Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Ποιοι διαβάζουν σήμερα;

Οι γονείς γκρινιάζουν. Το ίδιο και οι δάσκαλοι. Οι νέοι σήμερα δεν διαβάζουν λογοτεχνία. Τότε, για ποιους γράφουν οι συγγραφείς; Σε ποιους απευθύνονται; Μήπως η λογοτεχνία έχει γίνει ένας κόσμος απόκοσμος, που μόνον οι λίγοι, οι μυημένοι τον προσεγγίζουν;
Παλιά, στις δεκαετίες του '60 και του '70, οι νέοι διάβαζαν κλασικούς συγγραφείς, ίσως γιατί τότε οι αποδράσεις προς την τέχνη και τις διεξόδους από την καθημερινότητα δίδονταν μόνο μέσω των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων: Οσα παίρνει ο άνεμος, Οι μεγάλες προσδοκίες, Εγκλημα και τιμωρία, Αννα Καρένινα, Λόρδος Τζιμ, και τόσα άλλα. Κι απ' τους δικούς μας: Ταξίδι με τον Εσπερο, Eroica, Λεωνής, Τα μυστικά του βάλτου. Σήμερα, η εικόνα έχει αντικαταστήσει τον λόγο. Η τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ελκύουν τους νέους, που διαθέτουν τον χρόνο τους στο έτοιμο, το εντυπωσιακό και, γιατί όχι, στο βίαιο. Οι σύγχρονοι συγγραφείς, ή έστω κάποιοι απ' αυτούς, συναισθάνονται τις αλλαγές και τις απαιτήσεις της εποχής και αναζητούν τους κώδικες επικοινωνίας με τους άλλους, εφόσον, άλλωστε, κι αυτοί «παιδιά» της εποχής τους είναι και αντιδρούν σε ό,τι τους περιβάλλει και τους επηρεάζει, είτε θετικά είτε αρνητικά. Γιατί αυτά που σκέφτονται να γράψουν τα δανείζονται από την πραγματικότητα, ακόμα και τα πιο φανταστικά και παράδοξα στοιχεία τα εισπράττουν από τον περιβάλλοντα χώρο . Οι ήρωές τους μπορεί να έχουν χαρακτηριστικά που είναι έμφυτα στην ανθρώπινη φύση, ωστόσο αυτοί αποδίδουν και την αύρα -και όχι μόνο- της εκάστοτε περιόδου μέσα στην οποία ζουν και κινούνται.
Τι συμβαίνει, όμως, και στη χώρα μας οι αναγνώστες είναι τόσο λίγοι; Μάλιστα, πολλοί βιβλιοπώλες λένε ότι το αναγνωστικό κοινό είναι γένους θηλυκού. Σύμφωνα με τους ειδικούς οι γυναίκες διαβάζουν κυρίως μυθιστορήματα και είναι δεκτικές στο άλλο, το διαφορετικό, εισέρχονται δηλαδή στους φανταστικούς χώρους και ταυτίζονται με τις συναισθηματικές καταστάσεις με προθυμία, χωρίς να παριστάνουν συνεχώς «τους δικηγόρους του διαβόλου». Οι άντρες πάλι, κυρίως, κυνηγούν τα ιστορικά και πολιτικο-οικονομικά θέματα. Για τους ελάχιστους αναγνώστες πιθανόν να φταίει ο τρόπος που διδάσκεται η λογοτεχνία στα σχολεία. Αποσπασματικά και δίχως έμπνευση. Ισως πάλι, ορισμένοι να τη θεωρούν κάτι «υψηλό» και να μην τη φέρνουν κοντά στο ευρύ κοινό με εύληπτο και απλό τρόπο. Να τη μεταβάλλουν σε κάτι το «ιερό», με το οποίο μόνον οι μυημένοι επικοινωνούν. Αν ο έντυπος Τύπος, το ραδιόφωνο δώσουν προτεραιότητα στη δημοσίευση και μετάδοση λογοτεχνικών κειμένων, αυτά θα μπουν στη ζωή μικρών και μεγάλων. Αν στο σχολείο επανεξεταστεί ο τρόπος διδασκαλίας της λογοτεχνίας, τότε πολλά μπορούν να αλλάξουν. Ο ένας αναγνώστης θα φέρει τον άλλο. Το απλό ανάγνωσμα θα οδηγήσει στο πιο σύνθετο. Και για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το χρήσιμο θα πρέπει να είναι και ευχάριστο.
(Της Χρύσας Σπυροπούλου http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=42335)

Με τρόμαξε η λησμονιά

«Σπαράγματα». Την πρώτη φορά που ο Νίκος Κούνδουρος άκουσε τη λέξη, νόμιζε πως κάνει λάθος. Αργότερα, όμως, την αναζήτησε, την έμαθε, την έκανε δική του. Κι ήταν η ίδια λέξη που στάθηκε, όπως γράφει, μέτρο κι οδηγός του στο «Ονειρεύτηκα πως πέθανα», αυτό το αυτοβιογραφικό γραπτό που μόλις παρέδωσε στον «Ικαρο», μαζί με τη ζωγραφιά που θα κοσμήσει το εξώφυλλό του.
Ο δημιουργός της «Μαγικής πόλης», του «Δράκου» αλλά και του «1922» και του «Μπάιρον» σκάλισε με τη βοήθεια της ζωγράφου Αννας Βοργία τα κιτάπια του, άφησε «τους χρόνους να πηγαινοέρχονται σε παλινδρομική κίνηση» και προσπάθησε να βάλει τάξη «στην αταξία που σφράγισε τη μοίρα του τόπου μας, τη γραμμένη με ανεξίτηλο μελάνι και αίμα».
Το αποτέλεσμα; Διακόσιες σελίδες όπου το «εγώ» συγχωνεύεται με το «εμείς» κι όπου κάποια από τα πιο τραυματικά βιώματα του Κούνδουρου δίνονται μέσα από μαρτυρίες τρίτων.
Ενα βιβλίο αφιερωμένο στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, κυρίως, μ' ελάχιστες αναφορές στο κινηματογραφικό έργο του συγγραφέα του και κάμποσες αναφορές σε αγαπημένους του φίλους: από τον Χατζιδάκι και τον Βασιλικό μέχρι τον παλιό συμμαθητή του που είδε να πέφτει πλάι του νεκρός στον «Κόκκινο Δεκέμβρη» της Αθήνας.
Η πρώτη «νίκη»
Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας πολιτικών από την Κρήτη, ο 83άχρονος σήμερα Κούνδουρος κουβαλά με «μια εκθαμβωτική καθαράδα» την εικόνα από τη βάφτισή του το 1931: «Αυτή, η πιο παλιά μου μνήμη», γράφει, «έδειχνε ένα μεγάλο ευρύχωρο δωμάτιο παλιού αρχοντικού. Δυο ψηλά παράθυρα άφηναν να μπαίνει το κατάλευκο φως από μια καλοκαιριάτικη μέρα στον Αγιο Νικόλαο, εκεί που απάγκιασε η Σφακιανή φαμίλια πριν από εκατό χρόνια (...)
»Εγινα χριστιανός ορθόδοξος κλοτσώντας τον παπά, καθώς δεν άφηνα να μου βγάλουν το άσπρο μου βρακάκι. Μπήκα στην κολυμπήθρα έτσι που ήθελα εγώ, κι αυτή ήταν η πρώτη μου νίκη στον πόλεμο με την κοινωνία. Στα χρόνια που ακολούθησαν ξέχασα πως ήμουν Χριστιανός. Τα χίλια δυο ποτάμια μιας ζωής ανήσυχης παρασύρανε στα θολά νερά το μύρο του παπα-Νικολάκη, και το φόβο για κείνο το αόρατο και πανταχού παρόν που έμοιαζε να με απειλεί».
Το πάθος για τις εικόνες
Οι αφηγήσεις της γιαγιάς του Κούνδουρου, οι διώξεις του βενιζελικού πατέρα του και η αντιστασιακή δράση του αδελφού του Ρούσσου μπλέκονται στο «Ονειρεύομαι πως πέθανα» με τον ανελέητο βομβαρδισμό του Πειραιά και τη βοήθεια που πρόσφεραν μαθητές σαν κι αυτόν στο πανικοβλημένο πλήθος, με το μπλόκο της Κοκκινιάς και τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, αλλά και με την επιβλητική φιγούρα του Σικελιανού, όχι μόνο στην κηδεία του Παλαμά αλλά και νωρίτερα, στα συσσίτια του Ερυθρού Σταυρού, τυλιγμένου πάντα στη μαύρη του μπέρτα.
Οπως μπλέκονται και με την αίσθηση του κενού που ένιωσε ο Κούνδουρος βλέποντας να εξανεμίζεται επί κατοχής σταδιακά η πατρική συλλογή με τις βυζαντινές εικόνες.
Η μόνη -από τις 200- που δεν δόθηκε για να εξασφαλιστούν τα προς το ζην, ήταν «ένας καβαλάρης Αη-Γιώργης». Αυτή υπήρξε «και το ξεκίνημα μιας καινούριας αρχής», καθώς με το που τελείωσε ο πόλεμος και για τα επόμενα πενήντα χρόνια, «μάζευα εικόνες από τα ξωκλήσια της Κρήτης και από τους γύφτους που τις πούλαγαν για δυο δραχμές, μαζί με τις χάλκινες κατσαρόλες από τα ξεπουλημένα νοικοκυριά των γιαγιάδων»... Αυτές ήταν που «σύρανε τ' ονειροπαρμένο αγόρι ν' αγαπήσει την ψεύτικη ζωγραφισμένη ζωή, καθώς οι ασκητικές μορφές των αγίων δώσανε τη θέση τους στα καταπράσινα τοπία και τις ροδαλές γυναίκες των ζωγράφων της Αναγέννησης και της μαγικής ζωής που μου υποσχόταν η ζωή των άλλων». Κι όπως πάσχιζε να ξεδιακρίνει ανάμεσα στα σιδερικά το μαυρισμένο ξύλο με τις χλομές φιγούρες, έτσι «μάθαινα να ξεχωρίζω το παλιό απ' το καινούριο, και το σπουδαίο από το ψεύτικο».
Ζωντανός-νεκρός
Στις 5 Δεκεμβρίου του '44, μαζί με άλλους σπουδαστές οπλισμένους με «τουφέκια μάουζερ, πολυβόλα στεν γερμανικά και πιστόλια παραμπέλουμ», ο νεαρός Κούνδουρος βρίσκεται οχυρωμένος στο Πολυτεχνείο, με το βλέμμα καρφωμένο στην Κάζα ντ' Ιτάλια, όπου είχαν τρυπώσει τα «βρομερά ξεβράσματα της πολεμικής αναταραχής, χαφιέδες και συνεργάτες των Γερμανών, σάπια φρούτα, γεννήματα της πείνας, της απελπισίας και της παράνοιας».
Την ίδια νύχτα πιάνεται αιχμάλωτος και οδηγείται στο Γουδί, για να μεταφερθεί την επομένη σε αφρικανικό στρατόπεδο. Καταφέρνει να το σκάσει μαζί με τον Ισίδωρο, τον γιο της θυρωρίνας του και παλιό συμμαθητή του. Οι ριπές των πυροβόλων στοχεύουν και τους δυο τους. Ο φίλος του σκοτώνεται επί τόπου, ο ίδιος τραυματίζεται. Θα ξαναβρεί τις αισθήσεις του μέσα σ' ένα νοσοκομείο γεμάτο εγγλέζους τραυματίες, καθώς για Αγγλο τον είχαν περάσει κι αυτόν.
Ωσπου, παραμονή Χριστουγέννων, «ήρθε η μάνα. Ντυμένη στα μαύρα. Ετσι ήτανε πάντα, μια ζωή πένθος... Πρόσεξα δίπλα της έναν μεγαλόσωμο αξιωματικό με αγγλική στολή που την κράταγε από το μπράτσο. Τον γνώρισα αμέσως από το μπόι του κι από εκείνο το αγέρωχο ύφος που ήταν γνώρισμα της φαμίλιας του. Ηταν ο ξάδελφός μου ο Παύλος Βαρδινογιάννης, διερμηνέας στον αγγλικό στρατό. Σπούδαζε νομικά, δικηγόρος, κι όλα τα χρόνια του σχολειού η μάνα μου είχε ένα κρεβάτι δίπλα στο δικό μου».... Ολες τις προηγούμενες βδομάδες, ο Κούνδουρος λογαριαζόταν για πεθαμένος.
Στο Μακρονήσι
Στα γυρίσματα του «1922» στο Λαύριο, ένας «τραχύς εβδομηντάχρονος ασπρομάλλης», οδηγός φορτηγού για τις ανάγκες της ταινίας, πλησιάζει τον σκηνοθέτη και του εκμυστηρεύεται μια ιστορία που έχει κρατήσει μέσα του καιρό. Είναι μια ιστορία που εξηγεί πώς βρέθηκε ο Κούνδουρος στη Μακρόνησο το '48.
Οπως αποκαλύπτεται, ο παραπάνω ηλικιωμένος άντρας ήταν φαντάρος την ίδια εποχή με τον σκηνοθέτη, επί Εμφυλίου, και ήταν λίγες σειρές πιο πίσω του σ' εκείνη τη μοιραία παρέλαση της 25ης Μαρτίου, όπου ο Κούνδουρος επιτέθηκε στον συνταγματάρχη που βάδιζε πλάι του, κι όλοι νόμισαν πως θα οδηγηθεί στο στρατοδικείο. Να όμως που «έπεσε πάνω μου το σόι και με γλίτωσε. Τρία χρόνια στο Μακρονήσι για να ξεχαστεί το πράγμα....».
Η εμπειρία της εξορίας, το φρικιαστικό θέαμα των νεκρών, τα βασανιστήρια, η εξέγερση των κρατουμένων-γυναικών, όλα μπαίνουν στο στόμα άλλων.
Οι αναμνήσεις του Κούνδουρου, πάντα ανάκατες, αντλημένες από ένα σημείο και πέρα από παλιότερα κείμενά του, αγκαλιάζουν μορφές όπως του Γραμματικάκη, του Σαμαράκη, του Βακιρτζή ή του Ξενάκη, αφήνοντας χώρο και για μια φευγαλέα συνομιλία με τον Φελίνι στη Ρώμη ή για μια αποτίμηση («ψυχόδραμα, συλλογική τρέλα, καρναβάλι, γέννημα της ευημερίας ή πολιτική πράξη;») του Μάη του '68.
Κι όπως αρνείται να επεκταθεί στο κινηματογραφικό του έργο -αναφερόμενος π.χ. στον «Μπάιρον», εστιάζει στην εικόνα της διαλυμένης ΕΣΣΔ όπου έκανε γυρίσματα, ενώ για το «Μπορντέλο» αφήσει τον Ευγένιο Αρανίτση να «μιλήσει»- το ίδιο κάνει και για έναν άλλο σημαντικό τομέα: «Λείπει ο έρωτας από τούτα τα γραπτά. Λείπει και το θάρρος, και λέω πως ίσως καλύτερα θα 'ναι να φυλάξω μόνο για μένα εκείνη τη μυστική αγιοσύνη που ορίζει το σμίξιμο του αρσενικού και θηλυκού σε μια μυστική συμφωνία που έτσι ορίστηκε. Να μείνει μυστική». Σεβαστό. *
(Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Η Σαμ και οι οικιακες συσκευές

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ
εκδ Ψυχογιος
"Με λένε Σαμάνθα Σμιθ. Δεν έχω φτιάξει ποτέ στη ζωή μου κέικ. Δεν έχω ράψει ποτέ στη ζωή μου κουμπί. Δεν έχω ιδέα πώς να στήνω μια σιδερώστρα. Ξέρω, όμως, να φτιάχνω συμβόλαια για τη φορολογική εναρμόνιση των επιχειρήσεων στην Ευρώπη και να γλιτώσω τρία εκατομμύρια λίρες στον πελάτη μου."
Αλλά η Σαμ κάνει ένα τραγικό λάθος που της στοιχίζει την καριέρα της. Απελπισμένη, παρατάει το γραφείο της, μπαίνει σ'' ένα τρένο και καταλήγει στη μέση του πουθενά… οικονόμος στο σπίτι ενός ζευγαριού που ούτε καν παίρνει χαμπάρι ότι έχει προσλάβει μια απόφοιτη του Κέμπριτζ. Κι ενώ η Σαμ πολεμά καθημερινά με τις οικιακές συσκευές σε μια κουζίνα που έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης, έχει και τον γοητευτικό κηπουρό Ναθάνιελ να φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν… Μια ξεκαρδιστική ιστορία για καριερίστριες και νοικοκυρές, για γυναίκες που τελικά τα κάνουν όλα και τα καταφέρνουν!

Θα τους πολιορκήσουν τα ερωτηματικά

Το όπλο του σπιτιού
Ναντίν Γκόρντιμερ
εκδ Καστανιώτη

O Xάραλντ και η Kλόντια, δύο πετυχημένοι και αξιοσέβαστοι επαγγελματίες, βλέπουν τον κόσμο τους να καταρρέει όταν ο γιος τους κατηγορείται ότι σκότωσε ένα φίλο του, με τον οποίο τον συνέδεαν πολύπλοκες, ιδιαίτερες και άγνωστες στους γονείς σχέσεις.
Ένας απρόσμενος κόσμος θα αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια τους, τα ερωτηματικά (σε τι άραγε να έχουν φταίξει οι ίδιοι;) θα τους πολιορκήσουν και το προσωπικό τους δράμα σιγά σιγά θα πάρει νέες, πολυεπίπεδες διαστάσεις.
Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα της τιμημένης με το Nόμπελ συγγραφέως, που είναι ταυτόχρονα μια έξοχη αλληγορία της σύγχρονης πολιτικοκοινωνικής βίας κι ένα γεμάτο σασπένς δικαστικό θρίλερ.
«Πρόκειται για ένα αξέχαστο μυθιστόρημα, που συνεχίζει να ωριμάζει στο μυαλό του αναγνώστη ακόμα κι αφού αυτός το έχει τελειώσει». Guardian

Χρόνια Πολλά

Χρόνια Πολλά σε όλες τις μανούλες του κόσμου.
Χρόνια Πολλά μαμά.
Εύχομαι όλες οι γυναίκες του κόσμου να μπορούν να νιώσουν αυτό ακατάληπτο συναίσθημα της μητρότητας - όχι απαραίτητα και της γέννας, μαμά δεν είναι μόνο αυτή που γεννά, αλλά αυτή που δίνει ολόκληρη την οντότητα της για να μεγαλώσει ένα παιδί.

Καμιά φορά μέχρι να γίνουμε μανούλες βλέπουμε τα ανίψια μας σαν δικά μας παιδιά και καμαρώνουμε και γινόμαστε χαζοθείες.... έτσι και εγώ με το αστεράκι που βλέπετε....
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση