Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Γιάννης Μακριδάκης, ο συγγραφέας

Της Μαρίας Μανωλέλη 

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Συνάντησα τον Γιάννη Μακριδάκη σ’ ένα καφέ στα Εξάρχεια. Όταν έφτασα στο ραντεβού μας τον βρήκα μόνο του σε ένα άδειο μαγαζί, δέκα -είκοσι λεπτά αργότερα το μαγαζί ήταν γεμάτο και χρειαζόταν να καταβάλλουμε προσπάθεια για να ακούμε ο ένας τον άλλο. Τους κάναμε σεφτέ που λένε και οι παλιοί. Απ’ την αρχή φάνηκε ότι πρόκειται για έναν προσιτό και ζεστό άνθρωπο που ευτυχώς αγνοεί ή παραμερίζει τους κανόνες των ψεύτικων γνωριμιών, τις κλισέ φράσεις και τις δήθεν θερμές χειραψίες των ασφαλιστών ζωής. Στα πρώτα λεπτά της συζήτησης μας-στο ζέσταμα δηλαδή- μου είχε ήδη απαντήσει στις μισές μου ερωτήσεις χωρίς να έχω ανοίξει καν το σημειωματάριο μου. Είχα ακούσει να λέει σε παρουσιάσεις βιβλίων του για την αφέλεια που τον διακρίνει η οποία του έχει σώσει τη ζωή και αμέσως κατάλαβα πως προφανώς εννοούσε την άδολη ματιά, το ανεπιτήδευτο. Γελούσε με το αστείο, εξηγούσε την απορία και ευγενικά με περίμενε να κρατάω τις σημειώσεις μου μιας και η ερασιτεχνικότατη συνέντευξη δεν είχε καν το κλασικό δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι.
Τον ρώτησα γιατί οι ήρωες των βιβλίων του είναι πάντα άντρες. Μου είπε πως η γυναίκα είναι πιο εξελιγμένο πλάσμα, πιο σύνθετο σε πνεύμα και ψυχισμό και δεν τη γνωρίζει τόσο καλά ώστε να γράψει γι ’αυτήν.«Πως να γράψω για γυναίκες;» αναρωτήθηκε την ώρα που μιλούσαμε. Γοητευτική αποστασιοποίηση. Τον ρώτησα για το πως νιώθει ένας άνθρωπος που ζει στην επαρχία μακριά από τα τεκταινόμενα, τις θεατρικές παραστάσεις, τα live. Αν νιώθει δηλαδή ότι μένει πίσω. Μου μίλησε για τα προβλήματα της ελληνικής επαρχίας παρομοιάζοντας την με νεκροταφείο ελεφάντων. Για τους ανθρώπους που αργοπεθαίνουν πνευματικά εκεί. Για τις πρωτοβουλίες των ντόπιων που αργοσβήνουν μιας και δεν υπάρχει αλληλεπίδραση ή αλλιώς αιμοδοσία εφόσον τροφοδοτούνται και συντηρούνται από τα ίδια άτομα. Μιλήσαμε και για το ίδιο φαινόμενο στις πόλεις, στα αστικά δηλαδή χωριά. Όμως αυτό δεν τον κάνει να νιώθει ότι μένει πίσω γιατί βλέπει και ανακαλύπτει τόσα άλλα για τους ανθρώπους μέσα από τις αφηγήσεις τους και την παρατηρητική ματιά του. Με μια συζήτηση που θα ανοίξει σ’ένα χωριό με ηλικιωμένους μπορεί να αντλήσει από τις ζωντανές αυτές πηγές της ιστορίας τόσα πράγματα που να φύγει από εκεί ευτυχισμένος. Ονομάτισε αυτές τις συζητήσεις αυτές ως “άγραφη λογοτεχνία” εκφράζοντας ευγνωμοσύνη στους άσημους αλλά καθόλου ασήμαντους ανθρώπους.
Μου είπε πως ο λόγος που γράφει μόνο για ιστορίες που εκτυλίσσονται στη Χίο είναι ότι αυτή γνωρίζει τόσο καλά. Μιλώντας για τη σχέση του με τη Χίο είπε πως είναι έρωτας, ο μόνος μάλιστα που είχε τέτοια διάρκεια. Τον ρώτησα λοιπόν ποιά είναι η ανταπόκριση αυτού του έρωτα και με ευκολία μου απάντησε πως οι ιστορίες που μαζεύει ,οι ιδέες που γίνονται βιβλία είναι πραγματική ανταπόκριση. Διαβάζοντας τα βιβλία του καταλαβαίνει κανείς ότι είναι ένας άνθρωπος που δεν επηρεάζεται από τα υλικά αγαθά αλλά εμβαθύνει σε άλλες αξίες. Για το λόγο αυτό ήθελα να μάθω τι τον μαγεύει. Τότε πήρα την πιο ωραία απάντηση της συζήτησης μας.«Οι ψυχωμένοι άνθρωποι» μου είπε! Επέμεινα. Ρώτησα τι θα μπορούσε να τον ψαρώσει .Αυθόρμητα μου απάντησε πως θα ψάρωνε με μια ωραία κοπέλα αλλά έτρεξε να διευκρινίσει το “ωραία” μιλώντας για την καθαρή ματιά, για την πολιτική στάση στην καθημερινότητα.«Η κάθε της κίνηση να είναι δήλωση και να έχει βάθος, να αντικατοπτρίζει αυτά που έχει μέσα της». Τον ρώτησα αν θα μπορούσε να γράψει για έναν ήρωα τελείως έξω από τον ίδιο, για μια διαμετρικά αντίθετη ζωή. Το βρίσκει πολύ ενδιαφέρον αλλά δεν έχει αρκετές εικόνες για έναν τέτοιο άνθρωπο, δεν έτυχε να συναναστραφεί τόσο διαφορετικούς ανθρώπους.«Ασχολούμαι με λοξούς ανθρώπους που η λόξα τους όμως έχει συγγένεια με τη δική μου. Δεν μπορώ να συναναστραφώ αναγκαστικά κάποιον για να γράψω γι’ αυτόν.»
Μου μίλησε για την παιδική αφέλεια που κάποιοι άνθρωποι διατηρούν και στην ενήλικη ζωή τους και ενώ αυτοί φαίνονται σα να έχουν λοξοδρομήσει στην ουσία πορεύονται σε συνέχεια της ευθείας χωρίς να έχουν μπολιαστεί απ’ το τριπάκι της πονηριάς. Αυτό τον γοητεύει. Η άδολη ματιά που δημιουργεί τη σπίθα της τέχνης.«Είναι προσόν για τον καλλιτέχνη η αφελής ματιά». Στο τέλος της συζήτησης μας μάλιστα μου είπε κι ένα ανέκδοτο αρκετό για να διαπιστώσω πως απέχει από κάθε είδους σοβαροφάνεια. Μόλις χωριστήκαμε κάθισα ξανά μόνη μου σε μία καφετέρια λίγο παρακάτω για να γράψω αμέσως αυτά που συζητήσαμε, μη μου πέσει τίποτα κάτω. Φοβόμουν πως κοιτάζοντας βιτρίνες θα έχανα τη ζωντάνια της συζήτησης και έτσι έπρεπε να την καταγράψω άμεσα. Μάλλον δεν έχω συμπεριλάβει αρκετά από αυτά που είπαμε αλλά δεν είμαι επαγγελματίας. Αυτό φαίνεται. Εδώ ξέχασα να τον ευχαριστήσω για τον καφέ και το χρόνο του αλλά μαντεύω πως θα το κατάλαβε.
*Ο Γιάννης Μακριδάκης ζει και γράφει στη Χίο. Τα βιβλία του εκδίδονται από την ΕΣΤΙΑ
 

Αποτελέσματα λογοτεχνικού διαγωνισμού logoclub.gr

Νο  1.  ΚΑΙ Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ


Το χέρι που κουνάει τη βροχή

Η διάτρητη κατάσταση της βροχής
καπνούς στο στόμα αφήνει
όχι νερό
τα κτήνη με τις ομπρέλες περιφέρουν
τις αρχαίες τρύπες της πόλης
πάνω κάτω και πλαγίως
για να τελειώσει κάποτε
η αγοροπωλησία
να πουληθεί το σκοτάδι
και πάλι από την αρχή

αυτή η τρομερή ώρα που ο ουρανός δαγκώνεται
χύνοντας
ξεχύνοντας
αφηνιασμένος μαραζώνει
φτύνει τα κόκαλα
από τις ράχες των
σύννεφων
κι ύστερα
ζαλισμένος από την περίεργη ανθοφορία των ανθρώπων
(μα, όλοι φορούν καπέλο, φορούν πρόσωπα και χέρια και ιστούς ονείρων)
γλιστρά απαλά σε ένα απλωμένο χέρι
ένα τόσο δα χέρι
που αιμορραγεί
από την πρόστυχη βροχή

ΡΑΟΥΛ Κ ( Διονύσης Μαρίνος )

Νο 2. Στην τελική κατάταξη

 
Υφαίνω

Υφαίνω στίχους
για να χρωματίζω την ώρα
μακριά σου.
Όπως την Πηνελόπη
που αδημονούσε να δει
τον Οδυσσέα.

Προσμονή υφαίνοντας.
Υπομονή εμμένοντας
στο χρώμα των ματιών σου.
Από αυτά παίρνω και δημιουργώ
στον αργαλειό της ψυχής μου.
Μικρά νήματα οι λέξεις σου
απαιτούν επιδεξιότητα
από τα χέρια μου για να μην σπάσουν
και κοπεί η δημιουργία στα δυο.

Απαλό άγγιγμα
με την άκρη των δακτύλων.
Προσεκτικά. Προστατευτικά.
Ιστοί αράχνης
αυτά που σε πονάνε.
Ρίχνω σταγόνες
από το πάθος μου,
να εντοπίσω που βρίσκονται
κι αυτές υδατοδρομούν πάνω τους.

Αντινόη
Υφαίνω στίχους
πάνω στους ιστούς που ασημίζουν.
Πολλά σε θυμίζουν...
Υφαίνω φιλιά
τα ράβω πάνω στους ιστούς σου
για να φύγει ο πόνος
που σαν ικέτης επιθυμεί να παραμείνει.

Δέσποινα Κονταξή

Νο 3. Στην τελική κατάταξη

ΑΝ ΜΕ ΡΩΤΑΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ


Λένε πως καταφύγιο μεγάλο είναι η ποίηση
Μα εγώ θαρρώ ξεδιάντροπο γυμνό κορμί
Φωνή στην έρημο γεμάτη οίηση
Μια πόρνη ένοχη που δίψασε για προσευχή.


Γύρω η άνοιξη γελά, πικρά με κοροϊδεύει
Ο έρωτας προσπέρασε και τη συνήθεια φέρνει
Μα η ποίηση η πονηρή αλλού με ταξιδεύει
Και ηδονές φανταστικές του νου μου ανασταίνει.


Λόγια γλυκά μεθυστικά στ' αυτί μου ψιθυρίζει
Μου ανοίγει πύλες να διαβώ, θάλασσες να περάσω
Μα όταν τις κρύβω μυστικά σελίδες μου ξεσκίζει
Το πρώτο βήμα είναι αυτό, ντροπές να ξεπεράσω.

Με άλλες σκέψεις ξεκινώ με άλλες καταλήγω
Και η μοναξιά αφόρητη μα αναγκαία φίλη
Τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού αντάμωνα για λίγο
Όταν στις λέξεις έπλεκα το πνέμα με την ύλη.

Και όταν εκείνη με' βγαζε γυμνή σε ανθρώπου μάτια
Για το έργο της περήφανη σε λίκνισμα όλο χάρη
Πόσο ποθούσα τα χαρτιά να έκαμα κομμάτια
Μα κρίμα τέτοια πρόκληση κανείς να αναβάλλει.

"ΑΡΓΟΥΕΝ"
Νο  4. Στην τελική κατάταξη

ΑΚΙΝΗΤΟ ΣΩΜΑ

Γη των υποσχέσεων ακίνητο σώμα
μες το φως γεμίζεις την ψυχή μου
κοιμισμένα χρώματα βασιλικά αρώματα
στην φλέβα φυλάς, μικρή μου πόλη

Στην πορφύρα της νιότης σε γνώρισα διαβάτη
στα παλιά σπίτια στα ανοιχτά παράθυρα
στις λέξεις που την ψυχή και την σιωπή
βαραίνουν, στην βαθιά αναμέτρηση

Ο Ήλιος αλλάζει συνέχεια γωνία
κι όλο στα πέρατα του κόσμου ταξιδεύει
Αθωότητα και ενοχή σε ένα θαύμα
να με φιλάς ,να με ξυπνάς να με κοιμίζεις

Εμαθα να διαβάζω με τον λογισμό
μπροστά μου απλώνεται η πόλη
στον ίσιο δρόμο δένδρα ταιριασμένα
στις άκρες των ματιών παγιδευμένα

Τα χρόνια τρυφεροί βλαστοί που ξεριζώθηκαν
λιώνει το στήθος την καρδιά μου
οι φίλοι ξεχάστηκαν σε ταραγμένες πόλεις
λευκό αστέρι έγινα και ταξιδεύω

Μα ,κάποιος θυμάται …κάποιος λαχταρά
ουράνια δαχτυλίδια από τα ίδια δάκρυα από
τα ίδια φιλιά παλιά και νέα
ο αγέρας φέρνει το φως, του νου τα άνθη
…….. ξημερώνει μια νέα μέρα

Ευτυχία

Νο  5. Στην τελική κατάταξη.

Ρωμαίος και Ιουλλιέτα

-Όταν ο Σαίξπηρ έμαθε
να αγαπά μας έδωσε
το ‘’Ρωμαίος και την Ιουλλιέτα΄΄
έργο ψυχής εφηβικής

-Κάνετε λάθος αγαπητέ
Το έργο αυτό είναι όψιμο
όταν ο ποιητής κοίταξε γύρω του
και δεν είδε τίποτα
,όταν κοίταξε μέσα του και
είδε τα πάντα

-Κάνετε λάθος και οι δύο
Ο Ρωμαίος και η Ιουλλιέτα εφεύραν τον Σαίξπηρ
δεν είναι πρόσωπα αγάπης
αλλά ζεστά σάρκινα πλάσματα
φτιαγμένα μέσα από πολιτικές συζητήσεις
με τα παιδιά των πορνείων
μέσα από ποτά κερασμένα
με μια δόση λύπησης
και συγκαταβατικότητας
με φθηνά τσιγάρα που τα πωλούν χύμα
Κι ο Σαίξπηρ, για ευχαριστώ ,
έκανε το Ρωμαίο Κολοσσό
πάνω από τα εργοστάσια του Μπίρμινχαμ
,για να καλημερίζει τους εργάτες και να τους ψυχώνει
και την Ιουλλιέτα αστερισμό
για να μάθουμε όλοι να αγαπάμε

Ν.Γ.
Πηγή:
http://logotexnikesanafores.blogspot.com/2010/12/logoclubgr.html

"Ανάμεσα σε δύο κόσμους", μυθιστόρημα

"Ανάμεσα σε δύο κόσμους", μυθιστόρημα, σελίδες 280

"Όταν η νεαρή Μαρία θ'ακούσει την καρδιά της να χτυπά αλλιώτικα μετά τη βόλτα της στο πανηγύρι του χωριού της, θα καταλάβει ότι η ζωή της δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, όπως παλιά. Ο νέγρος πλανόδιος πωλητής είναι το αναπάντεχο όνειρο αλλά και η σκληρή πραγματικότητα που πρέπει ν' αντιμετωπίσει.Διχασμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους θα καλεστεί να πάρει μια απόφαση ζωής. Αγνοεί, όμως, ότι οι μοίρες της έχουν στήσει άσχημο καρτέρι.
Χρόνια αργότερα, όταν ο γιος της θα την απαρνηθεί και η εγγονή της θα χαροπαλεύει εξαιτίας των ναρκωτικών, ένας νεαρός νέγρος θα μπει και πάλι στη ζωή της για να της θυμίσει ότι το παρελθόν εξακολουθεί να ζει και τα λάθη περιμένουν τη δικαίωσή τους.
Ένα μυθιστόρημα που συγκινεί με τον πλούτο των συναισθημάτων του, ταξιδεύει τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο παραμυθένιο και ταυτόχρονα αγγίζει με ευαισθησία φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα."

Απόσπασμα: "Άφησα το κορμί μου ελεύθερο να επιπλέει πάνω στην επιφάνεια του νερού. Ήθελα να χαθώ, να χαθώ μέσα στο άπειρο ελκυστκό γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Να με ρουφήξει η θάλασσα, να με μεθύσει η δροσιά της, να 'χω στα μάτια μου τον ατέλειωτο θόλο του ουρανού.
Και τότε σ' ένιωσα. Σ' ένιωσα που κολυμπούσες ακριβώς κάτω, στο βυθό. Αναδεύεις το νερό, τα κύματα φτάνουν σε μένα, με χαϊδεύουν απαλά στα μάγουλα, μου φέρνουν τη φωνή της καρδιάς σου. Το ξέρω ότι είσαι συ. Το ξέρω ότι προσπαθείς να μου μιλήσεις. Οι λέξεις σου γίνονται σταγόνες, αγγίζουν το κορμί μου και χάνονται στο πέλαγος. Ακούς, αγάπη μου; Χάνονται στο άφταστο πέλαγος..."

Παραγγελίες από κάθε βιβλιοπωλείο στο τηλέφωνο των εκδόσεων Ερωδιός: 2310 282782. Όσοι επιθυμείτε, επικοινωνήστε μαζί μου για να σας το στείλω με προσωπική αφιέρωση, όπου κι αν βρίσκεστε! 

Γλυκερία Κακούρη
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση