Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 2

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com/2010/06/2.html

Μέσα σε έξι μήνες είχα μεταμορφωθεί -εκείνος με μεταμόρφωσε- με έκανε κάποια άλλη. Ή, όπως εκείνος επέμενε, απλά έγινα αυτή που πάντα κατά βάθος ήθελα να είμαι: μια απλή νέα γυναίκα. Είχα άλλωστε μπουχτίσει με τους πάντες και τα πάντα. Είχα από καιρό βαρεθεί να είμαι σαν ένα παιχνίδι στα χέρια των γονιών μου και το τρόπαιο ανύπαρκτων ερώτων, το οποίο τους άρεσε να περιφέρουν από τη μια δεξίωση στην άλλη, από το ένα πάρτι στο επόμενο, και να το επιδεικνύουν.
Τους ξένισε όλους εκείνη η ξαφνική αλλαγή, ακόμη κι εμένα την ίδια. Ποτέ δε θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να κάνει κάτι τέτοιο: ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα ήξερε, να παρατήσει τα λούσα και τη δήθεν καλή ζωή, και να δοθεί με ψυχή και με σώμα σ’ ένα φτωχό φοιτητή, που στον κόσμο που ζούσε μέχρι τότε δε θα μπορούσε τίποτα να προσθέσει. Κι όμως, μου τα πρόσφερε όλα. Όλα όσα χρειαζόμουνα, όλα τα αληθινά, δίχως να μπορώ καν να τα ονοματίσω. Καθόταν με τις ώρες και με άκουγε και μου μιλούσε. Πάντα χαμογελούσε, εκτός όταν θυμόταν τους νεκρούς του γονείς, οπότε το βλέμμα του λίγο συννέφιαζε. Και πάντα είχε ένα καλό λόγο για μένα, προσπαθούσε να με βοηθήσει να ξεπεράσω τον εαυτό μου και τα δεσμά του πλούτου μου, να μου δώσει το κουράγιο ν’ αντικρίσω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Χάρη σ’ αυτόν έμαθα να ζητώ όλο και πιο λίγα, ενώ οι εξίσου πλούσιες με μένα πρώην κολλητές μου συνέχιζαν να παραπονιούνται πως δεν είχαν αρκετά. Άλλαξε την οπτική μου ο Άντι, μου άνοιξε τα μάτια, με δίδαξε πώς να αγαπώ αληθινά, με έμαθε να κάνω έρωτα από την αρχή. Καθαγίασε τον έρωτα.
Όλα σε σένα τα χρωστώ, του ψιθυρίζω κάθε τόσο, τώρα που δεν είναι πια εδώ, και από μέσα μου πολύ τον ευχαριστώ. Και τότε μου φαίνεται ν’ ακούω τη φωνή του στο κεφάλι μου απαλά να με αποπαίρνει, να μου λέει ότι δε χρωστώ τίποτα και σε κανένα, εκτός… από εκείνους που με έχουν ανάγκη. Αχ ρε Άντι! Ίσως εξαιτίας του τώρα να ζω μια σχετικά δύσκολη και φτωχική ζωή, αλλά τουλάχιστον έχει επιτέλους κάποιο σκοπό, ξεχειλίζει ουσία.
Κάθε φόρα που τον σκέφτομαι δακρύζω, κι ας από τότε έχουν περάσει πολλά φεγγάρια, χρόνια, εποχές. Δακρύζω και μετά χαμογελώ. Πιο έντονα από καθετί άλλο στη σχέση μας, στην κοινή μας ζωή, θυμάμαι εκείνο το πρώτο ταξίδι στη γενέθλια πόλη του, τριακόσια πενήντα μίλια μακριά, μ’ ένα κόκκινο παλιό σεβρολέτ. Εμείς, ο ήλιος και τα σύννεφα του δειλινού, το φεγγάρι και τ’ αστέρια της πρωίμης νύχτας, ο ατέλειωτος δρόμος και στο ραδιόφωνο τραγούδια νέγρικα, τώρα πια και για μένα αγαπημένα. Σαν όνειρο. Σαν της ζωής τη μαγεία.
«Εδώ ξεκίνησαν όλα», μου είπε, σχεδόν με περηφάνια, όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το μέρος, που έμοιαζε να είχε ξεφυτρώσει απ’ το τίποτα στη μέση του πουθενά – ένα απομεινάρι του χθες που έκλεινε το μάτι στο σήμερα. Ένας μακρύς φιδωτός δρόμος και διάφορα στενά δρομάκια έμοιαζε να είναι όλη κι όλη η πόλη. Το Σοβέτο, στη Βιρτζίνια. Τα μόνα κτήρια που ξεχώριζαν, τόσο για την αρχιτεκτονική τους όσο και επειδή δεν ήταν φτιαγμένα από ξύλο, ήταν το δημαρχιακό μέγαρο, στην κορυφή του οποίου κυμάτιζε η αστερόεσσα, και το εμπορικό κέντρο, που έμοιαζε μια μικρογραφία αυτών των μεγαλουπόλεων, χωρίς φυσικά τις υπερβολές των τελευταίων. Όπως θα αντιλαμβανόμουνα πολύ σύντομα η πόλη δεν ήτανε τόσο μικρή όσο φανταζόμουνα, καθώς τα όριά της επεκτείνονταν για μίλια και μίλια μακριά, προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπήρχαν εγκατεστημένες φάρμες εκτροφής ζώων, αλλά και παραγωγής γεωργικών προϊόντων. Σε μια ακριβώς απ’ αυτές τις φάρμες, τη μικρότερη ίσως, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντι.
Το σπίτι δεν ήταν μικρό, αλλά ούτε και μεγάλο. Κτισμένο ολάκερο από ξύλο, όπως όλα τ’ άλλα, κάλυπτε ένα απόμερο, αλλά όχι ολότελα απομονωμένο κομμάτι γης, το οποίο περιέβαλλε ένας μεγάλος, όπως φαίνονταν, αλλά παραμελημένος στο πέρασμα του χρόνου κήπος.
«Σα να βρίσκομαι σε μια παλιά ταινία, ή μάλλον σε κάποια τηλεοπτική σειρά, στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», του είπα, αναθυμώμενη τα παιδικά μου χρόνια, κι εκείνος χαμογέλασε τη συμφωνία του.
Δε μας πήρε και πολύ να ξεφορτώσουμε τα μπαγκάζια μας και τα τρόφιμα που είχαμε αγοράσει από το εμπορικό της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να με ξεναγεί στα δωμάτια και να μου αφηγείται ιστορίες και αναμνήσεις από την εκεί ζωή του.
«Αυτό είναι το δωμάτιο των γονιών μου».
Μου άνοιξε την παλιά πόρτα για να μπω σ’ ένα χώρο που έμοιαζε ανέγγιχτος απ’ το χρόνο, που κάπου θύμιζε μια παλιά λιθογραφία. Μπήκα μέσα σιγοπατώντας, σχεδόν επιφυλακτικά, λες κι έκανα ένα βήμα στα μονοπάτια του χθες και δεν ήθελα με τίποτα να ξυπνήσω τα φαντάσματα που κοιμούνταν εκεί. Εκείνος με ακολούθησε σιωπηλός, στεγνός από εξηγήσεις, καθώς άρχιζα να περιεργάζομαι τα πάντα, ορατά και αόρατα, να προσπαθώ να δω το παρελθόν μέσα από τα γνωστικά του μάτια. Τους τοίχους στόλιζαν κεντήματα, παιδικές ζωγραφιές, παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Στάθηκα μπροστά σε μια απ’ αυτές και παρέμεινα να την κοιτώ για ώρα -με είχε μαγνητίσει- προσπαθώντας να μαντέψω τα μυστικά που μου έκρυβε – γιατί ναι, ήμουνα απόλυτα σίγουρη ότι αυτή είχε τη δική της ιστορία να πει, το δικό της κρυφό ν’ αποκαλύψει.
«Δε μου είπες ότι έχεις αδελφή», παρατήρησα τελικά μ’ ένα παράπονο.
«Δεν είναι αδελφή μου», απάντησε και πήγε και κάθισε στο παλιό ξύλινο διπλό κρεβάτι. Έσκυψε για λίγο το κεφάλι, το σήκωσε, κοίταξε το τοπίο της φύσης που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρο, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό, λίγο χαμογέλασε, και συνέχισε. «Η δική της είναι μία ακόμη πονεμένη ιστορία, απ’ αυτές που θα ακούσεις όπου σταθείς κι όπου βρεθείς σ’ αυτή την πόλη. Η μάνα της Σάρας πέθανε στη γέννα, μόνη και αβοήθητη, κι ο πατέρας της δέκα χρόνια μετά στα μεταλλεία. Δεν είχε άλλο κανένα στον κόσμο, κι έτσι η οικογένειά μου ανέλαβε την ευθύνη της, αφού οι δικοί μου ήταν πολύ καλοί φίλοι με τον μακαρίτη. Την υιοθέτησαν λοιπόν και την έκαναν κόρη τους, και την έκαναν αδελφή μου. Τότε δεν περνούσε από κανενός το μυαλό η ιδέα ότι σύντομα θ’ ακολουθούσε ο πατέρας μου το φίλο του στον κάτω κόσμο. Έτσι μείναμε πίσω εγώ, στα δεκαπέντε μου χρόνια, η κακόμοιρη η μάνα μου, που ήδη πάλευε απεγνωσμένα με την αρρώστια, και η μικρή, που έγινε τρεις φορές ορφανή και σύντομα θα γίνονταν και τέταρτη».
Η φωνή του μόλις και ακουγόταν. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Τον αγκάλιασα. Το κορμί του έμοιαζε σφιγμένο, λες και περνούσαν από μέσα εκεί τα κύματα του πόνου, ψάχνοντας εσπευσμένα κάποιο διέξοδο. Τα μάτια ωστόσο παρέμεναν στεγνά, κανένας λυγμός δεν του τάραζε το σώμα. Του χάιδεψα το μάγουλο, τον φίλησα στα μαλλιά. Έπρεπε να συνεχίσει να μου μιλά. Έπρεπε. Το χρωστούσε σε μένα, επειδή ήθελα να μάθω. Το χρωστούσε στον εαυτό του, αφού το είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει.
«Τη μεγάλωσες εσύ λοιπόν;»
«Εγώ και όλη η πόλη, λιγότερο ή περισσότερο. Οι φίλες της μάνας μου, οι συνάδελφοι του πατέρα μου, η κυρία Ρόντα – αυτήν σίγουρα θα τη γνωρίσεις. Αν είναι ένα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος για τούτη την πόλη, Χοπ, είναι οι άνθρωποί της. Εδώ η αλληλεγγύη αποτελεί τον κανόνα, όχι την εξαίρεση. Αν δε βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, αν δεν του στέκονταν στα δύσκολα, θα είχε σίγουρα σβηστεί απ’ το χάρτη».
«Δηλαδή, σου έδιναν και λεφτά; Πώς τα έβγαζες πέρα;»
«Όχι, δε μου έδιναν λεφτά. Πού να τα έβρισκαν κι αυτοί; Πώς να τους περισσέψουν, σε μια πόλη γεμάτη χήρες και ορφανά; Απλά δούλευα, όπως πάντα, αλλά λίγο περισσότερο. Αυτά που έβγαζα όμως ποτέ δεν ήταν αρκετά -αφού πήγαινα και στο σχολείο, το οποίο δεν ήθελα με τίποτα να παρατήσω- έτσι έπρεπε να ψάχνω συνεχώς καινούριους τρόπους για να τα φέρνω βόλτα. Ευτυχώς η Σάρα δεν ήταν ποτέ ιδιότροπο παιδί, ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλωσε με στερήσεις και ορφανή, και βοηθούσε όσο μπορούσε. Δε θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι ίσως αυτή ήταν η στερνή χαρά στη ζωή της μάνας μου. Πάντα τα κατάφερνε και την έκανε να χαμογελά, ακόμη και όταν ο πόνος της κατέτρωγε τα σωθικά, και στο τέλος της συμπεριφέρθηκε καλύτερα από κάθε κόρη. Λίγο προτού ξεψυχήσει παράτησε ακόμη και το σχολείο, στο οποίο ήταν η καλύτερη μαθήτρια, για να μη λείψει στιγμή απ’ το πλευρό της, για να μην την αφήσει να πεθάνει μόνη, όπως πέθανε κι η δική της μάνα. Καθόταν δίπλα της και της κρατούσε το χέρι όταν πέθανε. Εκείνη της έκλεισε τα μάτια. Πρώτη την έκλαψε και από τη μια μέρα στην άλλη μεταμορφώθηκε από ένα μικρό κορίτσι, σε μια ώριμη γυναίκα. Ήταν δώδεκα χρονών όταν συνέβηκε αυτό. Χρωστώ πολλά στη Σάρα…».

Συνεχίζεται
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση