Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η Ρέα Γαλανάκη στη Σόνια Ζαχαράτου

Πίσω από κάθε βιβλίο της κρύβονται χρόνια δουλειάς. Ερευνα, μελέτη, ταξίδια, περίσκεψη, προβληματισμοί, οδύνες, χαρές, εκπλήξεις ζωής. Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες της, τα μυθιστορήματά της, παίρνουν τον αναγνώστη από το χέρι και τον ταξιδεύουν σε τόπους και ψυχές, σε καταστάσεις και αιθέριες τρυφερότητες, σε ονειρικές φαντασίες και σε δύσβατα μοναχικά μονοπάτια, σε μύθους και σε ιστορικές ελληνικές στιγμές και πάνω απ΄όλα, σε μία λογοτεχνία ατόφια, σπάνιας επιμέλειας, εντιμότητας κι ευαισθησίας. Η Ρέα Γαλανάκη, τιμημένη δύο φορές με κρατικό βραβείο, μία με το μεγάλο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών ‘Ελένη και Κώστας Ουράνη’, με το βραβείο ‘Νίκος Καζαντζάκης’ του Δήμου Ηρακλείου και με το βραβείο αναγνωστών για το τελευταίο της βιβλίο ‘Αμίλητα, βαθειά νερά’ θα ψιθυρίσει στη διάρκεια της συνέντευξης ‘δεν ξέρω αν τα αξίζω κιόλας...’. Μιλά, άλλοτε χαμογελώντας μελένια κι άλλοτε χαρακώνοντας το πρόσωπό της, μεταλλάσσοντάς το σε σκληρό κρητικό τοπίο. Στριφογυρίζει συχνά πυκνά το δαχτυλίδι που της πέρασε στο δάχτυλο μία απόγονος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά, του ήρωά της στο ομώνυμο βιβλίο της, αρκετό καιρό μετά τη γραφή του, κι εγώ σκέφτομαι ‘να, ο αρραβώνας της με την τέχνη’. Γιατί δεν το βγάζει ποτέ από το χέρι της...

Κυρία Γαλανάκη, πώς αρχίσατε τη συγγραφική καριέρα σας; «Ξεκινώντας από την ποίηση, πέρασα σε δοκίμια, διηγήματα και στα πέντε μυθιστορήματά μου, που είναι μάλλον και τα πιο γνωστά. Αρχισα να δημοσιεύω λίγο αργά στη ζωή μου και αυτό πιστεύω ότι είναι καλό, γιατί είναι πιο ώριμη η δουλειά. Δεν μου αρέσουν οι βιαστικές κινήσεις ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη. Και στη ζωή τη βιασύνη την έχω πληρώσει, μερικές φορές».

Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που να διαπερνά όλα τα έργα σας; «Σε κάθε συγγραφέα υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων, μικρών και μεγάλων, που κάνουν το ύφος και τα βιβλία του αναγνωρίσιμα. Αλλά για τα δικά μου, δεν πρέπει να πω εγώ ποια είναι αυτά».

Εχω την εντύπωση ότι πάντα παίζει το στοιχείο της επιστροφής. «Είναι ένα μόνιμο μοτίβο, που δεν είναι μόνο δικό μου. Το βρίσκουμε στη μισή λογοτεχνία. Γιατί έχει πολύ ισχυρούς προγόνους από την έναρξη κιόλας του γραπτού λόγου. Και σε μένα υπάρχει, επειδή προφανώς με αφορά».

Με μία έξαρση ιδιαιτέρως συγκινησιακή, σε σας; «Μπορεί. Ο νόστος δεν είναι κάτι ψυχρό. Συγκινείται κάποιος που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μέσω του χρόνου και δεν τον βρίσκει. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επιστροφή. Κι όταν λέμε νόστος, επειδή ακριβώς είναι ένα βασικό λογοτεχνικό μοτίβο, δεν εννοούμε μόνο την επιστροφή σε ένα τόπο ή σε μια συγκεκριμένη παιδική ηλικία. Πάμε πολύ πιο πέρα, αγγίζουμε τα αρχέτυπα της ύπαρξής μας. Μη ξεχνάμε άλλωστε, ότι υπάρχουν δύο σχετικά θεμέλια στη λογοτεχνία: το ένα είναι ο χαμένος παράδεισος στην εβραϊκή λογοτεχνία και η Ιθάκη στην ελληνική. Μείζονα σχήματα, τα οποία λειτουργούν αρχετυπικά και συνεχίζουν να μας συγκινούν. Η ζωή μας δεν αποδεσμεύεται εύκολα από αυτά».

Κάπου αναφέρετε ότι ο νόστος μπορεί να οδηγεί στο θάνατο. «Ο νόστος που συνοδεύεται από την ύβρι, με την αρχαία σημασία. Οφείλω πολλά στις παλιότερες παρατηρήσεις του Δημήτρη Μαρωνίτη για τον ‘εναγή νόστο’στην Οδύσσεια. Ο νόστος που συνδέεται με το άγος, με την προσβολή στην πατρίδα, που τουλάχιστον στην Οδύσσεια έφερνε το θάνατο. Αλλά και κάθε νόστος μπορεί να φέρει το θάνατο. Είναι μια πολύ σκληρή δοκιμασία και διαρκεί ολόκληρη ζωή. Δεν υπάρχει τελικά ένα προσδιορισμένο τέλος, επιστρέφεις στον εαυτό σου προσπαθώντας να τον βρείς, επιστρέφεις στην ταυτότητά σου προσπαθώντας να την προσδιορίσεις. Επιστρέφεις και στις ρίζες της γραφής».

Εχετε ποτέ κλάψει γράφοντας; «Ναι, και πάντα στη δεύτερη και στην τρίτη γραφή, προσπαθώ να το ελέγξω. Για να μείνει η συγκίνηση χωρίς αναφυλλητό».

Και όταν ερευνάτε ένα θέμα; Είναι μία περίοδος συγχρόνως δύσκολη; «Πάρα πολύ δύσκολη, αλλά με γοητεύει. Ξεκινώντας από κάτι που φαίνεται γνωστό, καταλήγεις σε ένα άγνωστο. Ξεκινώντας από ένα ταμπού, καταλήγεις σε μία κρυμένη αλήθεια. Αποσιωποιημένη. Η έρευνα ανοίγει το μυαλό και μας δείχνει ότι δεν πρέπει να μένουμε στις κοινώς αποδεχτές και προκατασκευασμένες απόψεις, αλλά να προχωρούμε στο παρασκήνιο. Τις τελευταίες δεκαετίες οδηγούμαστε σε μια επανανακάλυψη του κόσμου, σε μία απομάγευση των μύθων, σε μία βαθύτερη σκέψη. Ολα αυτά έχουν μεγάλη σχέση με τη λογοτεχνία».

Σας γαλούχησαν οι μύθοι και ό,τι απορρέεει από αυτούς; «Μεγαλώνοντας στο Ηράκλειο ένοιωσα πολύ κοντά στο μύθο του Λαβυρίνθου και της Αριάδνης. Είχαν να κάνουν με μας. Πρόκειται για ένα μεγάλο ερωτικό πάθος ο μύθος της Αριάδνης, που οδηγεί στην απόσχιση από την οικογένεια, αλλά παράλληλα και στην εγκατάλειψη και στη μοναξιά. Για μένα, στα έργα μου, το κρίσιμο σημείο είναι η επαφή του μύθου με το ιστορικό γεγονός. Ή η μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος».

Γιατί κάνετε αυτή την αντιστροφή; «Επειδή ο μύθος είναι εξαιρετικός αλλά πολύ μακρινός, ενώ το ιστορικό γεγονός μας αφορά πιο πολύ. Από τη στιγμή που υπάρχει ιστορία, μπορούμε να βρούμε τα πατήματα των μύθων, την επαφή που βγάζει ηλεκτρικούς σπινθήρες. Να σας πω ένα ιστορικό μύθο: ότι στην Ανατολική Κρήτη δεν υπήρχε εμφύλιος. Εγώ αυτό μάθαινα, μεγαλώνοντας σε ένα βενιζελικό αστικό σπίτι. Ανακάλυψα όμως, ότι έγινε εμφύλιος, μα το αποσιωπούσε ο κόσμος. Και ήταν μεν σύντομος αλλά πολύ αιματηρός. Η αποσιώπηση είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται στη λήθη ακόμα και το όνομα ενός σπουδαίου ανθρώπου, αρχηγού του ΕΛΑΣ Ανατολικής Κρήτης και του Δημοκρατικού Στρατού αργότερα, του Γιάννη Ποδιά, για τον οποίον ακόμα δεν έχουμε καμία βιογραφία, εκτός από τις ύβρεις που έγραφαν οι αντίπαλοί του, το 1947. Να, πώς δημιουργείται ένας μύθος, μια παράδοση λαϊκή, που είναι όμως ιστορικό γεγονός».

Για το βιβλίο ‘Ο βίος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά’ που επανεκδόθηκε πρόσφατα, πώς σας ήρθε η ιδέα; «Είχα ακούσει την ιστορία αυτού του κρητικόπουλου που αιχμαλωτίστηκε, εξισλαμίστηκε κι έφτασε να γίνει αρχηγός του Στρατού στην Αίγυπτο, απο τον πατέρα μου που καταγόταν από το Ψυχρό, στο οροπέδιο Λασιθίου, από όπου καταγόταν και ο Ισμαήλ. Εκεί, η ύπαρξή του Ισμαήλ παραμένει ζωντανή ιστορία. Μου την είπε ο πατέρας μου, με συγκίνησε, ήμουν τότε 16 ετών, την κράτησα κι έφτασα κοντά στα 40 μου για να την κάνω μυθιστόρημα».

Ψάξατε πολύ για τα στοιχεία; «Τα στοιχεία ήταν περιορισμένα, ευτυχώς υπήρχε μία πολύ καλή μονογραφία ενός τοπικού λόγιου, του κυρίου Καραβαλάκη. Πήγα επίσης στην Αίγυπτο για να ανακαλύψω τα ίχνη του. Στο στρατιωτικό μουσείο του Καΐρου είχα μια έντονη συγκίνηση. Το μουσείο ήταν κλειστό και έπρεπε κάποιος να μας συνοδεύσει και μας είχαν απαγορεύσει να φωτογραφίσουμε. Οταν είδε τη συγκίνησή μου, είπε ‘φωτογραφίστε’, παρακούοντας τις εντολές των ανωτέρων του. Και παρόλο που έτρεμα, φωτογράφισα την προτομή του».

Είχε πολύ μελαγχολικό πρόσωπο. «Τι να πω εγώ που τον έχω πλάσει; Το πιο ενδιαφερόν είναι η εντυπωσιακή ομοιότητα με τον αδελφό του, που ήταν από τους μεγάλους ευεργέτες και ιδρυτές του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Τον είδα σε μια ελαιογραφία του ζωγράφου Δούκα που βρίσκεται στο γραφείο του πρυτάνεως, μερικά χρόνια μετά τη γραφή του μυθιστορήματος. Βλέπετε, αυτές οι ιστορίες δεν σταματάνε σε μια συγκεκριμένη αίσθηση, αλλά συνεχίζονται στο μέλλον».

Τι ρόλο παίζει η καταγωγή ενός συγγραφέα στη γραφή του; «Πολύ μεγάλο, κυρίως όταν ωριμάζει κανείς. Τουλάχιστον, έτσι έχει συμβεί με μένα. Δεν είναι όλα μου τα βιβλία για την Κρήτη, έχω δουλέψει και με τις Σπέτσες και με την Πάτρα, όπου έχω ζήσει πολλά χρόνια και την αγαπώ πολύ. Μ΄ενδιαφέρει, μπορώ να πω, ο διάλογος ανάμεσα σε περιφερειακές ισχυρές μονάδες και στο κέντρο των πραγμάτων, που είναι η Αθήνα».

Στην Κρήτη τα πράγματα είναι διαφορετικά. «Η Κρήτη έχει πολύ έντονη παράδοση, λόγω της ιστορίας της. Της μεγάλης διάρκειας της Βενετοκρατίας, αλλά και η Τουρκοκρατία εκεί συνεχίστηκε περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, κάτι που προφανώς διαμόρφωσε συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν θαυμάζουμε, όμως, την Κρήτη χωρίς επιφυλάξεις. Αντιθέτως, προσπαθώ να παρέμβω στην εύκολη, τουριστική πρόσληψή της και να εισχωρήσω βαθύτερα, δουλεύοντας πάνω στους άγραφους νόμους, στις συγκρούσεις, στις νοοτροπίες. Πρέπει να πω κάποια πράγματα, έχοντας ζήσει εκεί και ανήκοντας σε μια γενηά, η οποία ακούμπησε τόσο στον προφορικό πολιτισμό, όσο και στο σύγχρονο αστικό».

Αυτή την τουριστική εικόνα οι Κρήτες δεν τη φτιάχουν; «Ασφαλώς. Καλλιεργούν μια άσχημη εικόνα, όταν επικαλούνται δήθεν την τουρκοκρατία που είχαν όπλα, για να έχει ο καθένας από τρία καλάσνικωφ _έτσι λένε τουλάχιστον σε ορισμένους τόπους, όχι παντού_ και όλα αυτά δεν μου αρέσουν. Και το όπλο είναι ένα ανδρικό προνόμιο _εκτός των άλλων. Δεν έχω ακούσει για γυναίκες να έχουν όπλο. Αυτό δείχνει και μια διαστρωμάτωση εσωτερική στην αγροτική κυρίως οικογένεια και κοινωνία».

Είναι πολύ άνιση η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα; «Στο Ηράκλειο νομίζω δεν υφίσταται _από ανθρώπους τουλάχιστον καλλιεργημένους. Παρόλα αυτά έχω τρομάξει και με ορισμένους από την πόλη του Ηρακλείου για τις απίστευτες μεσαιωνικές τους αντιλήψεις, παρά την αστική τους επιφάνεια. Φαίνεται όμως, ότι σε ορισμένες οικογένειες και τόπους, αυτή η άνιση σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, υπάρχει».

Μήπως ένοιωθε εγκαταλειμένη από την Αθήνα η Κρήτη και όταν απέκτησε δύναμη και επάρκεια οδηγήθηκε σε μια ιδιότυπη συμπεριφορά; «Σε αυτές τις νοοτροπίες παίζει πάντα ρόλο και η οικονομική κατάσταση ενός τόπου και ο τρόπος που βγαίνουν τα λεφτά. Τα παραδείγματα που ακούστηκαν τελευταία στην Κρήτη είναι χαρακτηριστικά ως προς αυτό, η δε παρανομία δείχνει μία βίαιη μετάβαση από μία κοινωνική δομή στην άλλη. Αυτή η βίαιη μετάβαση τρέφει, εκτός των άλλων, το βαθύ συντηρητισμό κάποιων τοπικών κοινωνιών».

Οδηγούν και σε μια ανελευθερία έκφρασης; «Φυσικά! Αλλά η ανελευθερία έκφρασης είναι στο εποικοδόμημα. Τα φαινόμενα λογοκρισίας πληθαίνουν ραγδαία και είναι πολύ ανησυχητικό για τη λεγόμενη σήμερα δημοκρατική Ελλάδα».

Πού στηρίζετε αυτό που λέτε; «Πρόσφατα αποσύρθηκε το βραβευμένο βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου ‘Ζιγκ ζαγκ στις κερασιές’ από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Το κυριότερο είναι το σκεπτικό του δικαστή, που αντιστοιχούσε στις πιο συντηρητικές περί τέχνης και περί ζωής απόψεις και το ότι η δίωξη ξεκίνησε από ακροδεξιούς κύκλους. Είναι παρήγορο τουλάχιστον ότι κάποιοι υπογράψαμε ένα κείμενο διαμαρτυρίας. Η πολιτική εξουσία παίζει τα παιχνίδια της και μερικές φορές υποτάσσεται σε ένα λαϊκίστικο αίτημα λογοκρισίας. Το βρίσκω απαράδεκτο».

Υπάρχει επομένως, μια ασάφεια ως προς την αντιμετώπιση της τέχνης; «Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε καμία κοινωνία. Ολα συμφύρονται και δημιουργείται κάποια ανασφάλεια. Πίσω από τις δικαιολογίες ότι προσβάλλονται τα σύμβολα του έθνους και της θρησκείας ή παραβιάζεται η εθνική συνείδηση ή η πολιτική ορθότητα _πρόσφατο παράδειγμα το βιβλίο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης για τον διαπρεπή μαθηματικό Κ. Καραθεοδωρή_, υπάρχει μία εξαιρετικά μυωπική αντίληψη για την ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Εκεί φαίνεται τι σημαίνει σήμερα Ευρώπη και δημοκρατική χώρα μέσα στην Ευρώπη».

Εσεις έχετε νοιώσει ποτέ λογοκριμένη; «Να σας το πω αλλιώς. Νομίζω ότι επειδή δεν λογόκρινα κάποια νέα στοιχεία που άλλαζαν την επικρατούσα άποψη για ένα ιστορικό γεγονός, βρέθηκα αντιμέτωπη με μια συκοφαντική εκστρατεία. Εμμεση λογοκρισία ήταν επίσης, ότι έγιναν πολλές προσπάθειες να ακυρωθούν προγραμματισμένες παρουσιάσεις, να επηρεαστούν εναντίον μου ομιλητές, να απειληθούν έως και επεισόδια σε διάφορες εκδηλώσεις. Μιλάμε για μια κοινωνική λογοκρισία, η οποία παράγεται μέσα από ένα συγκεκριμένο αναχρονιστικό σύστημα νοοτροπιών και ιδεών. Και όλα αυτά είναι, προφανώς, άτυπα».

Τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης; «Με ανησυχεί πολύ το φαινόμενο και στην Ευρώπη, μετά τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ στη Δανία και το σάλο που σηκώθηκε. Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε την επόμενη ημέρα, όλες οι ευρωπαϊκές εφημερίδες να τα αναδημοσιεύσουν. Εφόσον ζει κανείς στην Ευρώπη, οφείλει να σέβεται τους ιδρυτικούς κοινωνικούς κανόνες της, οι οποίοι μιλούν για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, μέσα πάντα στα συνταγματικά πλαίσια κάθε κράτους. Και δεν νομίζω ότι κάθε θρησκευόμενος μουσουλμάνος είναι φανατικός, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά το θέμα είναι ότι παίζονται πολιτικά παιχνίδια που εκφράζουν συγκεκριμένες κι επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων. Δεν λύνονται τα προβλήματα με το φανατισμό και την προσπάθεια διχασμού».

Από την άλλη, έχουμε την απίστευτη ελευθερία του Ιντερνετ όπου μπορείς να κατεβάσεις τα πάντα. «Αυτό δεν αφορά όλη την κοινωνία, καθώς δεν νοείται κοινωνία χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις της. Είναι ένα καζάνι που βράζει. Από την άλλη, στα μπλόγκ κάποιοι γράφουν τη γνώμη τους ανώνυμα ή ψευδώνυμα και αυτό είναι έκφραση θρασυδειλίας. Οπως επίσης πιστεύω ότι για να κρίνεις ένα βιβλίο πρέπει να το έχεις διαβάσει. Εχουμε παραδείγματα κριτικών που επαίρονται κατ΄ιδίαν ότι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το οποίο γράφουν κριτική και μάλιστα λιβέλλους».

Η σωστή κριτική βοηθά; «Πάρα πολύ. Οι καλοί κριτικοί επικοινωνούν με το βιβλίο, συστηματοποιούν τα πράγματα, αλλά είναι ελάχιστοι αυτοί. Ενα χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ο καθένας ανώδυνα και ανεπαίσχυντα θεωρεί τον εαυτό του είτε συγγραφέα είτε κριτικό. Και το να γράφεις ένα βιβλίο, είναι δικαίωμά σου, μπορεί νάναι και η ‘τρέλα’ σου. Το να θεωρείς, όμως, τον εαυτό σου κριτικό είναι χειρότερο, γιατί είναι μία δευτερογενής δουλειά και μια άσκηση εξουσίας. Και κάθε κριτικός δεν μπορεί να συνομιλήσει με το κάθε έργο. Πρέπει το μήκος κύματος του συγγραφέα και του κριτικού κάπως να συμπίπτουν. Μπορεί, λόγου χάρη, ένας κριτικός να μην έχει καμία ιστορική γνώση και να μη μπορεί να καταλάβει ένα έργο που στηρίζεται στην ιστορία».

Μια που μιλήσαμε για την Ευρώπη, τι σκέφτεστε για την ονομασία της Fyrom; «Δεν έχω άποψη συγκεκριμένη αλλά το όνομα υπάρχει ιστορικά. Αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Κακώς άνοιξε το θέμα, δεν έπρεπε, ας βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Προφανώς είμαι κατά κάθε φανατικής εκδήλωσης, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται».

Από όσα μου έχετε πει, αποκομίζω την εντύπωση ότι αγαπάτε πολύ αυτόν τον γεωγραφικό αλλά και τον ανθρώπινο τόπο, που λέγεται Ελλάδα. Με ό,τι συνεπάγεται. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω μεγάλα διαστήματα εκτός. Στη δικτατορία, όταν είχα πάρει το πτυχίο και θα το μπορούσα, ήμουν χαρακτηρισμένη και δεν είχα διαβατήριο. Αργότερα, έμεινα ένα σχεδόν χρόνο στη Νέα Υόρκη, με τον Ηλία Κούβελα, τον άντρα μου. Την αγαπώ πάρα πολύ την Ελλάδα, αλλά ‘αγαπώ’ δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή. Σημαίνει αναζήτηση και δύσκολες ισορροπίες».

Εχετε νοιώσει ποτέ, ξένη σε αυτή τη χώρα; «Κάθε ευαίσθητος Ελληνας θα έχει νοιώσει ξένος και όχι μόνο για μια στιγμή...».

Και θυμωμένη; «Φυσικά. Τελευταία είχε γίνει και η σιωπηρή διαδήλωση ανθρώπων της τέχνης προς το υπουργείο Πολιτισμού, κάτω από τον τίτλο ‘Θυμωμένη Τέχνη’. Θυμωμένη ήμουν κυρίως μέσα στη δικτατορία. Πρέπει να βάζουμε δύσκολα ερωτήματα για να εξάγουμε κι ένα βαθύτερο συμπέρασμα, ακόμα και περί θυμού».

Διαβάζοντας βιογραφικά στοιχεία σας, σταματώ σε δύο: αγώνας κατά της δικτατορίας και, δυο φορές απαχθείσα. «Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, πιάστηκα από την Ασφάλεια δυο φορές, άλλοι άνθρωποι υπέστησαν απείρως περισσότερα. Συμμετείχα σε πλήθος αντιδικτατορικών πράξεων, αλλά κυρίως συμμετείχα μέσω άρθρων, εκδηλώσεων, υπογραφών... Το γεγονός ότι ο τότε σύζυγός μου, Νίκος Γιανναδάκης, ήταν πολιτικός κρατούμενος ως ταγός του Ρήγα Φεραίου, της πρώτης φοιτητικής αντιδικτατορικής οργάνωσης, δεν μου επέτρεπε και περισσότερα. Οσο για τις απαγωγές, ναι, κλεφτήκαμε με τον Νίκο Γιανναδάκη, το γνωστό και αργότερα διαπρεπή έφορο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης στο Ηράκλειο, που πέθανε το 1998. Εμεινε στη φυλακή πεντέμιση χρόνια. Χωρίσαμε μετά την αποφυλάκισή του, αλλά μείναμε φίλοι».

Και πώς έγιναν οι απαγωγές; «Οταν έγινε η δικτατορία ήμασταν φοιτητές και οι δυο. Θέλαμε να παντρευτούμε, οι γονείς μου δεν το επέτρεπαν, γι αυτό έγινε η πρώτη απαγωγή στην Αθήνα_βλέπετε πώς λειτουργούσαν τα στερεότυπα ακόμα στη δική μας τη γενηά, επειδή βγαίναμε κι εμείς από εποχές άλλες. Τελικά, μας έπεισαν οι δικοί μου να κατεβούμε στην Κρήτη και να μας στεφανώσουν, αλλά, αντί γι αυτό, άρχισαν τα αντικομμουνιστικά κυρήγματα. Ετσι, ξανακλεφτήκαμε και στεφανωθήκαμε».

Μια ζωή με πάθη; «Πάθη που ευτυχώς ήταν και είναι πολλά. Πάθος για τη ζωή, για τη δημιουργία, αλλιώς κανείς νεκρώνεται. Παθιάζομαι, λόγου χάρη, όταν βρίσκω τα πρόσωπα παλαιών ανθρώπων, για τους οποίους γράφω. Και τα κρατώ στο γραφείο μου. Το πρόσωπο είναι ένα τοπίο, έχει διάσταση χωρική».

Και με φόβους; «Φοβίες έχουμε όλοι. Ο φόβος παλεύεται. Στη δικτατορία που έπρεπε να δουλέψω κάποτε παράνομα το βράδυ και φοβόμουν, είπα ότι θα τον πολεμήσω το φόβο μου και ήταν εμπειρία σημαντική. Ο φόβος είναι κάτι με το οποίο συνομιλείς. Και στο θάνατο πρέπει να φτάσει συμφιλιωμένος, αν είσαι ευδαίμων και δεν έχεις μείνει στη μέση».

Ο θάνατος δεν είναι πιο κοντά στη ψυχολογία της γυναίκας; «Είναι διαφορετική η ιδέα του θανάτου, τουλάχιστον παραδοσιακά, στον άντρα και στη γυναίκα. Ο άντρας είχε συχνά το θάνατο στη μάχη, το θάνατο των όπλων, που είναι συγκρουσιακός, εξωστρεφής, δημόσιος, ηρωϊκός. Η γυναίκα ασχολιόταν μέσα στο σπίτι με τον ασθενή και με τις τελετουργίες του θανάτου, με τον εσωστρεφή και συχνά γαλήνιο θάνατο άλλων, ή το δικό της, τον αντιηρωικό θάνατο. Γι αυτό και είμαστε πιο συμφιλιωμένες οι γυναίκες με ολόκληρο τον κύκλο της ζωής».
ΒΗΜagazino, τ. 405, σελ. 26-32, 20/7/2008
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση