ ένα σκοτάδι εξαίσια ζεστό και στις αισθήσεις καταπραϋντικό- κι εκείνον τον άλλον, που δεν είχα γνωρίσει. Που δε με άφησε να γνωρίσω. Άφησα τη σιωπή να αιωρείται χωρίς αμηχανία ανάμεσά μας. Δεν τον πίεσα να μιλήσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι έτσι κι αλλιώς θα το έκανε. Τον άφησα να βρει το κουράγιο, να ανιχνεύσει τις κατάλληλες λέξεις και να τις ζυγίσει μία-μία προτού τις αφήσει να βρουν διέξοδο στα χείλη. Όπως και έγινε. «Αν μείνεις μαζί μου θα υποφέρεις πολύ», ψιθύρισε τελικά, με μια ανάσα, που ακούστηκε σχεδόν σαν στεναγμός ανακούφισης. Σα να έφυγε ένα βάρος από πάνω του. Δεν ταράχτηκα. Καθόλου. Η σφιγμένη αγκαλιά, οι νευρικές του κινήσεις, οι προηγούμενες κοφτές ανάσες με προετοίμασαν μέσα σε μια στιγμή για τα λόγια που θ’ ακολουθούσαν. Έτσι, σήκωσα σιγά-σιγά το κεφάλι κι επιχείρησα, στο αμυδρό φως, να διαβάσω το βλέμμα του. Πάλι στραμμένο προς τα μέσα έμοιαζε, αλλά έσταζε κι αυτά ακριβώς που περίμενα: αισιοδοξία, λαχτάρα κι ανακούφιση.
«Προτιμώ να υποφέρω κοντά σου, δίπλα σου, παρά να είμαι ευτυχισμένη χωρίς εσένα», του είπα με μια αυτοπεποίθηση, που πήγαζε από τις κρυφές της ψυχής μου πηγές. Δεν άντεξε, για λίγο γέλασε. Κι ύστερα χάιδεψε τα μαλλιά μου τρυφερά. Τα στερέωσε απαλά πίσω από τ’ αυτιά μου για να μη μου κρύβουν το πρόσωπο.
«Πού το διάβασες αυτό;» με ρώτησε χαμογελώντας. Και του απάντησα ειλικρινά. Πουθενά δεν το διάβασα. Δικά μου ήταν τα λόγια. Φτιαγμένα με της πραγματικής αγάπης τα υλικά. «Η ζωή…». Μου χάρισε και πάλι δυο λέξεις και τρεις τελείες, τα αιώνιά του αποσιωπητικά.
Έψαξα τα χείλη του, βρήκε τα δικά μου. Το ποτάμι εξακολουθούσε να κυλάει, η γη να γυρίζει, η νύχτα να μας τυλίγει στην κουβέρτα της, αλλά εμείς πια ήμασταν κάπου αλλού.

Συνεχίζεται

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Εργαστήρι Γραφής & Ανάγνωσης

Εργαστήρι Γραφής & Ανάγνωσης
Kάθε Δευτέρα 5.30μμ-8.30μμ: Από 4 Oκτωβρίου-20 Δεκεμβρίου
ΠΕΙΡΑΙΩΣ 38, 3ος όροφος (Αίθουσα σεμιναρίων Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ)
Τίτλος Εργαστηρίου:
<<Γράφοντας Μυθιστόρημα>>
Διδάσκοντες:
Κώστας Κατσουλάρης & Σώτη Τριανταφύλλου

Περιγραφή του εργαστηρίου:

Ιστορία του μυθιστορήματος
Τεχνικές της αφήγησης, βασικές αρχές αφηγηματολογίας
Πλοκή, ιστορία, θεματική
Χαρακτήρες – εξέλιξη των χαρακτήρων
Γλώσσα και λογοτεχνία / Γλώσσα και ιδεολογία
Υφολογία
Πρακτικές και θεωρητικές συμβουλές (τα «λάθη» του συγγραφέα)
Εργασία σε σχέδια μυθιστορήματος των συμμετεχόντων
Προαιρετική βασική βιβλιογραφία:

Jonathan Culler, «Λογοτεχνική θεωρία, Μια συνοπτική εισαγωγή», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Τerry Eagleton, «Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας», εκδόσεις Οδυσσέας
Για την παρακολούθηση του εργαστηρίου απαιτείται χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (word, λήψη και αποστολή μέιλ, κ.λπ). Η γνώση μιας ξένης γλώσσας είναι επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη.

ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Ως αίτηση συμμετοχής λογίζεται η έγκαιρη αποστολή με ηλεκτρονικό μήνυμα των κάτωθι τριών στοιχείων:

α. Βιογραφικό σημείωμα στο οποίο να περιλαμβάνονται, φύλο, ηλικία, σπουδές, δημοσιεύσεις, συμμετοχές σε σεμινάρια-εργαστήρια

β. Σύντομο κείμενο (μιας σελίδας το πολύ) στο οποίο να περιγράφεται ο λόγος που θέλετε να συμμετάσχετε στο εργαστήριο

γ. Περίληψη προσχεδίου μυθιστορήματος έκτασης μιας σελίδας (αν υπάρχει)

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ

Δώδεκα (12) συναντήσεις των τριών (3) ωρών (36 ώρες συνολικά)

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Δευτέρα, τέσσερις (4) Οκτωβρίου, ώρα 17.30 (δεν ισχύει η καθυστέρηση του «τετάρτου». Τα μαθήματα αρχίζουν στις 17.30 ακριβώς)

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Δευτέρα, είκοσι (20) Δεκεμβρίου, ώρα 17.30

ΤΟΠΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ

Κτήριο των εκδόσεων Πατάκη, Πειραιώς 38 (μετρό Ομόνοια), 3ος όροφος


ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Εξακόσια (600) ευρώ κατ’ άτομο


ΗΜΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου, ώρα 17.30 (ακριβώς), στο κτήριο των εκδόσεων Πατάκη, Πειραιώς 38 (μετρό Ομόνοια), 3ος όροφος



Τρόπος καταβολής διδάκτρων:

α. Ο ενδιαφερόμενος που έχει επιλεγεί και ειδοποιηθεί, επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του με την κατάθεση προκαταβολής 100 ευρώ στον λογαριασμό της Book Press (δείτε τις πληροφορίες στο τέλος).

β. Η κατάθεση της προκαταβολής πρέπει να έχει γίνει μέχρι την 1η του Οκτωβρίου.

γ. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε δύο ισόποσες δόσεις: η πρώτη, 250 ευρώ, πρέπει να καταβληθεί μέχρι τη δεύτερη συνάντηση, δηλαδή μέχρι τις 11 Οκτωβρίου, ενώ η δεύτερη και τελευταία δόση πρέπει να καταβληθεί μέχρι τις 29 Νοεμβρίου.

Έκπτωση: Οι συνεργάτες και οι συνδρομητές της Book Press δικαιούνται έκπτωση 100 ευρώ. Το κόστος των 500 ευρώ προσαρμόζεται σε δύο δόσεις.

Ειδικές περιπτώσεις: Για συγγραφείς που έχουν δημοσιεύσει τουλάχιστον ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο προσφέρεται η δυνατότητα συμμετοχής τους στο εργαστήριο έναντι μόνον της προκαταβολής των 100 ευρώ. Ο αριθμός των συμμετεχόντων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί να ξεπερνάει τους τρεις (3) σε κάθε μάθημα.

Όλοι οι συμμετέχοντες εγγράφονται δωρεάν συνδρομητές για ένα χρόνο στην Book Press (αν θέλουν)

Πιστοποιητικά: Με το πέρας του εργαστηρίου θα δοθεί έγγραφη βεβαίωση φοίτησης υπογεγραμμένη από τους δύο διδάσκοντες.

Χρήσιμες πληροφορίες:

Τ + F: 2103227950

email: workshops&bookpress.gr Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Λογαριασμός της Book Press: 111 00 2330 000322 Alpha Bank

* Προσοχή: Μην καταθέτετε χρήματα αν πρώτα δεν έχετε ειδοποιηθεί για τη συμμετοχή σας στο Εργαστήριο από τους διδάσκοντες.

**Κατά την καταβολή χρημάτων στον λογαριασμό μας μην ξεχνάτε να σημειώνετε το ονοματεπώνυμό σας. Επίσης, φυλάξτε την απόδειξη κατάθεσης για την περίπτωση που σας ζητηθεί.

Από το blog της Ελένης Τσαμαδού

Γιόλα Δαμιανού - Παπαδοπούλου "Κρατήσου απ΄ τα όνειρά σου" (Ωκεανίδα)http://tsamadou.psichogios.gr/2010/08/blog-post.html



Όταν έδινα τη συνέντευξη στο «Φιλόδημο», αυτή που κοινοποίησα και σε σας στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση μου και με ρώτησε η δημοσιογράφος τι πιστεύω πως αναζητά ο αναγνώστης σε ένα βιβλίο, « την αλήθεια που διδάσκει, το ψέμα που του δίνει την πρώτη ύλη για τα όνειρα του ή την βεβαιότητα ότι δεν είναι μόνος στο δρόμο με τα ερωτήματα που τον βασανίζουν;»Και εγώ απαντούσα, « Δεν θέλω να πιστέψω πως διαβάζουμε ένα βιβλίο αναζητώντας ένα ψέμα που θα μας αποκοιμίσει, ούτε πάλι ότι ένα μυθιστόρημα πρέπει να είναι εγχειρίδιο γνώσης. Κατά τη γνώμη μου, ο σημερινός άνθρωπος, βιώνοντας ίσως περισσότερο από άλλοτε, την αλλοτρίωση και τη μοναξιά, αναζητά παντού και κυρίως μέσα από τα βιβλία, τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βασανίζουν αλλά και την παρηγοριά της συνειδητοποίησης ότι δεν είναι μόνος στο δρόμο του.», δεν είχα ακόμη διαβάσει το βιβλίο της Γίολας Δαμιανού Παπαδοπούλου «Κρατήσου απ΄τα όνειρα σου» (εκδόσεις «Ωκεανίδα»). Λυπάμαι που το λέω, αλλά με περίμενε εδώ και λίγο καιρό στη στοίβα των «προς ανάγνωση» βιβλίων που είχα παραμελήσει εξ αιτίας του δικού μου που έγραφα.
Τις μέρες όμως αυτές, μακριά από τη ζεστή και πνιγηρή Αθηνά, στη δροσιά του ευλογημένου Ιονίου με τους «μαίστρους» που μας έρχονται από τη μακρινή Προβηγκία να ανακουφίσουν το κάμμα της Αφρικής, το πήρα στα χέρια μου και πια δεν μπορούσα να το αφήσω. Όσο προχωρούσε η ανάγνωση έβλεπα να επαληθεύεται αυτό που είχα εκφράσει λίγο καιρό πριν. Κανένα βιβλίο απ΄όσα έχω διαβάσει, με εξαίρεση φυσικά τα βιβλία του «Γίγαντα» Τολστόι, δε μου έδωσε μέχρι σήμερα τόσο έντονη την αίσθηση ότι γράφτηκε για να βοηθήσει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν πως στο δρόμο της ζωής, του πόνου και της αγωνίας κανείς δεν είναι εντελώς μόνος. Και ακόμη πως αν η μοίρα του δίνει το ένα χτύπημα πίσω από το άλλο, όπως γίνεται με την Αφροδίτη Αλεξανδρινού, την ηρωίδα του βιβλίου της Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου, πρέπει και μπορεί να αντλήσει δύναμη και παρηγοριά από τις αστείρευτες πηγές που όλοι διαθέτουμε μέσα μας, αρκεί να θελήσουμε να ψάξουμε και να τις βρούμε. Tη θέληση για ζωή και την ελπίδα. Και όταν τις βρούμε να μη πάψουμε να αγωνιζόμαστε να τις κρατήσουμε ζωντανές. Το βιβλίο της Γίολας Δαμιανού Παπαδοπούλου, είναι ένας ύμνος στον εσωτερικό αγώνα, στην τιτάνεια πάλη του ανθρώπου με τις δυνάμεις που τείνουν να τον συντρίψουν. Η ηρωίδα του βιβλίου, σαν τις ηρωίδες των Ελληνικών τραγωδιών, βυθίζεται από τα ύψη της απόλυτης ευτυχίας, στην απόλυτη δυστυχία. « Μια ροπή και πάντα ταύτα θάνατος διαδέχεται» ακούμε να ψάλλουν στη νεκρώσιμη ακολουθία. Η Αφροδίτη όμως δεν το δέχεται αυτό, δεν αφήνει την απιστία του άντρα που αγαπά, την απώλεια του παιδιού που περιμένει και το κορύφωμα την ύπουλη και καταστροφική αρρώστια τον «ερρυθηματώδη λύκο» που τη χτυπά, να τη λυγίσουν. Ανεβαίνει τον ανήφορο, στρωμένο με αγκάθια, όπως της προφήτεψε κάποτε ένα μέντιουμ, αγωνίζεται με όλες της δυνάμεις που διαθέτει και δε λυγίζει.Κρατιέται από τα όνειρά της και τα όνειρά της τα κάνει πραγματικότητα. Αυτά θα της δώσουν την εσωτερική γαλήνη πρώτα και μέσα από την πραγμάτωση των ονείρων της θα ανοίξει η πόρτα της αληθινής ευτυχίας που δεν είναι άλλη από την αγάπη.
Την αγάπη και την συνειδητοποίηση ότι για ό,τι καλό μας δίνεται είμαστε χρεώστες να το ανταποδώσουμε σε άλλους. «Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε» λέει ο Χριστός. Αυτό που σου δίνεται δεν είναι δικό σου, οφείλεις να το μοιραστείς με άλλους που έχουν και αυτοί ανάγκη από ένα καλό λόγο, μια καλή πράξη.
Αξίζει ένας μεγάλος έπαινος στη Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, φίλη που έχουμε παρουσιάσει και άλλα βιβλία της το «Ψίθυροι του Δάσους» ( Αγκυρα) και «Το άλλο μου μισό» (Πατάκης). Πέρα από τη δύναμη της πένας της που ζωντανεύει με έξοχη τέχνη τον εξωτερικό περίγυρο του χώρου της δράσης, κάνοντας τον αναγνώστη να ταξιδεύει μαζί με τους ήρωες πότε στο κοσμοπολίτικο και σκοτεινό Λονδίνο, πότε στην λευκοντυμένη αστραφτερή Ελβετία, πότε στη μοναξιά της «off season” Αγίας Νάπας, και πότε στο Νείλο για να δει την ανατολή του ηλίου και τα μικρά πλεούμενα να διαγράφονται σα σκιές στην ομίχλη του πρωϊνού. ΄Εξοχες περιγραφές τοπίων, αλλά και .. γαστριμαργικών απολαύσεων, γεύματα με έξοχα λεπτής γεύσης φαγητά, αλλά και ταπεινά αραβικά πιάτα, προσφέρονται στον αναγνώστη κάνοντας τον να «ζεί» στ΄αλήθεια δίπλα στην ηρωίδα.
Εκείνο όμως που το κάνει μοναδικό αυτό το βιβλίο, είναι οι περιγραφές της ψυχολογικής κατάστασης της ηρωίδας, από την καταβύθιση στο πένθος και την οργή, από την αγωνία και την αβεβαιότητα για το αύριο, στην ανάταση και την πάλη με το «θηρίο» όπως ονομάζει την αρρώστια της. Χάνει τα πάντα, τον άντρα που αγαπά, το παιδί που λαχταρά, την οικογένεια, τις «κοινωνικές» φίλες, τα χρήματα και το κοινωνικό «status” , όλα εκτός από μια παιδική φίλη και μια γυναίκα του λαού. Και όμως δεν το βάζει κάτω. Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα του βιβλίου αυτού.
Η ίδια η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, γράφει στο blog της
"Το ερέθισμα για την υπόθεση μου την έδωσε ο πανικός και ο φόβος μιας νεαρής γυναίκας μόλις διαγνώστηκε με την ασθένεια του Λύκου. Ήταν τόσος ο τρόμος και η ανασφάλειά στο βλέμμα της για το άνγωστο και το τρομακτικό που θα ακολουθούσε που αποφάσισα εκείνη ακριβώς τη στιγμή πως στο ήδη αρχινημένο μου μυθιστόρημα η ηρωίδα μου έπρεπε να αρρωστήσει με Λύκο για να δώσω μηνύματα αισιοδοξίας και δύναμης και να σας πω πώς όποια ασθένεια κι αν κουβαλάμε δεν είναι το τέλος του κόσμου. Φτάνει να την αντιμετωπίσουμε με δύναμη και να αποβάλουμε το φόβο. Ήθελα με το βιβλίο αυτό να κάνω γνωστή την ασθένεια του Λύκου. Γιατί παρ' όλο που 5 εκατομμύρια σ' όλο τον πλανήτη υποφέρουν από την ασθένεια αυτή ένα 80% έχει πλήρη άγνοια".
Εύχομαι να διαβάσουν το βιβλίο της αυτό όσο πιο πολλοί αναγνώστες γίνεται και μέσα από αυτό να μπορέσουν να βρουν τις απαντήσεις στα δικά τους προβλήματα στις δικές τους αγωνίες και να βγουν αν όχι νικητές, όπως η ηρωίδα, γιατί όλα δεν είναι ρόδινα στη ζωή, τουλάχιστον συνειδητοποιήμένοι πως δεν είναι μόνοι στον ανηφορικό δρόμο. Πως αξίζει να μην αφήνεις τον πανικό να γίνει οδηγός σου αλλά και πως τελικά οφείλουμε όλοι να επιστρέφουμε ό,τι καλό μας δίνεται και σε άλλους.
Συγχαρητήρια Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου, είμαι πολύ περήφανη που σε γνώρισα και είσαι φίλη μου, εύχομαι το βιβλίο σου να είναι όχι μόνο καλοτάξιδο, αλλά να γίνει φάρος ελπίδας για όσους πονούν και νιώθουν μόνοι.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΣΤΟΜΑ-Λένα Διβάνη

Λένα Διβάνη
Ένα πεινασμένο στόμα
εκδ. Καστανιώτη
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΧΩΡΙΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=695


Ένας νεαρός εκπαιδευτής σκύλων πλευρίζει έναν μεσόκοπο καθηγητή της Νομικής, που προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη τον απείθαρχο σκύλο του κατά τη διάρκεια της νυχτερινής τους βόλτας. Η τυχαία επαφή θα εξελιχθεί πάρα πολύ σύντομα σε σχέση ζωής και ο νεαρός, που θα αποδειχθεί απόφοιτος του πανεπιστημίου στο οποίο διδάσκει ο καθηγητής, θα βάλει τον ίδιο και τη σύζυγό του σε εξαιρετικά επικίνδυνες περιπέτειες, παίζοντας με όλες τις ερωτικές φαντασιώσεις και τα οικογενειακά τους απωθημένα.

Ο καθηγητής και η σύζυγος, μαζί με τον γιο τους, που ζει στον Λονδίνο κι είναι εξαρτημένος από την πρέζα, θα οδηγηθούν στο έσχατο σημείο του εξευτελισμού από τον σκυλοεκπαιδευτή, ο οποίος θα εφαρμόσει στη διαλυμένη εστία τους την τακτική κυριαρχίας επί της αγέλης, όπως την ξέρει από το επάγγελμά του. Ο εξευτελισμός θα φέρει στην επιφάνεια όχι μόνο τα ατομικά αδιέξοδα της οικογένειας, αλλά και τη βαθιά κρίση της κοινωνικής ελίτ στην οποία ανήκουν τα μέλη της: το διεφθαρμένο διοικητικό σύστημα του πανεπιστημίου σε ό,τι αφορά τον καθηγητή, την πλαδαρότητα, τον παρασιτισμό και την απόγνωση των γόνων του αθηναϊκού αστισμού σε ό,τι αφορά τη σύζυγο και τον γιο του. Όσο για τον σκυλοεκπαιδευτή, θα υποστεί έναν άλλο, χειρότερο εξευτελισμό, πληρώνοντας πανάκριβα τα συμπλέγματα της δικής του κοινωνικής καταγωγής – του παραμερισμένου μετανάστη, που δεν θα κατορθώσει να βρει ποτέ στον ήλιο μοίρα.
Το μοτίβο του εισβολέα με το αγγελικό πρόσωπο, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί τους κατεστραμμένους εσωτερικούς δεσμούς μιας οικογένειας με απαστράπτον κοινωνικό στάτους προκειμένου να προσποριστεί το οικονομικό, αλλά και το συμβολικό της κεφάλαιο, έχει δώσει ορισμένα από τα καλύτερα ψυχολογικά θρίλερ τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο, και η Λένα Διβάνη το χρησιμοποιεί αυτούσιο στο καινούργιο μυθιστόρημά της, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ένα πεινασμένο στόμα». Αυτούσιο; Θα έλεγα, κάτι παραπάνω: το εμπλουτίζει με ιχνοστοιχεία παρμένα από το campus novel και το αστυνομικό μυθιστόρημα και του προσδίδει μιαν ιδιαίτερα ζωντανή λειτουργία με το εύρημα της αγελαίας εκπαίδευσης των σκύλων, που δημιουργεί μια σαφώς ανησυχαστική ατμόσφαιρα, παράγοντας το μεγαλύτερο και το πιο δυνατό μέρος του σασπένς.
Παρά, ωστόσο, την ψαγμένη σκηνοθεσία και τον προσεκτικό σχεδιασμό των προσώπων (κυρίως του καθηγητή και της συζύγου), από τον οποίο δεν απουσιάζει και μια υποδόρια πλην άκρως δραστική ειρωνεία, το ψυχολογικό θρίλερ της Διβάνη δεν κάνει την υπέρβαση, παραμένοντας λίγο-πολύ εγκλωβισμένο στα στερεότυπα του είδους. Ο πιο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα της πλοκής είναι, περιέργως, το πρόσωπο του πυροδοτικού μηχανισμού της: ο σκυλοεκπαιδευτής μπορεί να μην αποκαλύπτει μέχρι και την πύλη της εξόδου τις πραγματικές του προθέσεις, εντείνοντας ως έδει την αναγνωστική προσοχή (μολονότι έτσι δεν αποφεύγεται εν κατακλείδι κάποια σύγχυση), αλλά χάνει πολύ γρήγορα την αρχική του σκοτεινότητα, καταντώντας από τη μέση περίπου του βιβλίου και μετά απογοητευτικά διαφανής και προβλέψιμος. Επιπλέον, η συνεχής ταξική αντιπαραβολή του με την οικογένεια-στόχο γίνεται από ένα σημείο και πέρα εντελώς μηχανιστική, αποκτώντας κατά τόπους κι ένα δυσάρεστα αισθηματολογικό στοιχείο, με αποκορύφωμα τις αναιτίως μελοδραματικές (αστήρικτες ή αχρείαστες δραματουργικά) σελίδες του τέλους. Απομένουν, όπως το έλεγα και πρωτύτερα, τα σπαρακτικά πορτραίτα του καθηγητή και της συζύγου και η αναμφιβόλως συναρπαστική (παρά το βαρίδι του σκυλοεκπαιδευτή) δράση.

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Ο τελευταίος σταθμός: Η ζωή του Τολστόι στον κινηματογράφο

To μυθιστόρημα "Ο τελευταίος σταθμός" έχει σαν θέμα του την τελευταία χρονιά της ζωής του Λέοντα Τολστόι. Είναι βασισμένο σε πραγματικά περιστατικά που έχουν καταγραφεί στα ημερολόγια του ίδιου, της γυναίκας του, των μαθητών και των παιδιών του.


Πρόκειται για ένα δυνατό ιστορικό μυθιστόρημα που καταγράφει με συναρπαστικό τρόπο τα γεγονότα της εποχής του μεγάλου ρώσου συγγραφέα και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους χαρακτήρες. Tα μέλη της οικογένειας Τολστόι σπαράσσονται από τις μεταξύ τους συγκρούσεις, ζουν στη σκιά του διάσημου συγγραφέα και διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στη ζωή. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη δύσκολη σχέση του Τολστόι με τη σύζυγό του Σοφία, καθώς και στην άκρως ανταγωνιστική σχέση εκείνης με τους μαθητές του και τις κόρες τους.

Ο Γκορ Βιντάλ έγραψε για το βιβλίο: «Ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια».

Το μυθιστόρημα του Τζέι Παρίνι μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Μάικλ Χόφμαν με τον Κρίστοφερ Πλάμερ στο ρόλο του Τολστόι, την Έλεν Μίρεν στο ρόλο της Σοφίας και τον Τζέιμς ΜακΑβόι στο ρόλο του γραμματέα του Τολστόι Μπουλγκάκοφ.

Η ταινία έχει σημειώσει μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία καθώς έχει ήδη βραβευτεί σε κινηματογραφικά φεστιβάλ στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία και στις ΗΠΑ.

Οι δύο πρωταγωνιστές ήταν υποψήφιοι για τις Χρυσές Σφαίρες 2010 καθώς και για τα βραβεία Όσκαρ 2010.

"Ο τελευταίος σταθμός" θα βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες την Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010.

(http://entertainment.in.gr/html/ent/327/ent.88327.asp 0

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 3

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com/2010/06/3.html

Της χρωστά και του χρωστά. Κανείς δε χρωστά σε κανένα όταν τα δώρα που παίρνουν και δίνουν είναι κατασκευασμένα στης καρδιάς τα βάθη. Τα δάκρυα -του πόνου ή της νοσταλγίας; δεν ξέρω- άρχισαν επιτέλους να κυλούν βιαστικά απ’ τα μάτια του, να πλημμυρίζουν μ’ αλμύρα τα μάγουλα και το πουκάμισό του. Τον αγκάλιασα αμίλητη, αδύναμη να νιώσω στα τρίσβαθα της ψυχής μου τον πόνο του, κρατώντας ακόμη στα χέρια μου τη φωτογραφία, που ξεκρέμασα απ’ τον τοίχο, μελετώντας την, προσπαθώντας να διαβάσω ότι είχαν να μου πουν τα πρόσωπα που απεικόνιζε. Ο πατέρας του έμοιαζε πρόωρα γερασμένος, καταβεβλημένος απ’ τον καθημερινό μόχθο, αλλά και κατά κάποιο παράξενο τρόπο ευχαριστημένος με τη ζωή που του έλαχε. Λεπτός, δυνατός, αλλά φαινομενικά τουλάχιστον όχι ιδιαίτερα γεροδεμένος, χαμογελούσε πλατιά δίπλα στην οικογένειά του, αφήνοντας να φανεί, σίγουρα χωρίς να δίνει ιδιαίτερα κάποια ιδιαίτερη σημασία, ένα κενό ανάμεσα από τα δόντια του. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν σχεδόν ασκητικά: μάτια μαύρα, κάπου αποτραβηγμένα, αλλά και παράδοξα φωτεινά, ένα πρόσωπο που παρέπεμπε σε αγιογραφία, γεμάτο ρυτίδες, βαθιά χαρακωμένο μα και γαλήνιο, και χέρια χαραγμένα απ’ τη δουλειά, αφημένα λες άψυχα να κρέμονται απ’ το κορμί του. Η μάνα του απ’ την άλλη πλευρά θύμιζε κάτι από παραμύθι, μια σκηνή ίσως από τη Μελωδία της Ευτυχίας. Ντυμένη πολύχρωμα, μ’ ένα πανέμορφο πράσινο μαντήλι στα μαλλιά, κι ένα πρόσωπο απερίγραπτα λευκό, σχεδόν διάφανο, με μάτια βαθυγάλανα και δόντια τέλεια, που λες και άστραφταν κάτω από τον ήλιο, θα μπορούσε να κάνει τον καθένα να χαμογελάσει, με την παρουσία της και μόνο να μαλακώσει κάθε καρδιά. Κι η Σάρα, ένα κορίτσι-γυναίκα. Στο πρόσωπό της διέκρινα ένα πείσμα που δε συνάντησα και δε θα συναντούσε ποτέ ξανά, πουθενά. Η ζωή την είχε χτυπήσει αλύπητα, αλλά αυτή ποτέ δε θα το έβαζε κάτω, αν υπήρχε λόγος θα έπαιζε μπουνιές ακόμη και με το θάνατο και θα τον νικούσε. Στη φωτογραφία ήτανε κάπως συνοφρυωμένη. Έμοιαζε να είναι στην πρίζα, έτοιμη να κλάψει, να θυμώσει, να ουρλιάξει, ή δεν ξέρω τι – μια παραφωνία στο όλο σκηνικό. Αλλά έμοιαζε να ανήκει κιόλας. Έμοιαζε ν’ ανήκει μ’ εκείνους τους ουσιαστικά άγνωστους για κείνην ανθρώπους, που από τη μια στιγμή στην άλλη, έγιναν οι γονείς, ο αδελφός, η οικογένειά της. Σίγουρα, σιγά-σιγά, θα τη μαλάκωναν η αγάπη τους κι ο χρόνος, και κάποτε θα έκαναν τα ξεπλυμένα πράσινα μάτια της να λάμψουν ξανά. Θα γινόταν -αν δεν έγινε κιόλας- ένα πανέμορφο ξανθό κορίτσι, μια υπέροχη γυναίκα, γεμάτη ζεστασιά και ζωή. Όσο για τον Άντι… Ο Άντι ήταν ο Άντι. Έτσι απλά. Ο ίδιος έμοιαζε στη φωτογραφία με τη μέρα που τον γνώρισα. Μόνο το ύψος του άλλαξε, δυνάμωσε λίγο, απέκτησε και κείνη τη μικρή ρυτίδα στο μέτωπο, την οποία πολύ μου άρεσε να χαϊδεύω κάθε φορά που κάναμε έρωτα. Το βλέμμα του έμοιαζε να κρύβει μια αποφασιστικότητα, που όπως αποδείχτηκε στο μέλλον θα δικαίωνε, που θα γινόταν το μεγάλο του όπλο.
Μία μόλις βδομάδα μείναμε εκεί, κι ακόμη και σήμερα τη σκέφτομαι σαν την πιο ευτυχισμένη της ζωής μου. Στη διάρκειά της μου είπε τα πάντα για κείνον -ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, αφού όσα θα μάθαινα στη συνέχεια θα μ’ έβγαζαν όμορφα απ’ τις ψευδαισθήσεις μου- που ήταν πάρα πολλά, και του είπα τα πάντα για μένα, που ήταν απερίγραπτα λίγα, και δυστυχώς πολύ-πολύ πληκτικά. Τα περισσότερα τα γνώριζε ήδη, ωστόσο καθόταν με τις ώρες και τα άκουγε ξανά και ξανά με ενδιαφέρον, χωρίς να διακόπτει, δίχως να κρίνει, αφήνοντάς με άνευ γκρίνιας να μονολογώ. Κάναμε τέσσερις φορές έρωτα, έξι κολυμπήσαμε στα κρύα νερά του ποταμού -του καθαρού, του Χέιβεν, κι όχι εκείνου που κατέβαινε απ’ τα βουνά μεταφέροντας μαζί του τοξικά και αργό θάνατο, του Σλάιμ- δυο φορές αποδεχτήκαμε προσκλήσεις για δείπνο, πέντε φάγαμε στην ταβέρνα της πόλης (πληρώσαμε μόνο τις δύο, αφού δε δέχονταν με τίποτα να πάρουν λεφτά απ’ τον Άντι, ενώ από μένα δεν είχαν πρόβλημα), εφτά περπατήσαμε στα χωράφια μιλώντας και σιωπώντας, παρατηρώντας από κοντά την ομορφιά, μυρίζοντάς την, νιώθοντας τους παλμούς της φύσης. Όλες εκείνες οι αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ φαίνονταν να μου τρελαίνουν τις αισθήσεις. Τα Απαλάχια, τα τόσο κοντινά κι απόμακρα, έμοιαζαν σα μια θεϊκή ασπίδα και σαν ένα πραγματικό θαύμα της μάνας γης. Τοποθετημένα λες εκεί στρατηγικά, για να χαρίζουν στον κόσμο μια ξεχωριστή σαγήνη. Σαν όνειρο περνούσε ο χρόνος, σαν ένα σύντομο ταξίδι στο δικό του χθες, στο κοινό μας σήμερα, που στιγμή τη στιγμή, βήμα το βήμα, μέσω της λιτότητας και του απέριττου, μας έκανε όλο και πιο πλούσιους, που με ένα μαγικό τρόπο μας έφερνε πιο κοντά.
Εκείνο που εξέπληξε περισσότερο στη διάρκεια της σύντομης παραμονής μας ήταν ο σεβασμός που έτρεφαν για κείνον σχεδόν όλοι στην πόλη. Λέω σχεδόν όλοι, αφού μερικοί στον αντιπαθούσαν, τον μισούσαν θα έλεγα, και δε δίσταζαν καθόλου να το δείξουν. Όταν συναντούσε τους τελευταίους στο δρόμο ο Άντι, χαμογελούσε και τους χαιρετούσε, όπως όλους, αλλά εκείνοι σήκωναν το χέρι και τον αντιχαιρετούσαν με το μεσαίο δάχτυλο. Κι εκείνος γελούσε, όλο γελούσε. Αυτοί ήταν οι εχθροί του, έλεγε. τσιράκια των αφεντικών, έμποροι ναρκωτικών, ακόμη και διεφθαρμένοι αστυνομικοί, κακέκτυπα σε μια ξεχασμένη στο χρόνο μικρογραφία της Νέας Υόρκης. Οι άλλοι, οι πολλοί του συμπεριφέρονταν με ευγένεια, με σεβασμό και ανοιχτόκαρδα, μ’ ένα ενδιαφέρον που έμοιαζε στα δικά μου, τα αμάθητα στους τρόπους της καλοσύνης μάτια, εξωπραγματικό. Τι ήτανε γι’ αυτούς τέλος πάντων; αναρωτιόμουνα. Γιατί βιάζονταν όλοι να του σφίξουν το χέρι και να του χαρίσουν ένα χαμόγελο μόλις τον έβλεπαν και δεν έχαναν ευκαιρία να μιλήσουν, έστω και για λίγο, μαζί του; Γιατί, και με ποια λογική, ακόμη και πολύ μεγαλύτεροι σε ηλικία απ’ αυτόν άντρες, αποζητούσαν με απόγνωση σχεδόν τις συμβουλές του; Μέρα με τη μέρα ο θαυμασμός, που από την πρώτη στιγμή έτρεφα για κείνον, μεγάλωνε. Και το αστείο της υπόθεσης είναι ότι δεν ήξερα καν γιατί τον θαύμαζα – ίσως επειδή τον θαύμαζαν οι άλλοι; Εντάξει, είχε ζήσει μια δύσκολη ζωή, αγωνίστηκε σκληρά κι αγωνιζόταν ακόμη, είχε κάνει τόσα και τόσα για την οικογένειά του, αλλά και πάλι, τόσος θαυμασμός πια πήγαινε πολύ!
«Μα δε σου είπε τίποτα;» Μιλούσα με τη Ρόντα, τη γειτόνισσα, η οποία, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Άντι, κατέφθασε ένα συννεφιασμένο απόγευμα κουνιστή και χοντρολυγιστή, κουβαλώντας μια μεγάλη μηλόπιτα, για να μας επισκεφθεί. Εκείνος έλειπε στην πόλη, κι εκείνη τώρα με κοιτούσε σαν κεραυνοβολημένη.
«Δεν μου είπε τι;»
«Δεν ξέρεις γιατί αποφάσισε να πάει στην πόλη και να σπουδάσει, έτσι; Δεν σου είπε γιατί καθυστέρησε τόσο να το κάνει αυτό. Και σίγουρα δεν σου αποκάλυψε που βρήκε τα λεφτά για να το κάνει». Ένιωσα μια σκιά να περνά πάνω από τα μάτια μου, για λίγο να τα σκεπάζει και μετά να τα ανοίγει, σαν τις θύρες της αντίληψης ένα πράμα. Κάτι κατάλαβα, αλλά δεν το παραδέχτηκα. Ήθελα να βεβαιωθώ πώς είχα δίκιο.
«Μου είπε ότι πήρε υποτροφία».
«Χα! Υποτροφία, λέει. Δεν υπάρχει καμία υποτροφία, τουλάχιστον όχι τώρα πια. Με άδεια χέρια έφυγε, κι απλά ελπίζει κι αγωνίζεται ώστε κάποια μέρα να επιστρέψει με γεμάτα. Κι έγνοια σου, δε μιλώ για λεφτά…».
Παρέμεινα να την κοιτώ για λίγο σιωπηλή, γιγαντώνοντας από μέσα μου τις υποψίες που έτρεφα, χαμογελώντας μυστικά, μα αδυνατώντας να μιλήσω γι’ αυτές. Εκείνη! Εκείνη έπρεπε να μου τα πει όλα. Ανυπομονούσα να μάθω, κι ας γνώριζα ήδη. Εξάλλου αγνοούσα τις λεπτομέρειες.
«Θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μου πεις…».
«Θα σου πω. Γιατί να μη σου πω;» βιάστηκε να με διακόψει. «Αυτός παιδάκι μου όλα με τη δουλειά του τα κάνει, όλα με τον ιδρώτα του τα αποκτάει. Η αλήθεια είναι ότι όντως υπήρξε μια υποτροφία από κάποιο ίδρυμα, που μας θυμάται κι εμάς εδώ στην ερημιά, κάθε πέντε χρόνια, αλλά την αρνήθηκε. Μη με διακόπτεις και μην ανησυχείς θα σου πω το γιατί: για να στείλει τη Σάρα να σπουδάσει μουσική. Ήταν πάντα σπίθα στο βιολί η μικρή, ήτανε σαν άγγελος όταν έπαιζε, κι ο Άντι δεν ήθελε το ταλέντο της να πάει χαμένο. Έτσι, δεν ξέρω στ’ αλήθεια πως, το έβαλε πείσμα και κατάφερε να πείσει την επιτροπή, να δώσει την υποτροφία σ’ αυτήν. Άργησε τόσο πολύ ν’ αρχίσει τις δικές του σπουδές, επειδή απλά περίμενε να μεγαλώσει η αδελφή του, ώστε, πλέον ασφαλής, να μην έχει την ανάγκη του. Όχι πώς την παράτησε όταν έφυγε για την πόλη, κάθε άλλο. Τους πρώτους μήνες της έστελνε ακόμη και λεφτά, κι ας μην τα χρειαζόταν, ώστε να μην της λείψει τίποτα. Πεινούσε για να μην πεινάσει εκείνη. Μέχρι που του είπε ότι αν δεν το κόψει θα παρατήσει τις σπουδές της. Έτσι τον έβαλε στη θέση του. Μα είναι τελείως τρελός; θα με ρωτήσεις τώρα. Νομίζω ότι σ’ αυτό ξέρουμε κι οι δυο την απάντηση, κι ας αναρωτήθηκα κι εγώ πολλές φορές για λόγου του. Όχι! Φυσικά και δεν είναι τρελός, είναι απλά αυτός που είναι. Αν γνώριζες τον πατέρα του και τη μάνα του θα καταλάβαινες. Άγιοι άνθρωποι κι οι δύο, αλλά ο Άντι είναι καλύτερος ακόμη κι απ’ αυτούς. Ο Άντι…».
«Μα πώς τα βγάζει πέρα;» τη διέκοψα, καθώς είδα λιμνούλες από δάκρυα να πλημμυρίζουν τα γέρικά της μάτια. «Η ζωή στη Νέα Υόρκη είναι πολύ ακριβή, τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο δύσκολα, ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός. Πού βρίσκει τα λεφτά;»
«Τον βοηθάμε όλοι, όπως μπορούμε».
«Του στέλνετε λεφτά;»
«Μόνο όταν τα έχει απόλυτη ανάγκη, αφού έτσι κι αλλιώς μόνο τότε τα δέχεται».
Χαμογέλασα, καταλαβαίνοντας επιτέλους κάτι, αλλά λίγο λυπημένα.
«Το χρέος του…»
«Μα τι λες τώρα;»
«Α, τίποτα. Απλά θυμήθηκα μια συζήτηση που είχαμε παλιά. Ξεκίνησε να μου μιλά για κάποιο χρέος, αλλά άφησε την κουβέντα στη μέση».
«Κλασικός Άντι». Χαμογέλασε απλά, σχεδόν με ζεστασιά, και ήπιε ακόμη μια χορταστική γουλιά απ’ τον κρύο πια καφέ της. Μου άρεσε πολύ η Ρόντα. Τη συμπάθησα με την πρώτη ματιά. Μου άρεσε ο τρόπος της, το ότι έμοιαζε πάντα έτοιμη να γελάσει, τα πάχη της τα κάλλη της που δεν είχε κανένα πρόβλημα να επιδεικνύει, μου άρεσαν ακόμη κι οι τριχούλες που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν άχαρα και άναρχα στην αριστερή άκρη του πηγουνιού της. Τα μάτια της τα τόσο γνωστικά και περιγελαστικά, τα βαμμένα στα καφέ χρώματα μιας εύφορης γης. Με μετρούσε με το βλέμμα. Προσπαθούσε μάλλον ν’ ανακαλύψει ποια ήμουνα, αν ήμουνα στα μέτρα του, αν έκανα για της πόλης της το αγαπημένο παιδί. Ίσως να με ενέκρινε, δεν ήμουνα και τόσο σίγουρη εκείνη τη στιγμή, αλλά ύστερα από λίγο την είδα να χαμογελά πλατιά, παίρνοντας τη βαρυσήμαντη απόφαση να μου λύσει οριστικά την απορία. «Δεν είναι τα λεφτά το χρέος του, καρδιά μου. Δεν είναι τα λεφτά, αν και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι κρατά λογαριασμούς, κι έτσι σίγουρα κι αυτά κάποια μέρα θα θελήσει να τα επιστρέψει. Το χρέος του, αυτό που εθελοντικά έχει αναλάβει είναι, όταν τελειώσει τις σπουδές, ν’ αφοσιωθεί στον πόλεμο. Όχι, μην πάει ο νους σ’ εκείνον, σ’ εκείνους που κάνουν ο πρόεδρος και τα αφεντικά του στην Ουάσιγκτον. Άλλος πόλεμος είν’ αυτός. Διαδραματίζεται εδώ, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη, σ’ αυτή την ευλογημένη γη. Ο πόλεμος των πλούσιων με τους φτωχούς. Είδε τον πατέρα του και τους φίλους του πατέρα του να χάνουν τις ζωές τους στα ορυχεία χαλκού και τις οικογένειές τους να μην παίρνουν δεκάρα για αποζημίωση. Είδε ανθρώπους να τα χάνουν όλα από τη μια στιγμή στην άλλη, από το κέντρο της κοινωνίας να βρίσκονται στο περιθώριό της. Είδε το ποτάμι, τον Σλάιμ -όνομα και πράμα- σιγά-σιγά, αλλά συστηματικά, να χάνει το χρώμα και την ουσία του, τη ζωή που έφερνε να δηλητηριάζεται και να μεταμορφώνεται σε θάνατο. Θα πολεμήσει λοιπόν τα αφεντικά. Τα όποια αφεντικά. Ήδη δίνει συμβουλές σε πολλούς συμπολίτες μας, κάνει αιτήσεις για αποζημιώσεις στο όνομά τους, τους δίνει κάτι απ’ το οποίο να κρατηθούν, όσο μικρό κι ασήμαντο κι αν ακούγεται κι αυτό. Προσπαθεί να πείσει και ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο να αναλάβει τις υποθέσεις τους. Ακόμη κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κάτι τέτοιο θα κάνει, κάποιον θα προσπαθεί να βοηθήσει. Και για να σου πω το κρίμα μου, κάπου τον λυπάμαι. Νέος άνθρωπος είναι, αλλά καταπώς φαίνεται, τίποτα δε χάρηκε στ’ αλήθεια, αλλά ούτε και θα χαρεί στη ζωή του. Θα είναι πάντα θύμα της μεγάλης του καρδιάς. Αλλά… Αλλά, απ’ την άλλη, έτσι όπως τον βλέπω πάντα χαμογελαστό, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, που θα τον έκανε τόσο ευτυχισμένο. Έχει βρει τον σκοπό στη ζωή του. Α, έχει βρει και σένα. Ουφ, στέγνωσα. Έχετε τίποτ’ άλλο εκτός από καφέ σ’ αυτό τ’ αχούρι; Κανά μπέρμπον να πούμε…».
Χαμογελούσα καθώς μου έλεγε τα πιο πάνω, γέλασα με την ψυχή μου όταν μου είπε το τελευταίο. Δάκρυα χαράς και γέλωτος κυλούσαν απ’ τα μάτια μου, κι ένιωθα το μέσα μου να γεμίζει με μια πρωτόγνωρη γαλήνη.
«Είμαι τόσο τυχερή που τον γνώρισα», είπα τελικά, εννοώντας την κάθε λέξη.
«Ευλογημένη είσαι», μου απάντησε χαμηλόφωνα η Ρόντα, και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα, ήρθε γύρω απ’ το τραπέζι και μ’ αγκάλιασε μ’ ένα τρόπο τόσο ζεστό, τόσο από καρδιάς, που ήταν σα να με τύλιγε μια πάχνη μητρικής ευδαιμονίας. Η αγκαλιά της, που μύριζε σαν σπίτι και σαν αγρό, δε θύμιζε σε τίποτα εκείνες της μάνας μου, μακρινές αναμνήσεις, και τα αιώνια φιλιά της στον αέρα. Με αγκάλιαζε όπως θα έπρεπε να συνεχίσει ν’ αγκαλιάζει ακόμη κάθε μάνα το παιδί της, σ’ ολόκληρή της τη ζωή, μεταδίδοντάς του τη ζεστασιά που χρειάζεται, δίνοντάς του να καταλάβει ότι όσο είναι αυτή εκεί δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Ήθελα να πέσω στα γόνατα, να πάρω τα χέρια της στα δικά μου και να τα φιλήσω, να την ευχαριστήσω, αλλά δεν το έκανα. Σηκώθηκα μόνο και πήγα στο ντουλάπι. Έβγαλα το μπουκάλι με το μπέρμπον γέμισα δυο ποτήρια ως τη μέση και πήγα και κάθισα και πάλι απέναντί της. Υψώσαμε τα ποτήρια στον αέρα, αλλά δεν κάναμε καμιά ευχή. Πίναμε κι οι δύο σιωπηλά στην υγεία εκείνου που δεν ήταν εκεί.

Συνεχίζεται

Πέφτοντας στα βαθιά μπλε νερά του Αιγαίου

 
Ο άγγελος της ομίχλης
Προδρόμου Μαρία
εκδ Εμπειρία Εκδοτική

Ένας έρωτας απαγορευμένος, αλλά και τόσο μυστηριώδης, που δεν μπορείς να του αντισταθείς...
Παρασυρμένη από την αγάπη της για την περιπέτεια, η Κατερίνα ακολουθεί το φίλο της Στέφανο σε ένα μεγάλο ταξίδι στο βυθό του ελληνικού πελάγους, προκειμένου να τον βοηθήσει στην ανακάλυψη του ναυαγίου ενός φημισμένου πειρατή, ο οποίος έζησε το 16ο αιώνα. Αυτά όμως που θα συμβούν στην πορεία θα την κάνουν να αντιληφθεί πως τα τερτίπια της μοίρας είναι προκαθορισμένα από την αρχή και κανείς δεν μπορεί να τ' αποφύγει...
Πέφτοντας στα βαθιά μπλε νερά του Αιγαίου, η κοπέλα θα χαθεί. Και θα βρεθεί στην ακτή ενός πανέμορφου, ελληνικού νησιού, αναίσθητη, σε ένα μέρος όπου θα πρέπει όχι μόνο να παίξει τη ζωή της κορόνα-γράμματα για να μπορέσει να επιβιώσει, μα και να γλιτώσει από έναν έρωτα απαγορευμένο και τελείως απρόσμενο, που θα την κυριεύσει... έναν έρωτα τόσο μαγικό και συνάμα μυστηριώδη, για τον οποίο δεν θα υπάρχει λογική...

ENA BIBΛΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΙΡΙΑΛ ΣΤΗΝ TV....

Milioni Gianna 02 Αυγούστου

TO NHΣΙ (ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ)

TO ΣΙΡΙΑΛ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΟΒΛΗΘΕΙ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΜΠΕΣΤ ΣΕΛΕΡ ΤΗΣ ΒΙΚΤΟΡΙΑΣ ΧΙΣΛΟΠ.ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΩΝ ΛΕΠΡΩΝ ΣΕ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ,ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ.ENA MEΡΟΣ ΣΑΝ ΕΞΟΡΙΑ ΠΟΥ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΝ...
(ENA BIBΛΙΟ ΠΟΥ ΜΕ ΑΓΓΙΞΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΜΟΥ ΛΟΓΟΥΣ KAI ΠΟΥ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΔΗ ΞΕΡΩ.. ΟΤΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΠΟΤΕ.)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΝΕΤΕ ΤΟΝ ΓΡΑΠΤΟ ΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΙΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΑΠΟΨΗ...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση