Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία

Της σποράς της μαύρης όργωμα
Δημήτρης Γεωργάς
Η ιστορία του μυθιστορήματος «Της σποράς της μαύρης όργωμα», αρχίζει να ξετυλίγεται απο τις αρχές του 19ου αιώνα και καταλήγει στο τέλος του. Μία ιστορία με αφάνταστη πλοκή και δράση, με απαράμιλλη περιγραφική διείσδυση με ενδιαφέρουσες κλιμακώσεις, με δυνατούς χαρακτήρες.
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία με κεντρική ηρωίδα την Αρετή, μία αγέρωχη, γοητευτική και μοιραία γυναίκα που ακολουθεί τις συνέπειες της παιδικής αιμομικτικής σχέσης της.
Είναι μία τραγική γυναίκα, αδελφή, μάνα, που ακολουθεί το πεπρωμένο του «αμαρτήματος» της, χωρίς να μπορεί να κλείσει τα μάτια στην πραγματικότητα, σ' αυτά που της συμβαίνουν.
Μια γυναίκα που δεν μπόρεσε, δεν ευτύχησε να κρατήσει τον έρωτα που πάντα επιθυμούσε και πάντα ήταν έτοιμη να θυσιαστεί γι’ αυτόν, πληρώνει το μεγάλο λάθος.
Πρώτη εμφάνιση, στα ελληνικά γράμματα, του Δημήτρη Γεωργά με το μυθιστόρημά του, που είναι ένα μέρος μιας συγκλονιστικής τετραλογίας ανεξαρτήτων βιβλίων που συνδέονται μεταξύ τους με μια πολύ λεπτή κλωστή, με κύριο θέμα της τις συνέπειες μιας αιμομικτικής σχέσης.
Η όλη ιστορία διαδραματίζεται απο τις αρχές του 19ου αιώνα και φθάνει μέχρι τις μέρες μας ακολουθώντας εφτά γενιές απογόνων, σαν κατάρα αίματος. Η μοίρα ορίζει να κρατάει για εφτά γενιές η κατάρα που ακολουθεί τα αιμομικτικά ζευγάρια, και τα ιατρικά στοιχεία συγκλίνουν, πως η ασθένεια που έχει ονομαστεί Χορεία του Huntington και που πλήττει τα αιμομικτικά ζευγάρια, κρατάει εφτά γενιές!

Βιβλιο-κριτική του "Μην παίρνεις κι όρκο στον έρωτα..."

από την ΡΙΤΑ ΓΚΟΥΡΓΚΟΥΛΑ, στην εφημερίδα η ΓΝΩΜΗ της Άρτας.
Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010 στις 10:29 μ.μ.
" Το λογοτεχνικό αριστούργημα της Κατερίνας Παπανικολάου πρόκειται καθαρά για ένα βιβλίο με γυναικεία σύγχρονη ψυχή και παλμό. Σαν ένα αεράκι φρέσκου ανέμου η ιστορία κυλάει και τελειώνει πριν καν το καταλάβει κανείς, ενώ στο μεταξύ έχει ζήσει το απόλυτο πάθος, το ψέμα, την προδοσία, έχει κλάψει και έχει γελάσει με μαύρο δάκρυ και όλα αυτά μέσα στις 319 σελίδες του.
Η γραφή της συγγραφέα ρέει σαν γάργαρο νερό -αγόγγυστα- και συνεπαίρνει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου της. Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, γλυκιά και αυθόρμητη βλέπει τον κόσμο από τη δική της ματιά. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την ιστορία μέσα από τα δικά της μάτια, αλλά δεν στερείτε και γεγονότων που συμβαίνουν στις ζωές των άλλων μελών της παρέας, αφού συχνά μέσα στην ιστορία ακολουθούμε τη ροή των πραγμάτων μέσα από τα μάτια των υπολοίπων. Ενώ όλα βαίνουν καλώς στην αρχή της ιστορίας σύντομα βλέπουμε όλες τις ζωές των ηρώων να παίρνουν την κατηφόρα. Σε όλους ξαφνικά έρχεται η ζωή τους τα πάνω κάτω…
«…Μάλιστα. Ο απολογισμός άλλης μας μέρας από τη ζωή μου ήταν για άλλη μια φορά απλά συγκλονιστικός:
Η Μαριλού ήταν αδικαιολόγητα δυστυχισμένη.
Ο Άρης ήταν αδικαιολόγητα έξω φρενών.
Η μητέρα μου ήταν αδικαιολόγητα τρελή.
Οι φίλες μου είχαν μια αδικαιολόγητα έντονη διαμάχη.
Κι εγώ είχα μια αδικαιολόγητα κακή διάθεση και ένα αδικαιολόγητα άσχημο προαίσθημα.
Πανηγυρικό συμπέρασμα;
Η ζωή μου ήταν αδικαιολόγητα μίζερη και άδεια.
Μάλλον ήταν η ώρα για αλλαγές.
Ή, έστω, για ένα ακόμα σοκολατάκι.
Δικαιολογημένα…»
Η ιστορία δεν μας πάει και πολύ μακριά, μόλις στη σύγχρονη Αθήνα με τους γρήγορους ρυθμούς της. Η Έλενα, σύγχρονη, γλυκιά σαν κάθε νέα κοπέλα με την δουλειά της απόλυτα επιτυχημένη πιστεύει πως αν κρατηθεί μακριά από τους άνδρες θα φτάσει στην απόλυτη ευτυχία. Συγχρόνως βλέπουμε τις δυο κολλητές της φιλενάδες τη Σοφία… παντρεμένη από τα…τρία και την Τάνια αμετανόητη εργένισσα στο απόγειο της επαγγελματικής της καριέρας αλλά και την ίδια να έρχονται οι ζωές τους τα πάνω κάτω και να καταστρέφονται όλα μέσα σε μια νύχτα. Τι κάνεις τότε; Πώς πρέπει να δράσει κανείς για να μπορέσει να περισώσει τουλάχιστον την υπερηφάνεια του; Πόσους όρκους πρέπει να δώσεις στον έρωτα; Ή αν εσύ είσαι αυτή που θα ακούσει τα μεγάλα λόγια του έρωτα μήπως πρέπει να κλείσεις τ’ αυτιά σου;
Η Έλενα συναντά ξανά τον άνδρα που την είχε συγκλονίσει χρόνια πριν και καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν τον είχε ξεπεράσει -όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και ο νέος της διευθυντής. Ίντριγκες και μυστικά βρίσκονται σε κάθε γωνία, και τυφλά ραντεβού που αποτυχαίνουν οικτρά, αλλά και κρυφά ραντεβού θα είναι μερικά από τα γεγονότα τους επόμενους μήνες της ζωής της. Μέσα σε όλα αυτά οι κολλητές της περνάνε τη δική τους «κόλαση» και οι δυο της συνάδελφοι μοιάζουν σαν να πρόκειται να δημιουργήσουν τη δική τους σικελιάνικη βεντέτα μέσα στο σταθμό. Και το κερασάκι στην τούρτα θα είναι η προδοσία του μεγάλου της έρωτα… ή μήπως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι;
Έντονο χιούμορ και αναπάντεχες ανατροπές είναι τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας που μας διηγείται η συγγραφέας. Στιγμές γεμάτες πάθος εναλλάσσονται με σκηνικά γεμάτα γέλιο μέχρι δακρύων, ενώ η συγγραφέας βγάζει έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη με την αναπάντεχη πένα της.
Η Κατερίνα Παπανικολάου ξέρει να μιλάει για την αγάπη και χειρίζεται όλες τις καταστάσεις όπως ο μαέστρος την ορχήστρα του. Η ιστορία ρέει τόσο άνετα που θα νόμιζε κανείς ότι ακούμε τις τελευταίες εξελίξεις της ζωής μιας φίλης μας στο μπαλκόνι παρέα με τον καφέ. Με απόλυτη σιγουριά το βιβλίο αυτό συστήνεται για όσες χρειάζονται λάμψεις χιούμορ για το σαββατοκύριακο."

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 1

Είμαι στην πολύ ευχάριστη θέση να αναρτήσω στο blog μας κεφάλαια από το νέο - ακυκλοφόρητο βιβλίο του Λάκη Φουρουκλά.
Καλή επιτυχία!!!!!

Όλα άρχισαν απ’ τον καιρό που ήμουνα μικρή, μια στάλα στον ωκεανό της ανθρωπότητας, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα πεισματικά να μεγαλώσω. Έτσι απλά, πάντα σαν παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, την υψηλή μας τάχα κοινωνία, τις αναγκαίες λυκοφιλίες, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στους κύκλους μας, χαρίζοντάς μας παροδικές στιγμές ευχαρίστησης και γεμίζοντας τις τσέπες των έμπορων και τα ταμεία των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Τότε ακριβώς, που βούλιαζα ανατέλλοντας, ήταν που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού ήταν σα να μην ανήκε εκεί. Εκεί που ήμασταν εμείς δηλαδή. Σ’ εκείνο το μεγάλο πανεπιστήμιο όπου τα καλομαθημένα πλουσιόπαιδα ήταν η πλειοψηφία, κι αυτά που όριζαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτουνού, του μετεωρίτη στη δική μας πραγματικότητα, δεν ήτανε το χρήμα και οι αόρατοι γονείς-προστάτες που του άνοιξαν το δρόμο, αλλά η σκληρή δουλειά κι η θέληση για μάθηση, η αφοσίωση σ’ ένα όνειρο που απαιτούσε μεγάλες κι ατελείωτες θυσίες για να βγει αληθινό, οι σχεδόν απάνθρωπες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε, οι οποίες τον έκαναν περισσότερο άνθρωπο απ’ τον καθένα μας. Όπως θα μου έλεγε στο σύντομο μέλλον η λειψή υποτροφία που διέθετε δεν ήταν αρκετή για να τον κρατήσει εκεί, έτσι για να τα φέρει βόλτα έκανε δουλειές του ποδαριού εφτά μέρες τη βδομάδα – τρέχοντας ουσιαστικά απ’ τη σχολή στη δουλειά, κι απ’ τη δουλειά στη σχολή ξανά και ξανά, χωρίς καμία ανάσα. Κι όμως πάντα χαμογελούσε. Αυτό ακριβώς, το χαμόγελό του, ήταν που με προσέλκυσε σ’ εκείνον, που μ’ έκανε δίχως τύψεις κι ενοχές να ξεφύγω απ’ τη συνεχή πολιορκία και το δίχως τέλος μουρμουρητό των δήθεν φιλενάδων μου. Αλλά και το βλέμμα του. Ένα βλέμμα που έσταζε, κατά κάποιο παράξενο τρόπο, θλίψη και χαρά την ίδια ώρα, ειρωνεία και ζεστασιά, οργή και ευτυχία – ένα βλέμμα που έμοιαζε, όπως αποφάσισα, να είναι αποκλειστικά στραμμένο στο μέλλον. Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα σκοπό στη ζωή του, θυμάμαι σκέφτηκα, την πρώτη φορά που τον πρόσεξα, και μελαγχόλησα. Ένα σκοπό που εγώ δεν είχα ποτέ, αφού το δικό μου μέλλον ήταν προ πολλού αποφασισμένο, ίσως από τότε που πήρα την πρώτη ανάσα μου στον αποστειρωμένο αέρα της κλινικής. Ένιωσα να τον ζηλεύω, έτσι στα ξαφνικά, δίχως να ξέρω τα τι και τα γιατί του, χωρίς να έχω ιδέα ακόμη για τα όσα περνούσε. Ίσως όλα στη ζωή μου να συνέβησαν τελικά βάσει σχεδίου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: για να βρεθώ εκεί εκείνη τη στιγμή, για να τον δω, για να μου κινήσει την περιέργεια, για ν’ αναρωτηθώ επιτέλους για της δικής μου ζωής την ουσία.
Δεν του μίλησα εκείνη την ημέρα -έτσι όπως τον έβλεπα να κάθεται απέναντί μου στην καφετέρια και να διαβάζει, να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο- αλλά ούτε και τις επόμενες. Τι να του έλεγα άλλωστε; Τίποτα! Δεν είχα τι να του πω, δεν ήξερα πώς να του μιλήσω. Εξάλλου, όσο κι αν συχνά-πυκνά σαχλαμάριζα με τ’ άλλα κορίτσια, γλυκές παρενέργειες της νιότης, ήμουν κατά βάθος ντροπαλή, δε θα τολμούσα ποτέ να τον πλησιάσω. Εκτός κι αν παίζαμε Αλήθεια ή Τόλμη. Τότε ίσως και να το έκανα. Δεν παίζαμε όμως έτσι, συνέχισα να τον παρατηρώ, προσπαθούσα να μαντέψω τι σκέφτεται, νοιαζόμουνα να μάθω ποιος είναι, δίχως ποτέ να δείξω ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Αλλά, όπως είπα, ήταν διαφορετικός, ένας ξένος στον κόσμο μας, πώς θα μπορούσα εγώ να εισβάλω στο δικό του; Αν δεν έπαιρνε εκείνος την κατάσταση στα χέρια του, αν δε μου μιλούσε, ίσως να μην τον γνώριζα ποτέ, ίσως να παρέμενε ένα όνειρο της μέρας. Κι αν δεν τον γνώριζα ίσως κι εγώ τώρα να ήμουνα κάποια άλλη, ίσως να ταίριαζα απόλυτα στο καλούπι που είχαν φτιάξει για μένα. Ίσως, λέω.
«Γιατί είσαι πάντα τόσο λυπημένη;» με ρώτησε, ξαφνιάζοντάς με, βγάζοντάς με λες μέσα από ένα όνειρο. Αυτό πρέπει να συνέβηκε δυο βδομάδες μετά. Μετά από την ημέρα που τον πρωτοείδα. Καθόμουνα, όπως και τότε, μόνη σ’ ένα τραπέζι στην καφετερία του πανεπιστημίου και κοιτούσα ένα βιβλίο. Απλά το κοιτούσα, απόλυτα αφημένη και αφηρημένη, δεν το διάβαζα. Στην αρχή πήγα να θυμώσω -ποιος στο διάολο ήταν αυτός και ποιος του έδωσε το δικαίωμα να μου μιλήσει;- αλλά όταν σήκωσα το βλέμμα και τον είδα, άθελά μου χαμογέλασα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή του και μπορώ να πω ότι του ταίριαζε απόλυτα! Τα γκρίζα μάτια του συνέχισαν να με κοιτάνε ερωτηματικά, αλλά όχι πιεστικά, με μια κρυφή λες κατανόηση.
«Δεν ξέρω τι να σου πω», του απάντησα και του πρότεινα καθίσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι αν δεν το έκανα δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα να το ζητήσει ο ίδιος. Κάθισε αμίλητος και άρχισε να με παρατηρεί αδιάκριτα, ακριβώς άλλωστε όπως τον παρατηρούσα κι εγώ. Έμοιαζε λίγο με αγροτόπαιδο, ξέρετε, όπως ο Κλαρκ Κεντ παύλα Σούπερμαν στο Smallville: λίγο εύθραυστος, με μάτια υγρά και φωτεινά και μια μικρούλα ρυτίδα στο μέτωπο, ψηλός και πολύ γεροδεμένος. Φορούσε ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι από το οποίο ξεπρόβαλλαν δύο μπράτσα δυνατά -που σίγουρα δεν ήταν κατασκευασμένα από τους ειδικούς σε κάποιο γυμναστήριο- αδιάψευστοι μάρτυρες μιας δύσκολης ζωής.
«Είμαι ο Άντι», μου συστήθηκε πρώτος.
«Είμαι η Χοπ και είμαι χόπλες», του απάντησα αποτολμώντας ένα αστείο, και χαμογελώντας σχεδόν με συστολή. Γέλασε λίγο. Αλλά αντί να με κάνει να χαλαρώσω το γέλιο του μ’ έκανε να νιώσω αμήχανα, και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Εκείνος όμως μάλλον μπορούσε -ίσως να ήταν το βλέμμα του, το οποίο ένιωθα να με διαπερνάει- και βιάστηκε να μου προσφέρει με μια ερώτηση φαινομενικά αδιάφορη, το διέξοδο που αναζητούσα.
«Τι σπουδάζεις;»
«Διοίκηση επιχειρήσεων. Εσύ;»
«Νομικά. Επιλογή της μαμάς ή του μπαμπά;» Σα να μου φάνηκε λίγο ειρωνική η φωνή του, αλλά το χαμόγελο που τη συνόδευε, κι εκείνα τα μάτια του που έμοιαζαν να στάζουν καλοσύνη, δε μου επέτρεψαν να του κακιώσω.
«Του μπαμπά». Χαμογέλασα σχεδόν ντροπιασμένη, σαν μικρό παιδί, ίσως και να κοκκίνισα κιόλας. Αλλά δεν άργησα να συνέλθω και να τον ρωτήσω: «Η δική σου;»
«Δική μου!»
«Απόλυτα;»
«Απόλυτα. Θέλω κάποια μέρα να το παίξω Ρομπέν των Πολυκατοικιών, αλλά χωρίς τις κλεψιές. Αν δε με καταπιεί το σύστημα δηλαδή. Όπως τόσους άλλους». Έμοιαζε να αυτοσαρκάζεται, αλλά όχι, σοβαρά μιλούσε. Το έβλεπα στα μάτια του που για λίγο σκοτείνιασαν. Εννοούσε αυτά που έλεγε, στο μυαλό μου δε χωρούσε αμφιβολία καμιά.
«Κι οι δικοί σου; Τι λένε αυτοί; Σίγουρα θα προτιμούν να σε δουν ένα πετυχημένο δικηγόρο σε μεγάλη εταιρεία παρά σαν ένα μοναχικό καβαλάρη». Του χαμογέλασα. Και το χαμόγελό μου αμέσως έσβησε.
«Πέθαναν. Ο πατέρας θάφτηκε κάτω από τα πετρώματα ενός μεταλλείου που κατέρρευσε στα Απαλάχια, ενώ η μάνα μου, πέθανε κι αυτή πολύ νέα, από καρκίνο». Τα είπε πολύ απλά αυτά, δίχως να κομπιάσει καθόλου, ίσως και με κάποιου είδους απάθεια. Ή είχε ήδη ξεπεράσει εντελώς τον πόνο, ή απλά ήθελε να τον κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ή, ίσως, να ήταν, στο τέλος της μέρας, πολύ καλός υποκριτής, οπότε κάποτε στο μέλλον θα γίνονταν ένας λαμπρός δικηγόρος.
Του είπα τις σκέψεις μου και γέλασε δυνατά, με την καρδιά του.
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι», παραδέχτηκε αμέσως μετά, «αλλά μάλλον δίκιο έχεις. Δεν είναι ότι δεν πονώ πια -πώς θα μπορούσα άλλωστε να σβήσω τελείως, από μέσα μου, τον πόνο της απώλειάς τους;- αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς να ξοδεύεις μια ζωή θρηνώντας για τα περασμένα. Εξάλλου το χρέος μου…».
Το χρέος του! Άφησε την πρόταση στη μέση -σαν ένα μυστικό που αρνιέται πεισματικά να βγει στο φως- να πλανιέται στον αέρα. Μια αμήχανη σιωπή ήρθε να πάρει τη θέση της, ανάμεσα στα κενά των σκέψεων και τις ανείπωτες λέξεις, αλλά δεν κράτησε για πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε, κάπως σκεφτικός και λυπημένος, για να φύγει λέγοντάς μου ότι είχε δουλειά, αλλά παράλληλα δίνοντάς μου μια υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε.
Τι παράξενος άνθρωπος, σκεφτόμουνα καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται. Στ’ αλήθεια, τι παράξενος! Αλλά μου έδωσε τόση χαρά, με την παρουσία του και μόνο, με τα χαρούμενα και θλιμμένα χαμόγελά του. Το αντιλήφθηκα με έκπληξη αυτό, με μια μικρή δυσκολία το ομολόγησα στον εμβρόντητο εαυτό μου. Ναι, χάρηκα που τον γνώρισα. Χάρηκα πολύ, που μίλησα μαζί του και τον άκουσα, έστω και για τόσο λίγο. Ήταν αλλιώς κι αλλιώτικος αυτός. Ήτανε… Δεν ήξερα τι ήτανε, αλλά θα το μάθαινα σιγά-σιγά, τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, αφού θα μ’ έπαιρνε απ’ το χέρι απαλά και -κάτω από τα απεγνωσμένα μάτια των γνωστών μου- θα μου έδειχνε μια άλλη όψη της ζωής. Εκείνη που τα κανάλια που έβλεπαν οι γονείς μου στην τηλεόραση ποτέ δε μας έδειχναν. Εκείνη που κρυβόταν πίσω από τις φωτεινές διαφημίσεις, τις μεγαλοπρεπείς βιτρίνες και τις πλατιές λεωφόρους της πόλης μας. Της κάθε πόλης.

Συνεχίζεται
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση