Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

«Θα τον σκοτώσω εγώ»

ΤΑ ΔΕΙΠΝΑ ΤΗΣ ΕΚΑΤΗΣ
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΛΛΙΔΩΝΗΣ
εκδ Modern Times

«Θα τον σκοτώσω εγώ», είχε εξομολογηθεί εκείνη στον παπά… Και μετά, ήρθε η καταραμένη νύχτα. Η νύχτα με το μπουρίνι που σήκωσε στέγες, γκρέμισε μάντρες και ξεχέρσωσε ακόμη και βράχια απ’ τα βουνά. Τέτοια καταιγίδα δε θυμούνταν ούτε οι πιο παλιοί. Άρχισε ύπουλα, μ’ ένα αιφνιδιαστικό χαλάζι, πάγος ξηρός και χοντρός σαν βότσαλο, το γύρισε σε αστραπόβροντα και μετά σ’ ένα μανιασμένο πουνέντη που έφερε μαζί του και όλη τη βροχή της δύσης. Τόσο νερό… Ωκεανός σωστός… Ρήμαξε λιόδεντρα, έπνιξε ζώα και ξέκανε μελίσσια. Στο χωριό, κλεισμένοι όλοι στα σπίτια τους μέχρι να περάσει το κακό νερό, τίποτα δεν άκουσαν, τίποτα δεν είδαν. Με το ξημέρωμα πια, κάποιες λίγες ξάγρυπνες γριές τόλμησαν να ξεπορτίσουν για να δουν τι είχε αφήσει πίσω της η καταιγίδα. Και τότε, τον βρήκαν μέσα στο ρημαγμένο απ’ το χαλάζι αμπέλι του. Γυμνό και σακατεμένο στ’ αχαμνά… Είχε ξεψυχήσει με τα μάτια γουρλωμένα. Η θυσία είχε ολοκλη- ρωθεί. Η σκοτεινή θεά, χορτασμένη πια, έπαψε να μοιρο λο γά. Σκούπισε τα δάκρυά Της, έστρεψε το βλέμμα Της προς το βροχερό ουρανό και χαμογέλασε θριαμβευτικά στην ασημένια Σελήνη. Ήταν ώρα να ταΐσει και τα σκυλιά...

1o Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου

Σάββατο 31 Ιουλίου

Χωριό Πύργος (Κοινότητα Πανόρμου): Δέκα συγγραφείς και ποιητές διαβάζουν και μιλούν για το έργο τους και για τη λογοτεχνία της πατρίδας τους. Συμμετέχουν: Ομέρο Αρίτζις (Μεξικό), Ματθίλδη Γουόλτερ Κλαρκ (Δανία), Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι (Πολωνία), Φράνκο Λόι (Ιταλία), Μαίρη Ο’ Μάλεϊ (Ιρλανδία), Μάριος Μιχαηλίδης (Κύπρος), Βέρα Πάβλοβα (Ρωσία), Έλλη Παιονίδου (Κύπρος), Τόμαζ Σαλαμούν (Σλοβενία), Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Ελλάδα). Μουσική και χορός από τοπικά συγκροτήματα.

Μια κεραμιδόγατα...


Με είπαν γάτα

Μπέσση Λιβανού

εκδ Καστανιώτης

Με είπαν Γάτα, και φυσικά αναφέρονταν στην ηθική μου, την οποία δεν αποδέχονται. Όμως ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τι είναι ηθικό και τι δεν είναι; Τι είναι σωστό και τι λάθος; Τι είναι νόμιμο και τι παράνομο; Έζησα όπως μου υπαγόρευε η συνείδησή μου. Με νύχια και με δόντια πάλεψα, μόνη, να επιζήσω, με όποιο τρόπο μπορούσα. Δεν ακολούθησα πάντα τους κανόνες, και το ομολογώ, γιατί για μένα σωστός τρόπος ζωής είναι εκείνος που σε γεμίζει, που κάνει την αδρεναλίνη να τρέχει στο αίμα σου, εκείνος που σε κάνει να θέλεις να γελάς και να κλαις μαζί, να ουρλιάζεις σιωπηλά από φόβο, ενώ συνεχίζεις να πολεμάς σαν τίγρη. Προϋπόθεση φυσικά είναι να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Να ξέρεις ποιος είσαι και τι θέλεις. Να μη ζεις με αυταπάτες. Ό,τι έκανα το πλήρωσα με ιδρώτα και αίμα. Κατάφερα να σώσω την ψυχή μου και δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Και αν η ζωή μου κρίνεται ανάρμοστη, τότε ένα μόνο μπορώ να πω: Νιώθω περήφανη όντας μια ανεξάρτητη, μια ανένταχτη γυναίκα. Μια κεραμιδόγατα...

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 2

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com/2010/06/2.html

Μέσα σε έξι μήνες είχα μεταμορφωθεί -εκείνος με μεταμόρφωσε- με έκανε κάποια άλλη. Ή, όπως εκείνος επέμενε, απλά έγινα αυτή που πάντα κατά βάθος ήθελα να είμαι: μια απλή νέα γυναίκα. Είχα άλλωστε μπουχτίσει με τους πάντες και τα πάντα. Είχα από καιρό βαρεθεί να είμαι σαν ένα παιχνίδι στα χέρια των γονιών μου και το τρόπαιο ανύπαρκτων ερώτων, το οποίο τους άρεσε να περιφέρουν από τη μια δεξίωση στην άλλη, από το ένα πάρτι στο επόμενο, και να το επιδεικνύουν.
Τους ξένισε όλους εκείνη η ξαφνική αλλαγή, ακόμη κι εμένα την ίδια. Ποτέ δε θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να κάνει κάτι τέτοιο: ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα ήξερε, να παρατήσει τα λούσα και τη δήθεν καλή ζωή, και να δοθεί με ψυχή και με σώμα σ’ ένα φτωχό φοιτητή, που στον κόσμο που ζούσε μέχρι τότε δε θα μπορούσε τίποτα να προσθέσει. Κι όμως, μου τα πρόσφερε όλα. Όλα όσα χρειαζόμουνα, όλα τα αληθινά, δίχως να μπορώ καν να τα ονοματίσω. Καθόταν με τις ώρες και με άκουγε και μου μιλούσε. Πάντα χαμογελούσε, εκτός όταν θυμόταν τους νεκρούς του γονείς, οπότε το βλέμμα του λίγο συννέφιαζε. Και πάντα είχε ένα καλό λόγο για μένα, προσπαθούσε να με βοηθήσει να ξεπεράσω τον εαυτό μου και τα δεσμά του πλούτου μου, να μου δώσει το κουράγιο ν’ αντικρίσω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Χάρη σ’ αυτόν έμαθα να ζητώ όλο και πιο λίγα, ενώ οι εξίσου πλούσιες με μένα πρώην κολλητές μου συνέχιζαν να παραπονιούνται πως δεν είχαν αρκετά. Άλλαξε την οπτική μου ο Άντι, μου άνοιξε τα μάτια, με δίδαξε πώς να αγαπώ αληθινά, με έμαθε να κάνω έρωτα από την αρχή. Καθαγίασε τον έρωτα.
Όλα σε σένα τα χρωστώ, του ψιθυρίζω κάθε τόσο, τώρα που δεν είναι πια εδώ, και από μέσα μου πολύ τον ευχαριστώ. Και τότε μου φαίνεται ν’ ακούω τη φωνή του στο κεφάλι μου απαλά να με αποπαίρνει, να μου λέει ότι δε χρωστώ τίποτα και σε κανένα, εκτός… από εκείνους που με έχουν ανάγκη. Αχ ρε Άντι! Ίσως εξαιτίας του τώρα να ζω μια σχετικά δύσκολη και φτωχική ζωή, αλλά τουλάχιστον έχει επιτέλους κάποιο σκοπό, ξεχειλίζει ουσία.
Κάθε φόρα που τον σκέφτομαι δακρύζω, κι ας από τότε έχουν περάσει πολλά φεγγάρια, χρόνια, εποχές. Δακρύζω και μετά χαμογελώ. Πιο έντονα από καθετί άλλο στη σχέση μας, στην κοινή μας ζωή, θυμάμαι εκείνο το πρώτο ταξίδι στη γενέθλια πόλη του, τριακόσια πενήντα μίλια μακριά, μ’ ένα κόκκινο παλιό σεβρολέτ. Εμείς, ο ήλιος και τα σύννεφα του δειλινού, το φεγγάρι και τ’ αστέρια της πρωίμης νύχτας, ο ατέλειωτος δρόμος και στο ραδιόφωνο τραγούδια νέγρικα, τώρα πια και για μένα αγαπημένα. Σαν όνειρο. Σαν της ζωής τη μαγεία.
«Εδώ ξεκίνησαν όλα», μου είπε, σχεδόν με περηφάνια, όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το μέρος, που έμοιαζε να είχε ξεφυτρώσει απ’ το τίποτα στη μέση του πουθενά – ένα απομεινάρι του χθες που έκλεινε το μάτι στο σήμερα. Ένας μακρύς φιδωτός δρόμος και διάφορα στενά δρομάκια έμοιαζε να είναι όλη κι όλη η πόλη. Το Σοβέτο, στη Βιρτζίνια. Τα μόνα κτήρια που ξεχώριζαν, τόσο για την αρχιτεκτονική τους όσο και επειδή δεν ήταν φτιαγμένα από ξύλο, ήταν το δημαρχιακό μέγαρο, στην κορυφή του οποίου κυμάτιζε η αστερόεσσα, και το εμπορικό κέντρο, που έμοιαζε μια μικρογραφία αυτών των μεγαλουπόλεων, χωρίς φυσικά τις υπερβολές των τελευταίων. Όπως θα αντιλαμβανόμουνα πολύ σύντομα η πόλη δεν ήτανε τόσο μικρή όσο φανταζόμουνα, καθώς τα όριά της επεκτείνονταν για μίλια και μίλια μακριά, προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπήρχαν εγκατεστημένες φάρμες εκτροφής ζώων, αλλά και παραγωγής γεωργικών προϊόντων. Σε μια ακριβώς απ’ αυτές τις φάρμες, τη μικρότερη ίσως, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντι.
Το σπίτι δεν ήταν μικρό, αλλά ούτε και μεγάλο. Κτισμένο ολάκερο από ξύλο, όπως όλα τ’ άλλα, κάλυπτε ένα απόμερο, αλλά όχι ολότελα απομονωμένο κομμάτι γης, το οποίο περιέβαλλε ένας μεγάλος, όπως φαίνονταν, αλλά παραμελημένος στο πέρασμα του χρόνου κήπος.
«Σα να βρίσκομαι σε μια παλιά ταινία, ή μάλλον σε κάποια τηλεοπτική σειρά, στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», του είπα, αναθυμώμενη τα παιδικά μου χρόνια, κι εκείνος χαμογέλασε τη συμφωνία του.
Δε μας πήρε και πολύ να ξεφορτώσουμε τα μπαγκάζια μας και τα τρόφιμα που είχαμε αγοράσει από το εμπορικό της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να με ξεναγεί στα δωμάτια και να μου αφηγείται ιστορίες και αναμνήσεις από την εκεί ζωή του.
«Αυτό είναι το δωμάτιο των γονιών μου».
Μου άνοιξε την παλιά πόρτα για να μπω σ’ ένα χώρο που έμοιαζε ανέγγιχτος απ’ το χρόνο, που κάπου θύμιζε μια παλιά λιθογραφία. Μπήκα μέσα σιγοπατώντας, σχεδόν επιφυλακτικά, λες κι έκανα ένα βήμα στα μονοπάτια του χθες και δεν ήθελα με τίποτα να ξυπνήσω τα φαντάσματα που κοιμούνταν εκεί. Εκείνος με ακολούθησε σιωπηλός, στεγνός από εξηγήσεις, καθώς άρχιζα να περιεργάζομαι τα πάντα, ορατά και αόρατα, να προσπαθώ να δω το παρελθόν μέσα από τα γνωστικά του μάτια. Τους τοίχους στόλιζαν κεντήματα, παιδικές ζωγραφιές, παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Στάθηκα μπροστά σε μια απ’ αυτές και παρέμεινα να την κοιτώ για ώρα -με είχε μαγνητίσει- προσπαθώντας να μαντέψω τα μυστικά που μου έκρυβε – γιατί ναι, ήμουνα απόλυτα σίγουρη ότι αυτή είχε τη δική της ιστορία να πει, το δικό της κρυφό ν’ αποκαλύψει.
«Δε μου είπες ότι έχεις αδελφή», παρατήρησα τελικά μ’ ένα παράπονο.
«Δεν είναι αδελφή μου», απάντησε και πήγε και κάθισε στο παλιό ξύλινο διπλό κρεβάτι. Έσκυψε για λίγο το κεφάλι, το σήκωσε, κοίταξε το τοπίο της φύσης που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρο, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό, λίγο χαμογέλασε, και συνέχισε. «Η δική της είναι μία ακόμη πονεμένη ιστορία, απ’ αυτές που θα ακούσεις όπου σταθείς κι όπου βρεθείς σ’ αυτή την πόλη. Η μάνα της Σάρας πέθανε στη γέννα, μόνη και αβοήθητη, κι ο πατέρας της δέκα χρόνια μετά στα μεταλλεία. Δεν είχε άλλο κανένα στον κόσμο, κι έτσι η οικογένειά μου ανέλαβε την ευθύνη της, αφού οι δικοί μου ήταν πολύ καλοί φίλοι με τον μακαρίτη. Την υιοθέτησαν λοιπόν και την έκαναν κόρη τους, και την έκαναν αδελφή μου. Τότε δεν περνούσε από κανενός το μυαλό η ιδέα ότι σύντομα θ’ ακολουθούσε ο πατέρας μου το φίλο του στον κάτω κόσμο. Έτσι μείναμε πίσω εγώ, στα δεκαπέντε μου χρόνια, η κακόμοιρη η μάνα μου, που ήδη πάλευε απεγνωσμένα με την αρρώστια, και η μικρή, που έγινε τρεις φορές ορφανή και σύντομα θα γίνονταν και τέταρτη».
Η φωνή του μόλις και ακουγόταν. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Τον αγκάλιασα. Το κορμί του έμοιαζε σφιγμένο, λες και περνούσαν από μέσα εκεί τα κύματα του πόνου, ψάχνοντας εσπευσμένα κάποιο διέξοδο. Τα μάτια ωστόσο παρέμεναν στεγνά, κανένας λυγμός δεν του τάραζε το σώμα. Του χάιδεψα το μάγουλο, τον φίλησα στα μαλλιά. Έπρεπε να συνεχίσει να μου μιλά. Έπρεπε. Το χρωστούσε σε μένα, επειδή ήθελα να μάθω. Το χρωστούσε στον εαυτό του, αφού το είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει.
«Τη μεγάλωσες εσύ λοιπόν;»
«Εγώ και όλη η πόλη, λιγότερο ή περισσότερο. Οι φίλες της μάνας μου, οι συνάδελφοι του πατέρα μου, η κυρία Ρόντα – αυτήν σίγουρα θα τη γνωρίσεις. Αν είναι ένα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος για τούτη την πόλη, Χοπ, είναι οι άνθρωποί της. Εδώ η αλληλεγγύη αποτελεί τον κανόνα, όχι την εξαίρεση. Αν δε βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, αν δεν του στέκονταν στα δύσκολα, θα είχε σίγουρα σβηστεί απ’ το χάρτη».
«Δηλαδή, σου έδιναν και λεφτά; Πώς τα έβγαζες πέρα;»
«Όχι, δε μου έδιναν λεφτά. Πού να τα έβρισκαν κι αυτοί; Πώς να τους περισσέψουν, σε μια πόλη γεμάτη χήρες και ορφανά; Απλά δούλευα, όπως πάντα, αλλά λίγο περισσότερο. Αυτά που έβγαζα όμως ποτέ δεν ήταν αρκετά -αφού πήγαινα και στο σχολείο, το οποίο δεν ήθελα με τίποτα να παρατήσω- έτσι έπρεπε να ψάχνω συνεχώς καινούριους τρόπους για να τα φέρνω βόλτα. Ευτυχώς η Σάρα δεν ήταν ποτέ ιδιότροπο παιδί, ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλωσε με στερήσεις και ορφανή, και βοηθούσε όσο μπορούσε. Δε θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι ίσως αυτή ήταν η στερνή χαρά στη ζωή της μάνας μου. Πάντα τα κατάφερνε και την έκανε να χαμογελά, ακόμη και όταν ο πόνος της κατέτρωγε τα σωθικά, και στο τέλος της συμπεριφέρθηκε καλύτερα από κάθε κόρη. Λίγο προτού ξεψυχήσει παράτησε ακόμη και το σχολείο, στο οποίο ήταν η καλύτερη μαθήτρια, για να μη λείψει στιγμή απ’ το πλευρό της, για να μην την αφήσει να πεθάνει μόνη, όπως πέθανε κι η δική της μάνα. Καθόταν δίπλα της και της κρατούσε το χέρι όταν πέθανε. Εκείνη της έκλεισε τα μάτια. Πρώτη την έκλαψε και από τη μια μέρα στην άλλη μεταμορφώθηκε από ένα μικρό κορίτσι, σε μια ώριμη γυναίκα. Ήταν δώδεκα χρονών όταν συνέβηκε αυτό. Χρωστώ πολλά στη Σάρα…».

Συνεχίζεται

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία

Της σποράς της μαύρης όργωμα
Δημήτρης Γεωργάς
Η ιστορία του μυθιστορήματος «Της σποράς της μαύρης όργωμα», αρχίζει να ξετυλίγεται απο τις αρχές του 19ου αιώνα και καταλήγει στο τέλος του. Μία ιστορία με αφάνταστη πλοκή και δράση, με απαράμιλλη περιγραφική διείσδυση με ενδιαφέρουσες κλιμακώσεις, με δυνατούς χαρακτήρες.
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία με κεντρική ηρωίδα την Αρετή, μία αγέρωχη, γοητευτική και μοιραία γυναίκα που ακολουθεί τις συνέπειες της παιδικής αιμομικτικής σχέσης της.
Είναι μία τραγική γυναίκα, αδελφή, μάνα, που ακολουθεί το πεπρωμένο του «αμαρτήματος» της, χωρίς να μπορεί να κλείσει τα μάτια στην πραγματικότητα, σ' αυτά που της συμβαίνουν.
Μια γυναίκα που δεν μπόρεσε, δεν ευτύχησε να κρατήσει τον έρωτα που πάντα επιθυμούσε και πάντα ήταν έτοιμη να θυσιαστεί γι’ αυτόν, πληρώνει το μεγάλο λάθος.
Πρώτη εμφάνιση, στα ελληνικά γράμματα, του Δημήτρη Γεωργά με το μυθιστόρημά του, που είναι ένα μέρος μιας συγκλονιστικής τετραλογίας ανεξαρτήτων βιβλίων που συνδέονται μεταξύ τους με μια πολύ λεπτή κλωστή, με κύριο θέμα της τις συνέπειες μιας αιμομικτικής σχέσης.
Η όλη ιστορία διαδραματίζεται απο τις αρχές του 19ου αιώνα και φθάνει μέχρι τις μέρες μας ακολουθώντας εφτά γενιές απογόνων, σαν κατάρα αίματος. Η μοίρα ορίζει να κρατάει για εφτά γενιές η κατάρα που ακολουθεί τα αιμομικτικά ζευγάρια, και τα ιατρικά στοιχεία συγκλίνουν, πως η ασθένεια που έχει ονομαστεί Χορεία του Huntington και που πλήττει τα αιμομικτικά ζευγάρια, κρατάει εφτά γενιές!

Βιβλιο-κριτική του "Μην παίρνεις κι όρκο στον έρωτα..."

από την ΡΙΤΑ ΓΚΟΥΡΓΚΟΥΛΑ, στην εφημερίδα η ΓΝΩΜΗ της Άρτας.
Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010 στις 10:29 μ.μ.
" Το λογοτεχνικό αριστούργημα της Κατερίνας Παπανικολάου πρόκειται καθαρά για ένα βιβλίο με γυναικεία σύγχρονη ψυχή και παλμό. Σαν ένα αεράκι φρέσκου ανέμου η ιστορία κυλάει και τελειώνει πριν καν το καταλάβει κανείς, ενώ στο μεταξύ έχει ζήσει το απόλυτο πάθος, το ψέμα, την προδοσία, έχει κλάψει και έχει γελάσει με μαύρο δάκρυ και όλα αυτά μέσα στις 319 σελίδες του.
Η γραφή της συγγραφέα ρέει σαν γάργαρο νερό -αγόγγυστα- και συνεπαίρνει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου της. Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, γλυκιά και αυθόρμητη βλέπει τον κόσμο από τη δική της ματιά. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την ιστορία μέσα από τα δικά της μάτια, αλλά δεν στερείτε και γεγονότων που συμβαίνουν στις ζωές των άλλων μελών της παρέας, αφού συχνά μέσα στην ιστορία ακολουθούμε τη ροή των πραγμάτων μέσα από τα μάτια των υπολοίπων. Ενώ όλα βαίνουν καλώς στην αρχή της ιστορίας σύντομα βλέπουμε όλες τις ζωές των ηρώων να παίρνουν την κατηφόρα. Σε όλους ξαφνικά έρχεται η ζωή τους τα πάνω κάτω…
«…Μάλιστα. Ο απολογισμός άλλης μας μέρας από τη ζωή μου ήταν για άλλη μια φορά απλά συγκλονιστικός:
Η Μαριλού ήταν αδικαιολόγητα δυστυχισμένη.
Ο Άρης ήταν αδικαιολόγητα έξω φρενών.
Η μητέρα μου ήταν αδικαιολόγητα τρελή.
Οι φίλες μου είχαν μια αδικαιολόγητα έντονη διαμάχη.
Κι εγώ είχα μια αδικαιολόγητα κακή διάθεση και ένα αδικαιολόγητα άσχημο προαίσθημα.
Πανηγυρικό συμπέρασμα;
Η ζωή μου ήταν αδικαιολόγητα μίζερη και άδεια.
Μάλλον ήταν η ώρα για αλλαγές.
Ή, έστω, για ένα ακόμα σοκολατάκι.
Δικαιολογημένα…»
Η ιστορία δεν μας πάει και πολύ μακριά, μόλις στη σύγχρονη Αθήνα με τους γρήγορους ρυθμούς της. Η Έλενα, σύγχρονη, γλυκιά σαν κάθε νέα κοπέλα με την δουλειά της απόλυτα επιτυχημένη πιστεύει πως αν κρατηθεί μακριά από τους άνδρες θα φτάσει στην απόλυτη ευτυχία. Συγχρόνως βλέπουμε τις δυο κολλητές της φιλενάδες τη Σοφία… παντρεμένη από τα…τρία και την Τάνια αμετανόητη εργένισσα στο απόγειο της επαγγελματικής της καριέρας αλλά και την ίδια να έρχονται οι ζωές τους τα πάνω κάτω και να καταστρέφονται όλα μέσα σε μια νύχτα. Τι κάνεις τότε; Πώς πρέπει να δράσει κανείς για να μπορέσει να περισώσει τουλάχιστον την υπερηφάνεια του; Πόσους όρκους πρέπει να δώσεις στον έρωτα; Ή αν εσύ είσαι αυτή που θα ακούσει τα μεγάλα λόγια του έρωτα μήπως πρέπει να κλείσεις τ’ αυτιά σου;
Η Έλενα συναντά ξανά τον άνδρα που την είχε συγκλονίσει χρόνια πριν και καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν τον είχε ξεπεράσει -όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και ο νέος της διευθυντής. Ίντριγκες και μυστικά βρίσκονται σε κάθε γωνία, και τυφλά ραντεβού που αποτυχαίνουν οικτρά, αλλά και κρυφά ραντεβού θα είναι μερικά από τα γεγονότα τους επόμενους μήνες της ζωής της. Μέσα σε όλα αυτά οι κολλητές της περνάνε τη δική τους «κόλαση» και οι δυο της συνάδελφοι μοιάζουν σαν να πρόκειται να δημιουργήσουν τη δική τους σικελιάνικη βεντέτα μέσα στο σταθμό. Και το κερασάκι στην τούρτα θα είναι η προδοσία του μεγάλου της έρωτα… ή μήπως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι;
Έντονο χιούμορ και αναπάντεχες ανατροπές είναι τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας που μας διηγείται η συγγραφέας. Στιγμές γεμάτες πάθος εναλλάσσονται με σκηνικά γεμάτα γέλιο μέχρι δακρύων, ενώ η συγγραφέας βγάζει έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη με την αναπάντεχη πένα της.
Η Κατερίνα Παπανικολάου ξέρει να μιλάει για την αγάπη και χειρίζεται όλες τις καταστάσεις όπως ο μαέστρος την ορχήστρα του. Η ιστορία ρέει τόσο άνετα που θα νόμιζε κανείς ότι ακούμε τις τελευταίες εξελίξεις της ζωής μιας φίλης μας στο μπαλκόνι παρέα με τον καφέ. Με απόλυτη σιγουριά το βιβλίο αυτό συστήνεται για όσες χρειάζονται λάμψεις χιούμορ για το σαββατοκύριακο."

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 1

Είμαι στην πολύ ευχάριστη θέση να αναρτήσω στο blog μας κεφάλαια από το νέο - ακυκλοφόρητο βιβλίο του Λάκη Φουρουκλά.
Καλή επιτυχία!!!!!

Όλα άρχισαν απ’ τον καιρό που ήμουνα μικρή, μια στάλα στον ωκεανό της ανθρωπότητας, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα πεισματικά να μεγαλώσω. Έτσι απλά, πάντα σαν παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, την υψηλή μας τάχα κοινωνία, τις αναγκαίες λυκοφιλίες, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στους κύκλους μας, χαρίζοντάς μας παροδικές στιγμές ευχαρίστησης και γεμίζοντας τις τσέπες των έμπορων και τα ταμεία των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Τότε ακριβώς, που βούλιαζα ανατέλλοντας, ήταν που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού ήταν σα να μην ανήκε εκεί. Εκεί που ήμασταν εμείς δηλαδή. Σ’ εκείνο το μεγάλο πανεπιστήμιο όπου τα καλομαθημένα πλουσιόπαιδα ήταν η πλειοψηφία, κι αυτά που όριζαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτουνού, του μετεωρίτη στη δική μας πραγματικότητα, δεν ήτανε το χρήμα και οι αόρατοι γονείς-προστάτες που του άνοιξαν το δρόμο, αλλά η σκληρή δουλειά κι η θέληση για μάθηση, η αφοσίωση σ’ ένα όνειρο που απαιτούσε μεγάλες κι ατελείωτες θυσίες για να βγει αληθινό, οι σχεδόν απάνθρωπες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε, οι οποίες τον έκαναν περισσότερο άνθρωπο απ’ τον καθένα μας. Όπως θα μου έλεγε στο σύντομο μέλλον η λειψή υποτροφία που διέθετε δεν ήταν αρκετή για να τον κρατήσει εκεί, έτσι για να τα φέρει βόλτα έκανε δουλειές του ποδαριού εφτά μέρες τη βδομάδα – τρέχοντας ουσιαστικά απ’ τη σχολή στη δουλειά, κι απ’ τη δουλειά στη σχολή ξανά και ξανά, χωρίς καμία ανάσα. Κι όμως πάντα χαμογελούσε. Αυτό ακριβώς, το χαμόγελό του, ήταν που με προσέλκυσε σ’ εκείνον, που μ’ έκανε δίχως τύψεις κι ενοχές να ξεφύγω απ’ τη συνεχή πολιορκία και το δίχως τέλος μουρμουρητό των δήθεν φιλενάδων μου. Αλλά και το βλέμμα του. Ένα βλέμμα που έσταζε, κατά κάποιο παράξενο τρόπο, θλίψη και χαρά την ίδια ώρα, ειρωνεία και ζεστασιά, οργή και ευτυχία – ένα βλέμμα που έμοιαζε, όπως αποφάσισα, να είναι αποκλειστικά στραμμένο στο μέλλον. Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα σκοπό στη ζωή του, θυμάμαι σκέφτηκα, την πρώτη φορά που τον πρόσεξα, και μελαγχόλησα. Ένα σκοπό που εγώ δεν είχα ποτέ, αφού το δικό μου μέλλον ήταν προ πολλού αποφασισμένο, ίσως από τότε που πήρα την πρώτη ανάσα μου στον αποστειρωμένο αέρα της κλινικής. Ένιωσα να τον ζηλεύω, έτσι στα ξαφνικά, δίχως να ξέρω τα τι και τα γιατί του, χωρίς να έχω ιδέα ακόμη για τα όσα περνούσε. Ίσως όλα στη ζωή μου να συνέβησαν τελικά βάσει σχεδίου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: για να βρεθώ εκεί εκείνη τη στιγμή, για να τον δω, για να μου κινήσει την περιέργεια, για ν’ αναρωτηθώ επιτέλους για της δικής μου ζωής την ουσία.
Δεν του μίλησα εκείνη την ημέρα -έτσι όπως τον έβλεπα να κάθεται απέναντί μου στην καφετέρια και να διαβάζει, να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο- αλλά ούτε και τις επόμενες. Τι να του έλεγα άλλωστε; Τίποτα! Δεν είχα τι να του πω, δεν ήξερα πώς να του μιλήσω. Εξάλλου, όσο κι αν συχνά-πυκνά σαχλαμάριζα με τ’ άλλα κορίτσια, γλυκές παρενέργειες της νιότης, ήμουν κατά βάθος ντροπαλή, δε θα τολμούσα ποτέ να τον πλησιάσω. Εκτός κι αν παίζαμε Αλήθεια ή Τόλμη. Τότε ίσως και να το έκανα. Δεν παίζαμε όμως έτσι, συνέχισα να τον παρατηρώ, προσπαθούσα να μαντέψω τι σκέφτεται, νοιαζόμουνα να μάθω ποιος είναι, δίχως ποτέ να δείξω ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Αλλά, όπως είπα, ήταν διαφορετικός, ένας ξένος στον κόσμο μας, πώς θα μπορούσα εγώ να εισβάλω στο δικό του; Αν δεν έπαιρνε εκείνος την κατάσταση στα χέρια του, αν δε μου μιλούσε, ίσως να μην τον γνώριζα ποτέ, ίσως να παρέμενε ένα όνειρο της μέρας. Κι αν δεν τον γνώριζα ίσως κι εγώ τώρα να ήμουνα κάποια άλλη, ίσως να ταίριαζα απόλυτα στο καλούπι που είχαν φτιάξει για μένα. Ίσως, λέω.
«Γιατί είσαι πάντα τόσο λυπημένη;» με ρώτησε, ξαφνιάζοντάς με, βγάζοντάς με λες μέσα από ένα όνειρο. Αυτό πρέπει να συνέβηκε δυο βδομάδες μετά. Μετά από την ημέρα που τον πρωτοείδα. Καθόμουνα, όπως και τότε, μόνη σ’ ένα τραπέζι στην καφετερία του πανεπιστημίου και κοιτούσα ένα βιβλίο. Απλά το κοιτούσα, απόλυτα αφημένη και αφηρημένη, δεν το διάβαζα. Στην αρχή πήγα να θυμώσω -ποιος στο διάολο ήταν αυτός και ποιος του έδωσε το δικαίωμα να μου μιλήσει;- αλλά όταν σήκωσα το βλέμμα και τον είδα, άθελά μου χαμογέλασα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή του και μπορώ να πω ότι του ταίριαζε απόλυτα! Τα γκρίζα μάτια του συνέχισαν να με κοιτάνε ερωτηματικά, αλλά όχι πιεστικά, με μια κρυφή λες κατανόηση.
«Δεν ξέρω τι να σου πω», του απάντησα και του πρότεινα καθίσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι αν δεν το έκανα δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα να το ζητήσει ο ίδιος. Κάθισε αμίλητος και άρχισε να με παρατηρεί αδιάκριτα, ακριβώς άλλωστε όπως τον παρατηρούσα κι εγώ. Έμοιαζε λίγο με αγροτόπαιδο, ξέρετε, όπως ο Κλαρκ Κεντ παύλα Σούπερμαν στο Smallville: λίγο εύθραυστος, με μάτια υγρά και φωτεινά και μια μικρούλα ρυτίδα στο μέτωπο, ψηλός και πολύ γεροδεμένος. Φορούσε ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι από το οποίο ξεπρόβαλλαν δύο μπράτσα δυνατά -που σίγουρα δεν ήταν κατασκευασμένα από τους ειδικούς σε κάποιο γυμναστήριο- αδιάψευστοι μάρτυρες μιας δύσκολης ζωής.
«Είμαι ο Άντι», μου συστήθηκε πρώτος.
«Είμαι η Χοπ και είμαι χόπλες», του απάντησα αποτολμώντας ένα αστείο, και χαμογελώντας σχεδόν με συστολή. Γέλασε λίγο. Αλλά αντί να με κάνει να χαλαρώσω το γέλιο του μ’ έκανε να νιώσω αμήχανα, και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Εκείνος όμως μάλλον μπορούσε -ίσως να ήταν το βλέμμα του, το οποίο ένιωθα να με διαπερνάει- και βιάστηκε να μου προσφέρει με μια ερώτηση φαινομενικά αδιάφορη, το διέξοδο που αναζητούσα.
«Τι σπουδάζεις;»
«Διοίκηση επιχειρήσεων. Εσύ;»
«Νομικά. Επιλογή της μαμάς ή του μπαμπά;» Σα να μου φάνηκε λίγο ειρωνική η φωνή του, αλλά το χαμόγελο που τη συνόδευε, κι εκείνα τα μάτια του που έμοιαζαν να στάζουν καλοσύνη, δε μου επέτρεψαν να του κακιώσω.
«Του μπαμπά». Χαμογέλασα σχεδόν ντροπιασμένη, σαν μικρό παιδί, ίσως και να κοκκίνισα κιόλας. Αλλά δεν άργησα να συνέλθω και να τον ρωτήσω: «Η δική σου;»
«Δική μου!»
«Απόλυτα;»
«Απόλυτα. Θέλω κάποια μέρα να το παίξω Ρομπέν των Πολυκατοικιών, αλλά χωρίς τις κλεψιές. Αν δε με καταπιεί το σύστημα δηλαδή. Όπως τόσους άλλους». Έμοιαζε να αυτοσαρκάζεται, αλλά όχι, σοβαρά μιλούσε. Το έβλεπα στα μάτια του που για λίγο σκοτείνιασαν. Εννοούσε αυτά που έλεγε, στο μυαλό μου δε χωρούσε αμφιβολία καμιά.
«Κι οι δικοί σου; Τι λένε αυτοί; Σίγουρα θα προτιμούν να σε δουν ένα πετυχημένο δικηγόρο σε μεγάλη εταιρεία παρά σαν ένα μοναχικό καβαλάρη». Του χαμογέλασα. Και το χαμόγελό μου αμέσως έσβησε.
«Πέθαναν. Ο πατέρας θάφτηκε κάτω από τα πετρώματα ενός μεταλλείου που κατέρρευσε στα Απαλάχια, ενώ η μάνα μου, πέθανε κι αυτή πολύ νέα, από καρκίνο». Τα είπε πολύ απλά αυτά, δίχως να κομπιάσει καθόλου, ίσως και με κάποιου είδους απάθεια. Ή είχε ήδη ξεπεράσει εντελώς τον πόνο, ή απλά ήθελε να τον κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ή, ίσως, να ήταν, στο τέλος της μέρας, πολύ καλός υποκριτής, οπότε κάποτε στο μέλλον θα γίνονταν ένας λαμπρός δικηγόρος.
Του είπα τις σκέψεις μου και γέλασε δυνατά, με την καρδιά του.
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι», παραδέχτηκε αμέσως μετά, «αλλά μάλλον δίκιο έχεις. Δεν είναι ότι δεν πονώ πια -πώς θα μπορούσα άλλωστε να σβήσω τελείως, από μέσα μου, τον πόνο της απώλειάς τους;- αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς να ξοδεύεις μια ζωή θρηνώντας για τα περασμένα. Εξάλλου το χρέος μου…».
Το χρέος του! Άφησε την πρόταση στη μέση -σαν ένα μυστικό που αρνιέται πεισματικά να βγει στο φως- να πλανιέται στον αέρα. Μια αμήχανη σιωπή ήρθε να πάρει τη θέση της, ανάμεσα στα κενά των σκέψεων και τις ανείπωτες λέξεις, αλλά δεν κράτησε για πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε, κάπως σκεφτικός και λυπημένος, για να φύγει λέγοντάς μου ότι είχε δουλειά, αλλά παράλληλα δίνοντάς μου μια υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε.
Τι παράξενος άνθρωπος, σκεφτόμουνα καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται. Στ’ αλήθεια, τι παράξενος! Αλλά μου έδωσε τόση χαρά, με την παρουσία του και μόνο, με τα χαρούμενα και θλιμμένα χαμόγελά του. Το αντιλήφθηκα με έκπληξη αυτό, με μια μικρή δυσκολία το ομολόγησα στον εμβρόντητο εαυτό μου. Ναι, χάρηκα που τον γνώρισα. Χάρηκα πολύ, που μίλησα μαζί του και τον άκουσα, έστω και για τόσο λίγο. Ήταν αλλιώς κι αλλιώτικος αυτός. Ήτανε… Δεν ήξερα τι ήτανε, αλλά θα το μάθαινα σιγά-σιγά, τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, αφού θα μ’ έπαιρνε απ’ το χέρι απαλά και -κάτω από τα απεγνωσμένα μάτια των γνωστών μου- θα μου έδειχνε μια άλλη όψη της ζωής. Εκείνη που τα κανάλια που έβλεπαν οι γονείς μου στην τηλεόραση ποτέ δε μας έδειχναν. Εκείνη που κρυβόταν πίσω από τις φωτεινές διαφημίσεις, τις μεγαλοπρεπείς βιτρίνες και τις πλατιές λεωφόρους της πόλης μας. Της κάθε πόλης.

Συνεχίζεται

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Παρουσίαση βιβλίου

Καλοκαιρινές Βιβλιοαποδράσεις από τις Εκδόσεις Διόπτρα

Συνέντευξη του Γιώργου Γλυκοφρύδη στην ιστοσελίδα We Go Web


gliko-b

Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης είναι μία πολυσχιδής προσωπικότητα της Τεχνολογίας, του Λόγου και της Εικόνας. Έτσι θα ήθελα τουλάχιστον εγώ να τον παρουσιάσω σε όσους δεν τον γνωρίζουν ήδη.

Με βρήκε αυτός στο διαδίκτυο πριν πολύ καιρό- ως παλαιός αναγνώστης του έντυπου λόγου μου- κι έκτοτε τον "ακολουθώ" σχεδόν με ευλαβική διάθεση..σύμπλευσης [αν και διαφωνούμε..τεχνολογικά] εφόσον τόσο ο μυθιστορηματικός λόγος του όσο και η άποψη του σε θέματα τεχνολογίας φέρουν μία βαρύτητα που δύσκολα συναντά κανείς σε μία τόσο συμπαγή μορφή συνάφειας και γνώσης στον ελληνικό χώρο.

Σύντομο Βιογραφικό


Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Ξεκίνησε εργαζόμενος στις κινηματογραφικές ταινίες και στα τηλεοπτικά σήριαλ του πατέρα του Πάνου Γλυκοφρύδη κι αργότερα εργάστηκε ως β' βοηθός σκηνοθέτη στον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Παράλληλα, παρακολούθησε και μαθήματα κινηματογράφου στο (τότε) Δυτικό Βερολίνο. Μετά, σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμο «La Sapienza» της Ρώμης αλλά είχε ήδη ανακαλύψει την Πληροφορική την οποία ακολούθησε ως επαγγελματική ενασχόληση και όχι μόνο. Έτσι, ξεκίνησε να αρθρογραφεί σε περιοδικά κυρίως Ειδικού Τύπου δημοσιεύοντας και διηγήματα. Η νουβέλα «99.9% αληθινή ιστορία» κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό διηγημάτων Επιστημονικής Φαντασίας της «Anubis» το 1996.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Επιβάτης», υποψήφιο για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στο περιοδικό «Διαβάζω», εκδόθηκε το 2006. Ακολούθησαν δύο συμμετοχές με διηγήματα στα συλλογικά βιβλία «Α όπως Αμερική» και «Το βιβλίο του Κακού». Το «Δέκα ώρες δυτικά» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του.


Συνέντευξη


1. Συγγραφέας, πληροφορικός ή κινηματογραφιστής; Τι κοινό έχουν όλα αυτά;

Το συγγραφέας δεν έχει κάτι κοινό με τα άλλα δύο. Τα χρησιμοποιεί. Η πληροφορική δίνει τη μέθοδο στην αφήγηση και τη δομή στο γραπτό. Ο κινηματογράφος τη γλώσσα. Αλλά ταυτόχρονα και τα δύο δίνουν την αισθητική.
Η πληροφορική έχει δύο αισθητικές. Η μία είναι των ανθρώπων της, που χωρίζεται σε σχεδόν άπειρες κατηγορίες, και η δεύτερη είναι της ίδιας ως επιστήμης. Η δεύτερη είναι που ενδιαφέρει εμένα. Στα πρώτα χρόνια της Πληροφορικής ήταν της μόδας να κρεμάνε motherboards στους τοίχους ως μετακάτι έργα τέχνης. Αργότερα, τώρα, που η Πληροφορική τελείωσε με το στάδιο του αξιοπερίεργου, ανακαλύφθηκε επιτέλους η αισθητική των μεθόδων, της πολυπλοκότητας, των matrix, και άλλων αληθινά άξιων πραγμάτων.
Ο κινηματογράφος εμπλέκεται στο γραπτό μου ως καθαρή εικονοποίηση. Δεν χρησιμοποιώ «κινηματογραφική γραφή», εικονοποιώ. Έχει τεράστια διαφορά. Αν ποτέ κάποιος θελήσει να κάνει τα βιβλία μου κινηματογραφικές ταινίες θα έχει ένα βασικό πρόβλημα: Ο σκηνοθέτης μπορεί και να μην χρειάζεται αφού η περιγραφή είναι απόλυτη και σιδερένια. Όχι, είναι χαζό αυτό που είπα, απλά έτσι όμως μπορώ να καταδείξω το μέγεθος της εικονοποίησης. Και το λέω αυτό τόσο ξεκάθαρα γιατί πίσω από τη γλώσσα υπάρχει τεχνική εικονοποίησης. Συγκεκριμένη.
Και υπάρχει λόγος γι αυτό: Προσπαθώ να παντρέψω δύο τέχνες. Αυτό ήθελα από πάντα. Όμως, εδώ υπάρχει πρόβλημα. Δεν έχω βρει ακόμη το μέτρο. Αλλά δεν μας πειράζει, ο χρόνος είναι με το μέρος μας.


2. Η πληροφορική μπορεί να γίνει η υπέρβαση της τέχνης στη λογοτεχνία με τα σημερινά ηλεκτρονικά δεδομένα [βλ. e-book, vook etc];
Η πληροφορική είναι η επιστήμη που δημιουργεί και συντηρεί τα εργαλεία που θέλουμε για να κάνουμε την υπέρβαση στις τέχνες. Άρα ναι, με αυτή την έννοια μπορεί να γεφυρώσει τέχνες. Δεν είναι δα κι η πρώτη φορά που γεφυρώνονται τέχνες.


3. Είστε πατέρας. Ποιες είναι οι τρεις συμβουλές που θα δώσετε στα παιδιά σας όταν μάθετε πως έχουν κάνει εγγραφή στο facebook?
Όχι όχι, δεν θα είναι τρεις. Συγγνώμη που δεν απαντώ ακριβώς στην ερώτηση αλλά δεν θα είναι τρεις. Θα τα πάρω από το χέρι, θα τα καθίσω στο γραφείο μου, και θα τους δείξω τι κάνω εγώ στο FaceBook σε όλο το μήκος των πράξεών μου εκεί. Χωρίς ψέματα! Τα παιδιά είναι διάφανα στο ψέμα.
Όμως, γι αυτό, (και θεωρώ πως αυτό είναι και το σωστό), ο άνθρωπος, για να χρησιμοποιήσει social media τέτοιου επιπέδου και εύρους όπως το FaceBook, πρέπει να φτάσει σε μια ηλικία που το σεξ θα του είναι κατανοητό. Όχι απαραίτητα εμπειρικά γνωστό, αλλά γνωσιακά γνωστό απολύτως. Και πρακτικά και συναισθηματικά.
Θα μου πείτε, γιατί από ολόκληρο το FaceBook επικεντρώθηκα στο σεξ; Μα γιατί το Κακό εκεί βρίσκεται. Οι Κακοί άνθρωποι που κυκλοφορούν στο FaceBook εκεί χτυπάνε. Γιατί το σεξ (ως από αιώνες από την ψυχολογία γνωστό) δεν έχει να κάνει με την σεξουαλική πράξη (μόνο), αλλά με τα συναισθήματα. Ο δήθεν τρυφερός και γλυκός τύπος που θα πλησιάσει ένα παιδί ετών 11, μπορεί απλά να θέλει να το απαγάγει για να το πουλήσει, κι όχι για να το κακοποίηση. Όμως, για ότι από τα δύο, το συναίσθημα θα χρησιμοποιήσει. Αν ο άνθρωπος (παιδί) λοιπόν ξεκινήσει να χρησιμοποιεί ένα social media σαν το FaceBook τότε που θα ισχύουν όσα είπα πριν, τότε ο Κακός θα γίνει αντιληπτός.
Πιστεύω λοιπόν, ότι η κατάλληλη ηλικία εκκίνησης χρήσης τέτοιων social media, είναι εκεί γύρω στο Γυμνάσιο. Έστω στην πρώτη γυμνασίου. Όχι πιο πριν.
Και επί του πρακτέου: Ο γιος μου αυτή τη στιγμή είναι 10 ετών. (Το μεγαλύτερο από τα τρία. Άρα αυτό μας ενδιαφέρει.) Κάποιοι συμμαθητές του έχουν μέχρι και iPhone! Όταν μου το ζήτησε, κάθισα, του έδειξα το δικό μου, και του εξήγησα τι κάνει αυτό το πράγμα που ως τηλέφωνο είναι το λιγότερο απ' όλα όσα κάνει. Και άρα γιατί αποκλείεται να του αγοράσω ένα ακόμη κι αν δεν χρειαζόταν να ξοδέψω τόσα πολλά λεφτά όσα κοστίζει για να του το αγοράσω.
Όταν στα παιδιά μιλάς, και εξηγείς, με αλήθειες και όχι με ψέματα, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν, ακόμη κι αν νιώθουν πως τους χαλάς το χατίρι κι αυτό δεν τους αρέσει καθόλου μα καθόλου, κατανοούν. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.


4. Hacking. Περιγράφετε μία τέτοια σκηνή στο βιβλίο σας "Ο Επιβάτης". Τι έχετε να πείτε για αυτό το θέμα στον αδαή κόσμο του διαδικτύου;
"Do not try this at home". Όπως λένε και στις Ηνωμένες Πολιτείες στην τηλεόραση όταν αυτό είναι να προβληθεί γίνεται στην πραγματικότητα αλλά για σκοπούς ντοκιμαντέρ ας πούμε.
Το συνειδητό φυσικό hack, αυτό δηλαδή όπου κάποιος προσπαθεί να εισβάλει συνειδητά σε κάποιον άλλον όχι δικό του υπολογιστή, (είτε προσωπικό υπολογιστή είτε σταθμό δικτύου είτε μηχανές διαμετακόμισης δεδομένων κλπ), είναι ποινικά διωκόμενη πράξη. Απλά πράγματα. Η Ελληνική Αστυνομία έχει συγκεκριμένη διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Απλά πράγματα δηλαδή. Έχεις να κάνεις με τον νόμο. Όπως αν ληστέψεις μια τράπεζα.
Το συγκεκριμένο λοιπόν hack που περιγράφω στον "Επιβάτη", συνέβη στην πραγματικότητα τρεις φορές. Το έπραξα τρεις φορές για να το δω. Να το προσομοιώσω και άρα να το περιγράψω να μη γράφω πράγματα για τα σκουπίδια. Και τις τρεις, είχα επικοινωνήσει με τα ιδρύματα στον οποίων τα υπολογιστικά συστήματα αλώνιζα όλη μέρα, και τους είχα ειδοποιήσει. Κι έτσι, δεν πήραν τηλέφωνο την Αστυνομία. (Αν με καταλάβαιναν βέβαια, γιατί από ότι μου είπαν αργότερα δεν με κατάλαβε κανείς... πράγμα φυσικό, δεν έκανα καμία ζημιά, γιατί ν' ασχοληθούν μαζί μου ακόμη κι αν μ' έβλεπαν...)


5. Apple & Windows. Μήπως το πρώτο είναι η ερωμένη και το δεύτερο η σύζυγος;
Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό. Δεν είναι λάθος αυτό που λέτε. Αλλά "Once you go Mac you never go back." λέει ένα ρητό. Οπότε αν ισχύει το ρητό, τότε κάποιοι μένουν για πάντα με την ερωμένη; Πολύ ρομαντικό...


6. Science fiction. Έχετε βραβευτεί για ένα τέτοιο κείμενο. Μπορούμε να το βρούμε ηλεκτρονικά κάπου; Υπάρχει Λογοτεχνία Επιστημονικής Φαντασίας στην Ελλάδα ικανή να μη χλευαστεί αλλά και να μη θεωρηθεί ελαφριά;
Ας ξεκινήσω απαντώντας στο πρώτο σκέλος:
Όχι. On line δεν υπάρχει. Είναι μία σκέψη να ανεβάσω on line σε epub ξεκλείδωτο αρχείο ή και pdf (επίσης ξεκλείδωτο) μόνο για ανάγνωση σε οποιοδήποτε μέσο αλλά όχι εκτυπώσιμο οπότε να μην αλλοιώνεται η GNU licence ελεύθερης διακίνησης, αλλά ακόμη θέλει σκέψη.
Δεύτερο σκέλος:
Ναι υπάρχει. Έχουν γραφτεί εκπληκτικά πράγματα. Στην Athens Voice πρότεινα την "Λήθη" του Νίκου Βλαντή. Τώρα, για ποιο λόγο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα γραπτό του Νίκου Βλαντή ως ελαφρύ επειδή είναι SF δεν το γνωρίζω. Κάποια μυαλά μπορεί να το γνωρίζουν. Αλλά και παλιότερα υπάρχουν σημαντικότατα γραπτά. Δεν θ' αρχίσω εδώ να λέω ονόματα γιατί είναι πολλά όχι τίποτε άλλο. Αλλά υπάρχουν.
Αλλά να, ας δούμε κάποια σημεία όσον αφορά στην προκατάληψη περί SF στην Ελλάδα: Κάποτε κάποιος είχε πει στον Πέτρο Τατσόπουλο ότι γράφει SF. Κι ο Τατσόπουλος του είχε πει «Μην ξεχάσεις να υπολογίσεις την Μεσόγειο...» Κι αυτό νομίζω πως τα λέει σχεδόν όλα. Οι διαστημικοί/τεχνολογικοί μύθοι είναι τόσο ξένοι από τον παλιό (και αρχαίο αλλά δεν είναι το "αρχαίος" που μετρά τώρα εδώ) και άκρως Μεσογειακό (στα όρια του καθαρά Ανατολικού) Ελληνικού λαού, που η έννοια της SF σχεδόν δεν υφίσταται. Φανταστείτε λοιπόν έναν Κλασσικό (εν ζωή) Έλληνα συγγραφέα, τον Παύλο Μάτεσι ας πούμε, να γράψει ένα μυθιστόρημα ή διήγημα όπου ο ίδιος να το χαρακτηρίσει "science fiction". Χρησιμοποιώντας μάλιστα τον Αγγλοσαξονικό όρο, ούτε καν τον Ελληνικό "Επιστημονική Φαντασία". Προκαταβάλλοντας έτσι και όλον τον κόσμο του βιβλίου που σίγουρα θα περιμένει να μάθει για το καινούριο του έργο αλλά και τους αναγνώστες. Είναι δεδομένο ότι το έργο θα είναι Κλασσικά άρτιο, (ο Μάτεσις μια του έφερε η κουβέντα είναι Κλασσικά άρτιος ούτως ή άλλως), αλλά είμαι πραγματικά περίεργος να διαβάσω τις κριτικές. Όχι τις παρουσιάσεις, τις κριτικές.
Δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν science fiction. Διαβάζουν και μάλιστα πολύ. Έλληνες συγγραφείς science fiction δεν διαβάζουν. Γιατί θεωρούν πως ο διπλανός τους, ο συγγενής τους, ο αδερφός τους, ο Έλληνας δηλαδή, science fiction είναι αδύνατον να γράψει. Μπουζουκάκι και ουζάκι και ταβλάκι και φραπεδάκι και "τ' άστρα του Νοτιά", (αν και τώρα τελευταία έχουν αρχίσει να εκλείπουν όλα αυτά), με το Science Fiction, είναι διαφορετικά σύμπαντα, όχι απλά πλανήτες.


7. Ποια εντυπωσιακή εξέλιξη -τεχνολογικά - πιστεύετε πως θα συμβεί στην καθημερινότητα μας τα επόμενα 30 χρόνια;
Το κυριότερο που πιστεύω αργά ή γρήγορα θα συμβεί είναι η κατάργηση του Έντυπου. Όχι η πλήρης κατάργηση. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Αλλά μαζικά ο κόσμος δεν θα διαβάζει έντυπα. Θα διαβάζει ηλεκτρονικά.
Επίσης πιστεύω πως θα μπορεί να διαβαστεί η σκέψη. Όχι απόλυτα. Ούτε πειστικά. Αλλά σε ένα μεγάλο ποσοστό.
Επίσης οι υπολογιστές θα είναι ενσωματωμένοι ακόμη και στο σώμα εάν το θέλει ο χρήστης και σίγουρα τα πληκτρολόγια και τα ποντίκια απλά δεν θα υπάρχουν.
Πολλά θα φορτίζονται από τον ήλιο.
Επίσης δεν θα υπάρχουν οπτικοί δίσκοι ή μαγνητικοί δίσκοι οποιασδήποτε χωρητικότητας. Θα υπάρχουν μόνο μνήμες σχεδόν αυξομειούμενης χωρητικότητας γιατί το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιούν κβαντικές τεχνολογίες.
Προσωπικά θα ήθελα Ιατρικές προόδους. Σημαντικές. Αλλά πιστεύω πως αυτές θ' αργήσουν.


8. Παρατηρώ πως τώρα τελευταία γίνεστε ιδιαίτερα δημοφιλής στο facebook profile σας. Πιστεύετε πως είναι εύκολο να χειριστείτε την εικόνα σας σε έναν χώρο όπου έχουν πρόσβαση τόσο άνθρωποι που γνωρίζουν προσωπικά σας δεδομένα όσο και άνθρωποι που απλά γνωρίζουν τα βιβλία σας;
Όχι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Το FaceBook (εγώ και οι friends μου εννοώ) μου φαινόμαστε σαν ένα 24ωρο μπαρ στο οποίο όλοι μας συχνάζουμε. Άλλοι λίγο άλλοι πολύ άλλοι είναι σαν να μένουν εκεί. Υπάρχουν στιγμές και ώρες που έχω μπει με καθαρό μυαλό συμμετέχοντας σε κουβέντες ή και χαβαλέδες με γέλια, και γύρω στις δυο ώρες μετά, έχω βγει με πολύ οινόπνευμα στο κεφάλι (καταναλωμένο δίπλα στο πληκτρολόγιό μου) και με ανθρώπους στο μυαλό που συνάντησα εκεί μέσα χωρίς να μπορώ να τους βγάλω.
Αυτό είναι μία επακριβής εικονική μεταφορά μιας πολύ όμορφης βραδιάς σ' ένα μπαρ νύχτα, άσχετα αν το πραγματικό μπαρ θα κρατήσει μέχρι και 5ωρα ή και βάλε ενώ το FaceBook (τουλάχιστον στην περίπτωσή μου) δεν θα ξεπεράσει ποτέ τις 2 ώρες. Όχι λόγο κάποιας δουλειάς, αλλά γιατί η ενεργή συμμετοχή μου δεν βαστά για παραπάνω. Συνήθως το έχω ανοιχτό σ' ένα tab στον browser μου ενώ ταυτόχρονα εργάζομαι πάνω στο οτιδήποτε ή ακόμη και γράφω. Έτσι ο κόσμος νομίζει πως είμαι μέσα με τις ώρες μιας που συχνά γυρνώ σ' αυτό το tab για να φύγει το μυαλό μου. Για να χαζέψω που λέμε.


9. Ποια είναι η εικόνα που έχετε εσείς για τα Social media & New media στον ελληνικό χώρο;
Ακόμη δεν έχουν αποκτήσει την δυναμική που μπορούν. Τα παραδοσιακά μέσα ακόμη αντιστέκονται και όχι άδικα. Αυτοί που θ' αναγκαστούν ν' αλλάξουν δουλειά δεν είναι δεδομένο πως θα μπορούν ανεξάρτητα αν θα το θέλουν ή όχι. Πάντως τα Ηλεκτρονικά Μέσα και το Internet είναι Φυσικός Εξελικτικός μονόδρομος. Και βέβαια και για την Ελλάδα.


10. 10 ώρες δυτικά. Το νέο σας βιβλίο. Αν και το έχω δεν πρόλαβα να το διαβάσω. Τι θέλετε να αγαπήσουμε σε αυτό το βιβλίο;
Την Αριάδνη. Και τους άλλους, αλλά την Αριάδνη κυρίως. Που πρέπει να ξεπληρώσει τον λογαριασμό για ένα κομμάτι του σημαντικότερου εγκλήματος στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Ανακοινώθηκε η ευρεία λίστα των υποψηφιοτήτων για το βραβείο Man Booker 2010

Ανακοινώθηκε χθες, 27 Ιουλίου 2010, η ευρεία λίστα των υποψηφιοτήτων για τα διεθνή λογοτεχνικά βραβεία Man Booker. Η κριτική επιτροπή κλήθηκε να επιλέξει 13 τίτλους από ένα σύνολο 138 μυθιστορημάτων.

Μέλος της επιτροπής δήλωσε χαρακτηριστικά: «Στη λίστα βρίσκονται 13 εξαιρετικά μυθιστορήματα, βιβλία τα οποία επιλέξαμε για την ποιότητά τους, χωρίς να λάβουμε υπ' όψιν μας το προηγούμενο συγγραφικό έργο των δημιουργών τους. Τα εν λόγω βιβλία, καλύπτοντας ευρύ γεωγραφικό πεδίο και θεματολογία, διηγούνται δυνατές ιστορίες, οι οποίες κάνουν το οικείο να φαντάζει ανοίκειο, αγκαλιάζοντας ένα πλούσιο φάσμα ιστορικών περιόδων αλλά και συναισθημάτων. Έχουμε τη βεβαιότητα ότι θα προκαλέσουν αίσθηση και θα ψυχαγωγήσουν».

carey-b

Οι εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα μεταφέρουν την είδηση με ιδιαίτερη χαρά, καθώς στους σπουδαίους συγγραφείς της ευρείας λίστας του βραβείου Man Booker συγκαταλέγονται δύο ξένοι πεζογράφοι των οποίων τα έργα στην Ελλάδα εκδίδονται από το Λογοτεχνικό μας Τμήμα: πρόκειται για τους διεθνώς αναγνωρισμένους συγγραφείς Πήτερ Κάρεϊ και Ντέιβιντ Μίτσελ.

Ο Πήτερ Κάρεϊ είναι μάλιστα ο ένας εκ των μόνο δύο συγγραφέων στους οποίους το βραβείο έχει απονεμηθεί δύο φορές στην ιστορία του. Αρχικά, το 1988 για το βιβλίο του «Όσκαρ και Λουσίντα» και, εν συνεχεία, το 2001 για την«Αληθινή ιστορία της συμμορίας Κέλι» (Ελληνικά Γράμματα, 2002). Το 1985, το βιβλίο του «Illiwhacker» είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα των υποψήφιων προς βράβευση βιβλίων, ενώ η «Κλοπή: Μια ερωτική ιστορία»(Ελληνικά Γράμματα, 2006 ) συμπεριλήφθηκε στην ευρεία λίστα του Man Booker Prize το 2006. Τελευταίο βιβλίο του, στα ελληνικά, είναι το μυθιστόρημα «Ο παράνομος εαυτός του» (Ελληνικά Γράμματα, 2009)

mitchell-b

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ ήταν υποψήφιος για τα μυθιστορήματά του «number9dream» το 2001 και, πιο πρόσφατα, το 2004, «Ο άτλας του ουρανού» (Ελληνικά Γράμματα, 2007). Το 2008, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα κυκλοφόρησε το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά του «Μαύρος κύκνος».

Η βραχεία λίστα των υποψηφιοτήτων του Man Booker Prize για το 2010 θα ανακοινωθεί την Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου σε συνέντευξη Tύπου, η οποία θα δοθεί στα κεντρικά γραφεία της επιτροπής των βραβείων στο Λονδίνο. Το όνομα του τελικού νικητή θα γνωστοποιηθεί στις 12 Οκτωβρίου.

Το βραβείο Man Booker Prize for Fiction, το οποίο χαρίζει στον κάτοχό του διεθνή αναγνώριση, συνοδεύεται από αμοιβή ύψους 50 χιλιάδων λιρών. Καθένας από τους έξι συγγραφείς της βραχεία λίστας, συμπεριλαμβανομένου του νικητή, θα λάβει το ποσό των 2,5 χιλιάδων λιρών και μια ειδικά σχεδιασμένη συλλεκτική έκδοση του βιβλίου του.

Τα best seller του 2010 για την Ωκεανίδα


Αλιέντε Ιζαμπέλ
Το νησί κάτω από τη θάλασσα
Ασημένια σειρά
«Χόρευε, χόρευε, Σαριτέ, γιατί ο σκλάβος που χορεύει είν’ ελεύθερος… όσο χορεύει...»

# 2
Μανιάτη Νικόλ-Άννα
Το τίμημα

Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημαΕπρεπε να πληρώσει. Θα άντεχε το τίμημα της εξιλέωσης;


# 3
Παμούκ Ορχάν
Το Μουσείο της Αθωότητας
Ασημένια σειρά

Το πρώτο μυθιστόρημα του Ορχάν Παμούκ μετά το Νόμπελ. Ο συγγραφέας αυτή τη φορά μιλάει για την αγάπη και την ευτυχία.



# 4
Ντιν Ρεμπέκα
Εχθροί της αγάπης
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Η ιστορία δυο οικογενειών από τις παραμονές του Πρώτου μέχρι και το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.



# 5
Δαμιανού Παπαδοπούλου Γιόλα
Κρατήσου απ τα όνειρα σου
Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα
Λένε πως η απόσταση της ευτυχίας από τη δυστυχία είναι μονάχα μια σπίθα φωτός.



# 6
Γουίλλετ Μάρσια
Το κλουβί
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Ένας παντρεμένος άντρας ζει μια παθιασμένη σχέση με μια όμορφη ηθοποιό. Πρέπει όμως να επιλέξει...


# 7
Μόρτον Κέιτ
Σαν παραμύθι
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Η αναζήτηση της αλήθειας για την καταγωγή της οδηγεί μια κοπέλα στις ανεμοδαρμένες ακτές της Κορνουάλης.


# 8
Ντόνελι Τζένιφερ
Το Τριανταφυλλάκι
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Πώς ένα τριανταφυλλάκι έγινε σύμβολο επιτυχίας κι άνοιξε το δρόμο στο όνειρο.


# 9
Πανταζή Φανή
Ο κουρσάρος της καρδιάς μου
Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα
Αγαπιούνται από παιδιά, αλλά η μοίρα τους χωρίζει...


# 10
Μόρτον Κέιτ
Όταν σκόρπισε η ομίχλη
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Μια συγκινητική ιστορία αγάπης με φόντο τη ρημαγμένη από τον Μεγάλο Πόλεμο Εδουαρδιανή Αγγλία.



# 11
Οικονόμου Καίτη
Δράκος στο χιόνι
Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα
Ένας άντρας πληγωμένος από τη ζωή... Μια άγνωστη γυναίκα που θα του κλέψει την καρδιά...


# 12
Ντόνελι Τζένιφερ
Τριαντάφυλλο του χειμώνα
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Η πολυαναμενόμενη συνέχεια της μεγάλης επιτυχίας
Το τριανταφυλλάκι.


# 13
Θεοδωρόπουλος Τάκης
Το ξυπόλητο σύννεφο
Έλληνες συγγραφείς
Ένα παρελθόν πολύ κοντά στο δικό μας παρόν.


# 14
Ληβάιν Τζέιμς Α.
Το γαλάζιο τετράδιο
Ασημένια σειρά
Ένας φόρος τιμής στη δύναμη της ψυχής και της φαντασίας των παιδιών.


# 15
Πίλτσερ Ρόζαμουντ
Φωνές το καλοκαίρι
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Ένα υπέροχο καλοκαίρι στην Κορνουάλη αλλάζει τη ζωή μιας ολόκληρης οικογένειας.


# 16
Καρίζι Ντονάτο
Ο υποβολέας
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων. Ένας
πολυπρόσωπος εχθρός. Ένα εφιαλτικό παιχνίδι.


# 17
Λοπινό Ζοέλ
Το άρωμα του λωτού
Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα
Ξανασυναντιούνται με άλλα ονόματα μέσα στους αιώνες, αλλά είναι πάντα τα ίδια πρόσωπα - πάντα ερωτευμένοι.


# 18
Μανιάτη Νικόλ-Άννα
Όταν κλαίνε τ' αστέρια
Σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα
Η μοίρα έμελλε να παίξει με τις ζωές δύο νέων ανθρώπων...


# 19
Σίμονς Πωλλίνα
Ο Μπρούντζινος Καβαλάρης
Σύγχρονο ξένο μυθιστόρημα
Λένινγκραντ 1941. Ενώ ο πόλεμος μαίνεται, η Τατιάνα και ο Αλεξάντερ ζουν τον μεγάλο έρωτα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση