Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Η συμφωνία των ονείρων

Του Κώστα Κατσουλάρη  

Ο Νίκος Θέμελης είναι ένα φαινόμενο για τα εκδοτικά πράγματα της τελευταίας δεκαετίας, μια και με τα έξι + ένα μυθιστορήματά του είναι ο συγγραφέας που συγκίνησε περισσότερο το αναγνωστικό κοινό από τη μεταπολίτευση και μετά (η έτερη συγγραφέας με παρόμοια ανταπόκριση είναι η «ελαφριά» Λένα Μαντά). Η άνοδός του στο λογοτεχνικό στερέωμα, που στέφθηκε μάλιστα με δύο βραβεία  την ίδια χρονιά, το ένα Κρατικό, τον βρήκε στο απόγειο της σχέσης του με την εξουσία, ως σύμβουλο του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Για το αν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα σε αυτά τα δύο δεδομένα, δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Ας σημειωθεί πάντως ότι είναι ίσως ο μοναδικός στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη το όνομα του οποίου δεν ενεπλάκη ποτέ σε κάτι μεμπτό ή άηθες. Κι αυτό, για κάποιον που υπήρξε τόσο κοντά στην εξουσία, και μάλιστα σε περίοδο «παχιών αγελάδων» (αυτή ήταν τουλάχιστον η εντύπωση τότε), δεν είναι αμελητέο.
Από συγγραφικής άποψης αυτό που διακρίνει το τελευταίο του βιβλίο είναι ότι, από πλευράς δομής, δεν είναι ένα κλασικό μυθιστόρημα. Παρότι εκ των υστέρων οι τέσσερις νουβέλες που συναπαρτίζουν τη «συμφωνία» μπορούν να ενοποιηθούν σε μια ενιαία αφήγηση, στην πράξη εμφανίζονται αυτοτελείς αφηγηματικά και νοηματικά. Κάθε μία, αναλαμβάνει να «φωτίσει» μια συγκεκριμένη πλευρά της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, ξεκινώντας από τα χρόνια του Εμφυλίου (1947) και φτάνοντας μέχρι τη σύγχρονη εποχή (1990). Στην πρώτη ιστορία, που εικονοποιεί την πλευρά των «κακών», ο κεντρικός χαρακτήρας, η κυρία Μαριάνθη, είναι αρνητικός. Συγκεντρώνει πάνω της όλα τα αρχαϊκά στοιχεία της παλιάς και κλειστής στον εαυτό της Ελλάδας, που θέλει να αναπαράγει την εξουσία της αυτάρεσκα μέσα από ανορθολογικές δοξασίες (η Μαριάνθη χρησιμοποιεί τον Ονειροκρίτη για να ερμηνεύει τα όνειρά της, τα οποία στη συνέχεια λαμβάνει υπόψη της στις αποφάσεις της).
Οι υπόλοιπες τρεις ιστορίες συμπληρώνουν το παζλ της μεταπολεμικής Ελλάδας: Το δεύτερο «όνειρο» είναι από τη μεριά των θυμάτων της Ιστορίας∙ το τρίτο, από τη μεριά της γενιάς εκείνης που επιχείρησε να ρευστοποιήσει προς όφελός της τις αδικίες, ενώ στο τέταρτο «όνειρο» το λόγο παίρνουν όλοι όσοι αγωνίζονται για την επικράτηση του ορθολογισμού και της δημοκρατίας.
Τα βιβλία του Νίκου Θέμελη αποτελούν εικονοποιήσεις, εκδραματίσεις ιδεολογικών θέσεων, μέσα από πρόσωπα-φορείς ιδεών ή συνθηκών που ως σκοπό έχουν να διδάξουν παρά να προκαλέσουν αισθητική συγκίνηση. Ο ίδιος έχει στέρεες πολιτικές απόψεις, καθώς και βιώματα που μπορούν να τις υποστηρίξουν μυθοπλαστικά. Ενδεχόμενες αντιρρήσεις σε σχέση με τη λογοτεχνική εμβέλεια των βιβλίων του είναι, όπως είθισται να λέμε, «ψιλά γράμματα», κι αφορούν ένα ούτως ή άλλως διαρκώς συρρικνούμενο κοινό.

Ο καθρέφτης του Κουμανταρέα...

Της Μικέλας Χαρτουλάρη   
«Βρίσκω εξαιρετικά υγιές να μη σου αρέσει κάτι που θεωρείται ή είναι όντως σπουδαίο (...). Εγώ λ.χ. απεχθάνομαι τον Μπατάιγ, πλήττω αφόρητα με τον Μπουκόφσκι και τα έργα του Μαρκήσιου Ντε Σαντ μού είναι προσβάσιμα μόνο στον βαθμό που με έλκει η προσωπικότητα του συγγραφέα τους (...). Ομως υπάρχουν και μερικά εμβληματικά έργα που δεν διάβασα καθόλου: το Πόλεμος και Ειρήνη , μολονότι λατρεύω τον Τολστόι, ή τους Δαιμονισμένους , μολονότι έχω διαβάσει ακόμη και τα πιο μικρά κείμενα του Ντοστογιέφσκι (...). Η ανάγνωση είναι μια απόλαυση, και σαν όλες τις απολαύσεις έχει τις διαστροφές της. Εξάλλου, ζούμε μέσα σε αντιθέσεις και μέσα από αυτές ολοκληρωνόμαστε». Ο Μένης Κουμανταρέας είναι από τους ελάχιστους έλληνες συγγραφείς που ρισκάρουν να εκτεθούν δημόσια (και να κριθούν) εκφράζοντας αρέσκεια ή απαρέσκεια για ομοτέχνους τους. Ακόμα κι όταν καλείται να προλογίσει κάποιο βιβλίο φίλου, καταφέρνει να είναι ειλικρινής χωρίς να κάνει εκπτώσεις, ούτε να σχετικοποιεί τις απόψεις του. Ετσι, κερδίζει τον ακροατή του και εδραιώνει με το κοινό του μια επικοινωνία γόνιμη, η οποία «τρέχει» παράλληλα με τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του (ή τις μεταφράσεις) που μισόν αιώνα τώρα ανατέμνουν την έννοια της φθοράς στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες. Απόδειξη το καινούργιο - εικοστό- βιβλίο του, η Ξεχασμένη φρουρά (Καστανιώτης) που αντικατοπτρίζει την αυτοπροσωπογραφία του, μέσα από 34 εξομολογητικά και σχολιαστικά κείμενα γραμμένα κατά παραγγελία την τελευταία δεκαετία. Η θέρμη και η γενναιοδωρία του αριστερού και κοσμοπολίτη Τσίρκα «που δημιουργούσε γύρω του μιαν ατμόσφαιρα ερωτική» και τού βρήκε στα 35 του εκλεκτό εκδότη (τον Κέδρο)· ο «μακρινός και βαρύς Σεφέρης» όταν ετοιμαζόταν η αντιστασιακή έκδοση των 18 Κειμένων · οι διόσκουροι ποιητές Κοντός και Νιάρχος που «στο στόμα τους το χυδαίο κουτσομπολιό γίνεται υψηλή τέχνη και δαντέλα»· η δαιμονική ελληνική πραγματικότητα όπως την είδε ο Καραγάτσης μέσα από τα μάτια δυο ξένων, του Λιάπκιν και του Γιούγκερμαν· η «σκληρότητα και η αναλγησία απέναντι στους απόκληρους της ζωής» που διατρέχει το έργο του αγαπημένου του Μέλβιλ· η προφορικότητα της γλώσσας του Ταχτσή στο Τρίτο στεφάνι που είναι «αποτέλεσμα επίπονης επεξεργασίας» κ.ο.κ. Ολοι και όλα γίνονται εδώ η αφορμή να εξηγήσει τα πιστεύω του και να θέσει καίρια ζητήματα που αφορούν τη στάση ζωής των ανθρώπων του πνεύματος και τη λογοτεχνία.

Ένα τραγούδι είναι ικανό ...

 
Νορβηγικό δάσος του Χαρούκι Μουρακάμι
γράφει η Έφη Χ. Μαυροπούλου

Ένα τραγούδι είναι ικανό να τον γυρίσει πίσω σχεδόν είκοσι χρόνια και να τον κάνει να θυμηθεί τον πρώτο του έρωτα τη Ναόκο, το κορίτσι του καλύτερού του φίλου. Με αφορμή το τραγούδι των Beatles “Norwegian Wood” ο αφηγητής Τόρου Βατανάμπε θα μεταφερθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όταν ακόμα ήταν φοιτητής στο κολέγιο.
Θα ξεκινήσει από κει και θα δει καρέ- καρέ τη νεανική του ζωή μέχρι το Πανεπιστήμιο να περνά από μπροστά του. Αναπολεί τα χρόνια της πρώτης του νιότης, τους πρώτους έρωτες και τις εφήμερες περιπέτειες. Τότε που σαν φοιτητής έψαχνε και ψαχνόταν άλλοτε ανέμελα χωρίς σκοπό και άλλοτε καθοδηγούμενος από προβλήματα και αναζητήσεις, σχετικά με τη φιλία, τον έρωτα, το θάνατο.
Όλα τα γεγονότα εκτυλίσσονται με τον θάνατο να πρωταγωνιστεί κάποιες φορές άμεσα, όταν βιώνει την αυτοκτονία δικών του ανθρώπων και άλλοτε σε ένα πιο ουδέτερο επίπεδο, όταν έχει συνάντηση με έναν ουσιαστικά άγνωστο ετοιμοθάνατο. Ο θάνατος για το Μουρακάμι διαδραματίζει σημαντικό και ιδιαίτερο ρόλο. Γι’ αυτόν ο θάνατος δεν είναι ξεκομμένος από τη ζωή. Άλλωστε, είναι γνωστή η θεματική εμμονή του Μουρακάμι με την απώλεια. Η ιδιαιτερότητα όμως, είναι ότι για το συγγραφέα ο θάνατος υπάρχει όχι ως αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Πιστεύει ότι ζώντας καθένας τη ζωή του τρέφουμε το θάνατο και δεν υπάρχει καμιά αλήθεια που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Απλώς μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτό, γιατί η ζωή όπως λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά μέσα από τη φωνή της φίλης του Μίντορι είναι σαν ένα κουτί σοκολατάκια. Στην αρχή τρως αυτά που σου αρέσουν και στο τέλος σου μένουν τα άλλα που δε σου αρέσουν καθόλου. Τα τρως όμως για να ξεμπερδεύεις.
Σε όλες αυτές τις πικρές στιγμές της ζωής αντίδοτο είναι η φιλία, ο έρωτας και οι σεξουαλικές συνευρέσεις.
Ο Μουρακάμι χρησιμοποιεί πρώτο πρόσωπο, με μια αφήγηση εσωτερική σαν να διαβάζεις τις κρυφές σκέψεις από κάποιο ημερολόγιο. Περιγράφει, και κάθε φορά που περιγράφει θυμάται και άλλες λεπτομέρειες. Παρουσιάζει γεγονότα και συναισθήματα με ψυχραιμία και ωριμότητα - με την ωριμότητα που σου δίνει η απόσταση του χρόνου. Και πάντα με μουσική υπόκρουση βαθιά επηρεασμένος από τα δυτικά ακούσματα της εποχής που περιγράφει.
Ανάλογα με τις αναμνήσεις που εξιστορεί αλλάζει και η γλώσσα του. Τρυφερή όταν αναπολεί έρωτες και σκληρή όταν θυμάται γεγονότα που τον πλήγωσαν. Ένα παραμένει σταθερό σε όλο το κείμενο, μια υποδόρεια λύπη για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της ζωής, τα σημαντικά και τα ανούσια. Γιατί με το πέρασμα του χρόνου αυτά που νόμιζες σπουδαία ή αδιάφορα, τραγικά ή καταπληκτικά είναι απλώς γεγονότα. Ενώ τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν ερωτήματα.
Η μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου αποτυπώνει την ευαισθησία και την εσωτερικότητα του συγγραφέα.
Ο Μουρακάμι με υπαρξιακές αναζητήσεις και φιλοσοφική προσέγγιση, μιλά για τον έρωτα, τη φιλία, το θάνατο, με ρεαλισμό και ουσία δημιουργώντας πλούτο συναισθημάτων.
Έτσι, καταφέρνει με ένα συνηθισμένο θέμα ,με πολλές παράλληλες ιστορίες με αρκετές κοινοτυπίες, να κρατήσει τον αναγνώστη δέσμιο του μέχρι την τελευταία σελίδα.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε πρόσφατα στην μεγάλη οθόνη από τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Τραν Αν Χουνγκ και παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Χαρούκι Μουρακάμι, Νορβηγικό Δάσος, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Ωκεανίδα


www.critique.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση