Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η Ρέα Γαλανάκη στη Σόνια Ζαχαράτου

Πίσω από κάθε βιβλίο της κρύβονται χρόνια δουλειάς. Ερευνα, μελέτη, ταξίδια, περίσκεψη, προβληματισμοί, οδύνες, χαρές, εκπλήξεις ζωής. Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες της, τα μυθιστορήματά της, παίρνουν τον αναγνώστη από το χέρι και τον ταξιδεύουν σε τόπους και ψυχές, σε καταστάσεις και αιθέριες τρυφερότητες, σε ονειρικές φαντασίες και σε δύσβατα μοναχικά μονοπάτια, σε μύθους και σε ιστορικές ελληνικές στιγμές και πάνω απ΄όλα, σε μία λογοτεχνία ατόφια, σπάνιας επιμέλειας, εντιμότητας κι ευαισθησίας. Η Ρέα Γαλανάκη, τιμημένη δύο φορές με κρατικό βραβείο, μία με το μεγάλο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών ‘Ελένη και Κώστας Ουράνη’, με το βραβείο ‘Νίκος Καζαντζάκης’ του Δήμου Ηρακλείου και με το βραβείο αναγνωστών για το τελευταίο της βιβλίο ‘Αμίλητα, βαθειά νερά’ θα ψιθυρίσει στη διάρκεια της συνέντευξης ‘δεν ξέρω αν τα αξίζω κιόλας...’. Μιλά, άλλοτε χαμογελώντας μελένια κι άλλοτε χαρακώνοντας το πρόσωπό της, μεταλλάσσοντάς το σε σκληρό κρητικό τοπίο. Στριφογυρίζει συχνά πυκνά το δαχτυλίδι που της πέρασε στο δάχτυλο μία απόγονος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά, του ήρωά της στο ομώνυμο βιβλίο της, αρκετό καιρό μετά τη γραφή του, κι εγώ σκέφτομαι ‘να, ο αρραβώνας της με την τέχνη’. Γιατί δεν το βγάζει ποτέ από το χέρι της...

Κυρία Γαλανάκη, πώς αρχίσατε τη συγγραφική καριέρα σας; «Ξεκινώντας από την ποίηση, πέρασα σε δοκίμια, διηγήματα και στα πέντε μυθιστορήματά μου, που είναι μάλλον και τα πιο γνωστά. Αρχισα να δημοσιεύω λίγο αργά στη ζωή μου και αυτό πιστεύω ότι είναι καλό, γιατί είναι πιο ώριμη η δουλειά. Δεν μου αρέσουν οι βιαστικές κινήσεις ούτε στη ζωή ούτε στην τέχνη. Και στη ζωή τη βιασύνη την έχω πληρώσει, μερικές φορές».

Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που να διαπερνά όλα τα έργα σας; «Σε κάθε συγγραφέα υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων, μικρών και μεγάλων, που κάνουν το ύφος και τα βιβλία του αναγνωρίσιμα. Αλλά για τα δικά μου, δεν πρέπει να πω εγώ ποια είναι αυτά».

Εχω την εντύπωση ότι πάντα παίζει το στοιχείο της επιστροφής. «Είναι ένα μόνιμο μοτίβο, που δεν είναι μόνο δικό μου. Το βρίσκουμε στη μισή λογοτεχνία. Γιατί έχει πολύ ισχυρούς προγόνους από την έναρξη κιόλας του γραπτού λόγου. Και σε μένα υπάρχει, επειδή προφανώς με αφορά».

Με μία έξαρση ιδιαιτέρως συγκινησιακή, σε σας; «Μπορεί. Ο νόστος δεν είναι κάτι ψυχρό. Συγκινείται κάποιος που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μέσω του χρόνου και δεν τον βρίσκει. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι υπάρχει επιστροφή. Κι όταν λέμε νόστος, επειδή ακριβώς είναι ένα βασικό λογοτεχνικό μοτίβο, δεν εννοούμε μόνο την επιστροφή σε ένα τόπο ή σε μια συγκεκριμένη παιδική ηλικία. Πάμε πολύ πιο πέρα, αγγίζουμε τα αρχέτυπα της ύπαρξής μας. Μη ξεχνάμε άλλωστε, ότι υπάρχουν δύο σχετικά θεμέλια στη λογοτεχνία: το ένα είναι ο χαμένος παράδεισος στην εβραϊκή λογοτεχνία και η Ιθάκη στην ελληνική. Μείζονα σχήματα, τα οποία λειτουργούν αρχετυπικά και συνεχίζουν να μας συγκινούν. Η ζωή μας δεν αποδεσμεύεται εύκολα από αυτά».

Κάπου αναφέρετε ότι ο νόστος μπορεί να οδηγεί στο θάνατο. «Ο νόστος που συνοδεύεται από την ύβρι, με την αρχαία σημασία. Οφείλω πολλά στις παλιότερες παρατηρήσεις του Δημήτρη Μαρωνίτη για τον ‘εναγή νόστο’στην Οδύσσεια. Ο νόστος που συνδέεται με το άγος, με την προσβολή στην πατρίδα, που τουλάχιστον στην Οδύσσεια έφερνε το θάνατο. Αλλά και κάθε νόστος μπορεί να φέρει το θάνατο. Είναι μια πολύ σκληρή δοκιμασία και διαρκεί ολόκληρη ζωή. Δεν υπάρχει τελικά ένα προσδιορισμένο τέλος, επιστρέφεις στον εαυτό σου προσπαθώντας να τον βρείς, επιστρέφεις στην ταυτότητά σου προσπαθώντας να την προσδιορίσεις. Επιστρέφεις και στις ρίζες της γραφής».

Εχετε ποτέ κλάψει γράφοντας; «Ναι, και πάντα στη δεύτερη και στην τρίτη γραφή, προσπαθώ να το ελέγξω. Για να μείνει η συγκίνηση χωρίς αναφυλλητό».

Και όταν ερευνάτε ένα θέμα; Είναι μία περίοδος συγχρόνως δύσκολη; «Πάρα πολύ δύσκολη, αλλά με γοητεύει. Ξεκινώντας από κάτι που φαίνεται γνωστό, καταλήγεις σε ένα άγνωστο. Ξεκινώντας από ένα ταμπού, καταλήγεις σε μία κρυμένη αλήθεια. Αποσιωποιημένη. Η έρευνα ανοίγει το μυαλό και μας δείχνει ότι δεν πρέπει να μένουμε στις κοινώς αποδεχτές και προκατασκευασμένες απόψεις, αλλά να προχωρούμε στο παρασκήνιο. Τις τελευταίες δεκαετίες οδηγούμαστε σε μια επανανακάλυψη του κόσμου, σε μία απομάγευση των μύθων, σε μία βαθύτερη σκέψη. Ολα αυτά έχουν μεγάλη σχέση με τη λογοτεχνία».

Σας γαλούχησαν οι μύθοι και ό,τι απορρέεει από αυτούς; «Μεγαλώνοντας στο Ηράκλειο ένοιωσα πολύ κοντά στο μύθο του Λαβυρίνθου και της Αριάδνης. Είχαν να κάνουν με μας. Πρόκειται για ένα μεγάλο ερωτικό πάθος ο μύθος της Αριάδνης, που οδηγεί στην απόσχιση από την οικογένεια, αλλά παράλληλα και στην εγκατάλειψη και στη μοναξιά. Για μένα, στα έργα μου, το κρίσιμο σημείο είναι η επαφή του μύθου με το ιστορικό γεγονός. Ή η μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος».

Γιατί κάνετε αυτή την αντιστροφή; «Επειδή ο μύθος είναι εξαιρετικός αλλά πολύ μακρινός, ενώ το ιστορικό γεγονός μας αφορά πιο πολύ. Από τη στιγμή που υπάρχει ιστορία, μπορούμε να βρούμε τα πατήματα των μύθων, την επαφή που βγάζει ηλεκτρικούς σπινθήρες. Να σας πω ένα ιστορικό μύθο: ότι στην Ανατολική Κρήτη δεν υπήρχε εμφύλιος. Εγώ αυτό μάθαινα, μεγαλώνοντας σε ένα βενιζελικό αστικό σπίτι. Ανακάλυψα όμως, ότι έγινε εμφύλιος, μα το αποσιωπούσε ο κόσμος. Και ήταν μεν σύντομος αλλά πολύ αιματηρός. Η αποσιώπηση είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται στη λήθη ακόμα και το όνομα ενός σπουδαίου ανθρώπου, αρχηγού του ΕΛΑΣ Ανατολικής Κρήτης και του Δημοκρατικού Στρατού αργότερα, του Γιάννη Ποδιά, για τον οποίον ακόμα δεν έχουμε καμία βιογραφία, εκτός από τις ύβρεις που έγραφαν οι αντίπαλοί του, το 1947. Να, πώς δημιουργείται ένας μύθος, μια παράδοση λαϊκή, που είναι όμως ιστορικό γεγονός».

Για το βιβλίο ‘Ο βίος του Ισμαήλ Φερέκ Πασά’ που επανεκδόθηκε πρόσφατα, πώς σας ήρθε η ιδέα; «Είχα ακούσει την ιστορία αυτού του κρητικόπουλου που αιχμαλωτίστηκε, εξισλαμίστηκε κι έφτασε να γίνει αρχηγός του Στρατού στην Αίγυπτο, απο τον πατέρα μου που καταγόταν από το Ψυχρό, στο οροπέδιο Λασιθίου, από όπου καταγόταν και ο Ισμαήλ. Εκεί, η ύπαρξή του Ισμαήλ παραμένει ζωντανή ιστορία. Μου την είπε ο πατέρας μου, με συγκίνησε, ήμουν τότε 16 ετών, την κράτησα κι έφτασα κοντά στα 40 μου για να την κάνω μυθιστόρημα».

Ψάξατε πολύ για τα στοιχεία; «Τα στοιχεία ήταν περιορισμένα, ευτυχώς υπήρχε μία πολύ καλή μονογραφία ενός τοπικού λόγιου, του κυρίου Καραβαλάκη. Πήγα επίσης στην Αίγυπτο για να ανακαλύψω τα ίχνη του. Στο στρατιωτικό μουσείο του Καΐρου είχα μια έντονη συγκίνηση. Το μουσείο ήταν κλειστό και έπρεπε κάποιος να μας συνοδεύσει και μας είχαν απαγορεύσει να φωτογραφίσουμε. Οταν είδε τη συγκίνησή μου, είπε ‘φωτογραφίστε’, παρακούοντας τις εντολές των ανωτέρων του. Και παρόλο που έτρεμα, φωτογράφισα την προτομή του».

Είχε πολύ μελαγχολικό πρόσωπο. «Τι να πω εγώ που τον έχω πλάσει; Το πιο ενδιαφερόν είναι η εντυπωσιακή ομοιότητα με τον αδελφό του, που ήταν από τους μεγάλους ευεργέτες και ιδρυτές του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Τον είδα σε μια ελαιογραφία του ζωγράφου Δούκα που βρίσκεται στο γραφείο του πρυτάνεως, μερικά χρόνια μετά τη γραφή του μυθιστορήματος. Βλέπετε, αυτές οι ιστορίες δεν σταματάνε σε μια συγκεκριμένη αίσθηση, αλλά συνεχίζονται στο μέλλον».

Τι ρόλο παίζει η καταγωγή ενός συγγραφέα στη γραφή του; «Πολύ μεγάλο, κυρίως όταν ωριμάζει κανείς. Τουλάχιστον, έτσι έχει συμβεί με μένα. Δεν είναι όλα μου τα βιβλία για την Κρήτη, έχω δουλέψει και με τις Σπέτσες και με την Πάτρα, όπου έχω ζήσει πολλά χρόνια και την αγαπώ πολύ. Μ΄ενδιαφέρει, μπορώ να πω, ο διάλογος ανάμεσα σε περιφερειακές ισχυρές μονάδες και στο κέντρο των πραγμάτων, που είναι η Αθήνα».

Στην Κρήτη τα πράγματα είναι διαφορετικά. «Η Κρήτη έχει πολύ έντονη παράδοση, λόγω της ιστορίας της. Της μεγάλης διάρκειας της Βενετοκρατίας, αλλά και η Τουρκοκρατία εκεί συνεχίστηκε περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, κάτι που προφανώς διαμόρφωσε συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν θαυμάζουμε, όμως, την Κρήτη χωρίς επιφυλάξεις. Αντιθέτως, προσπαθώ να παρέμβω στην εύκολη, τουριστική πρόσληψή της και να εισχωρήσω βαθύτερα, δουλεύοντας πάνω στους άγραφους νόμους, στις συγκρούσεις, στις νοοτροπίες. Πρέπει να πω κάποια πράγματα, έχοντας ζήσει εκεί και ανήκοντας σε μια γενηά, η οποία ακούμπησε τόσο στον προφορικό πολιτισμό, όσο και στο σύγχρονο αστικό».

Αυτή την τουριστική εικόνα οι Κρήτες δεν τη φτιάχουν; «Ασφαλώς. Καλλιεργούν μια άσχημη εικόνα, όταν επικαλούνται δήθεν την τουρκοκρατία που είχαν όπλα, για να έχει ο καθένας από τρία καλάσνικωφ _έτσι λένε τουλάχιστον σε ορισμένους τόπους, όχι παντού_ και όλα αυτά δεν μου αρέσουν. Και το όπλο είναι ένα ανδρικό προνόμιο _εκτός των άλλων. Δεν έχω ακούσει για γυναίκες να έχουν όπλο. Αυτό δείχνει και μια διαστρωμάτωση εσωτερική στην αγροτική κυρίως οικογένεια και κοινωνία».

Είναι πολύ άνιση η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα; «Στο Ηράκλειο νομίζω δεν υφίσταται _από ανθρώπους τουλάχιστον καλλιεργημένους. Παρόλα αυτά έχω τρομάξει και με ορισμένους από την πόλη του Ηρακλείου για τις απίστευτες μεσαιωνικές τους αντιλήψεις, παρά την αστική τους επιφάνεια. Φαίνεται όμως, ότι σε ορισμένες οικογένειες και τόπους, αυτή η άνιση σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, υπάρχει».

Μήπως ένοιωθε εγκαταλειμένη από την Αθήνα η Κρήτη και όταν απέκτησε δύναμη και επάρκεια οδηγήθηκε σε μια ιδιότυπη συμπεριφορά; «Σε αυτές τις νοοτροπίες παίζει πάντα ρόλο και η οικονομική κατάσταση ενός τόπου και ο τρόπος που βγαίνουν τα λεφτά. Τα παραδείγματα που ακούστηκαν τελευταία στην Κρήτη είναι χαρακτηριστικά ως προς αυτό, η δε παρανομία δείχνει μία βίαιη μετάβαση από μία κοινωνική δομή στην άλλη. Αυτή η βίαιη μετάβαση τρέφει, εκτός των άλλων, το βαθύ συντηρητισμό κάποιων τοπικών κοινωνιών».

Οδηγούν και σε μια ανελευθερία έκφρασης; «Φυσικά! Αλλά η ανελευθερία έκφρασης είναι στο εποικοδόμημα. Τα φαινόμενα λογοκρισίας πληθαίνουν ραγδαία και είναι πολύ ανησυχητικό για τη λεγόμενη σήμερα δημοκρατική Ελλάδα».

Πού στηρίζετε αυτό που λέτε; «Πρόσφατα αποσύρθηκε το βραβευμένο βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου ‘Ζιγκ ζαγκ στις κερασιές’ από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Το κυριότερο είναι το σκεπτικό του δικαστή, που αντιστοιχούσε στις πιο συντηρητικές περί τέχνης και περί ζωής απόψεις και το ότι η δίωξη ξεκίνησε από ακροδεξιούς κύκλους. Είναι παρήγορο τουλάχιστον ότι κάποιοι υπογράψαμε ένα κείμενο διαμαρτυρίας. Η πολιτική εξουσία παίζει τα παιχνίδια της και μερικές φορές υποτάσσεται σε ένα λαϊκίστικο αίτημα λογοκρισίας. Το βρίσκω απαράδεκτο».

Υπάρχει επομένως, μια ασάφεια ως προς την αντιμετώπιση της τέχνης; «Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε καμία κοινωνία. Ολα συμφύρονται και δημιουργείται κάποια ανασφάλεια. Πίσω από τις δικαιολογίες ότι προσβάλλονται τα σύμβολα του έθνους και της θρησκείας ή παραβιάζεται η εθνική συνείδηση ή η πολιτική ορθότητα _πρόσφατο παράδειγμα το βιβλίο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης για τον διαπρεπή μαθηματικό Κ. Καραθεοδωρή_, υπάρχει μία εξαιρετικά μυωπική αντίληψη για την ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Εκεί φαίνεται τι σημαίνει σήμερα Ευρώπη και δημοκρατική χώρα μέσα στην Ευρώπη».

Εσεις έχετε νοιώσει ποτέ λογοκριμένη; «Να σας το πω αλλιώς. Νομίζω ότι επειδή δεν λογόκρινα κάποια νέα στοιχεία που άλλαζαν την επικρατούσα άποψη για ένα ιστορικό γεγονός, βρέθηκα αντιμέτωπη με μια συκοφαντική εκστρατεία. Εμμεση λογοκρισία ήταν επίσης, ότι έγιναν πολλές προσπάθειες να ακυρωθούν προγραμματισμένες παρουσιάσεις, να επηρεαστούν εναντίον μου ομιλητές, να απειληθούν έως και επεισόδια σε διάφορες εκδηλώσεις. Μιλάμε για μια κοινωνική λογοκρισία, η οποία παράγεται μέσα από ένα συγκεκριμένο αναχρονιστικό σύστημα νοοτροπιών και ιδεών. Και όλα αυτά είναι, προφανώς, άτυπα».

Τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης; «Με ανησυχεί πολύ το φαινόμενο και στην Ευρώπη, μετά τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ στη Δανία και το σάλο που σηκώθηκε. Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε την επόμενη ημέρα, όλες οι ευρωπαϊκές εφημερίδες να τα αναδημοσιεύσουν. Εφόσον ζει κανείς στην Ευρώπη, οφείλει να σέβεται τους ιδρυτικούς κοινωνικούς κανόνες της, οι οποίοι μιλούν για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, μέσα πάντα στα συνταγματικά πλαίσια κάθε κράτους. Και δεν νομίζω ότι κάθε θρησκευόμενος μουσουλμάνος είναι φανατικός, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά το θέμα είναι ότι παίζονται πολιτικά παιχνίδια που εκφράζουν συγκεκριμένες κι επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων. Δεν λύνονται τα προβλήματα με το φανατισμό και την προσπάθεια διχασμού».

Από την άλλη, έχουμε την απίστευτη ελευθερία του Ιντερνετ όπου μπορείς να κατεβάσεις τα πάντα. «Αυτό δεν αφορά όλη την κοινωνία, καθώς δεν νοείται κοινωνία χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις της. Είναι ένα καζάνι που βράζει. Από την άλλη, στα μπλόγκ κάποιοι γράφουν τη γνώμη τους ανώνυμα ή ψευδώνυμα και αυτό είναι έκφραση θρασυδειλίας. Οπως επίσης πιστεύω ότι για να κρίνεις ένα βιβλίο πρέπει να το έχεις διαβάσει. Εχουμε παραδείγματα κριτικών που επαίρονται κατ΄ιδίαν ότι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το οποίο γράφουν κριτική και μάλιστα λιβέλλους».

Η σωστή κριτική βοηθά; «Πάρα πολύ. Οι καλοί κριτικοί επικοινωνούν με το βιβλίο, συστηματοποιούν τα πράγματα, αλλά είναι ελάχιστοι αυτοί. Ενα χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι ο καθένας ανώδυνα και ανεπαίσχυντα θεωρεί τον εαυτό του είτε συγγραφέα είτε κριτικό. Και το να γράφεις ένα βιβλίο, είναι δικαίωμά σου, μπορεί νάναι και η ‘τρέλα’ σου. Το να θεωρείς, όμως, τον εαυτό σου κριτικό είναι χειρότερο, γιατί είναι μία δευτερογενής δουλειά και μια άσκηση εξουσίας. Και κάθε κριτικός δεν μπορεί να συνομιλήσει με το κάθε έργο. Πρέπει το μήκος κύματος του συγγραφέα και του κριτικού κάπως να συμπίπτουν. Μπορεί, λόγου χάρη, ένας κριτικός να μην έχει καμία ιστορική γνώση και να μη μπορεί να καταλάβει ένα έργο που στηρίζεται στην ιστορία».

Μια που μιλήσαμε για την Ευρώπη, τι σκέφτεστε για την ονομασία της Fyrom; «Δεν έχω άποψη συγκεκριμένη αλλά το όνομα υπάρχει ιστορικά. Αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Κακώς άνοιξε το θέμα, δεν έπρεπε, ας βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Προφανώς είμαι κατά κάθε φανατικής εκδήλωσης, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται».

Από όσα μου έχετε πει, αποκομίζω την εντύπωση ότι αγαπάτε πολύ αυτόν τον γεωγραφικό αλλά και τον ανθρώπινο τόπο, που λέγεται Ελλάδα. Με ό,τι συνεπάγεται. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω μεγάλα διαστήματα εκτός. Στη δικτατορία, όταν είχα πάρει το πτυχίο και θα το μπορούσα, ήμουν χαρακτηρισμένη και δεν είχα διαβατήριο. Αργότερα, έμεινα ένα σχεδόν χρόνο στη Νέα Υόρκη, με τον Ηλία Κούβελα, τον άντρα μου. Την αγαπώ πάρα πολύ την Ελλάδα, αλλά ‘αγαπώ’ δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή. Σημαίνει αναζήτηση και δύσκολες ισορροπίες».

Εχετε νοιώσει ποτέ, ξένη σε αυτή τη χώρα; «Κάθε ευαίσθητος Ελληνας θα έχει νοιώσει ξένος και όχι μόνο για μια στιγμή...».

Και θυμωμένη; «Φυσικά. Τελευταία είχε γίνει και η σιωπηρή διαδήλωση ανθρώπων της τέχνης προς το υπουργείο Πολιτισμού, κάτω από τον τίτλο ‘Θυμωμένη Τέχνη’. Θυμωμένη ήμουν κυρίως μέσα στη δικτατορία. Πρέπει να βάζουμε δύσκολα ερωτήματα για να εξάγουμε κι ένα βαθύτερο συμπέρασμα, ακόμα και περί θυμού».

Διαβάζοντας βιογραφικά στοιχεία σας, σταματώ σε δύο: αγώνας κατά της δικτατορίας και, δυο φορές απαχθείσα. «Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, πιάστηκα από την Ασφάλεια δυο φορές, άλλοι άνθρωποι υπέστησαν απείρως περισσότερα. Συμμετείχα σε πλήθος αντιδικτατορικών πράξεων, αλλά κυρίως συμμετείχα μέσω άρθρων, εκδηλώσεων, υπογραφών... Το γεγονός ότι ο τότε σύζυγός μου, Νίκος Γιανναδάκης, ήταν πολιτικός κρατούμενος ως ταγός του Ρήγα Φεραίου, της πρώτης φοιτητικής αντιδικτατορικής οργάνωσης, δεν μου επέτρεπε και περισσότερα. Οσο για τις απαγωγές, ναι, κλεφτήκαμε με τον Νίκο Γιανναδάκη, το γνωστό και αργότερα διαπρεπή έφορο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης στο Ηράκλειο, που πέθανε το 1998. Εμεινε στη φυλακή πεντέμιση χρόνια. Χωρίσαμε μετά την αποφυλάκισή του, αλλά μείναμε φίλοι».

Και πώς έγιναν οι απαγωγές; «Οταν έγινε η δικτατορία ήμασταν φοιτητές και οι δυο. Θέλαμε να παντρευτούμε, οι γονείς μου δεν το επέτρεπαν, γι αυτό έγινε η πρώτη απαγωγή στην Αθήνα_βλέπετε πώς λειτουργούσαν τα στερεότυπα ακόμα στη δική μας τη γενηά, επειδή βγαίναμε κι εμείς από εποχές άλλες. Τελικά, μας έπεισαν οι δικοί μου να κατεβούμε στην Κρήτη και να μας στεφανώσουν, αλλά, αντί γι αυτό, άρχισαν τα αντικομμουνιστικά κυρήγματα. Ετσι, ξανακλεφτήκαμε και στεφανωθήκαμε».

Μια ζωή με πάθη; «Πάθη που ευτυχώς ήταν και είναι πολλά. Πάθος για τη ζωή, για τη δημιουργία, αλλιώς κανείς νεκρώνεται. Παθιάζομαι, λόγου χάρη, όταν βρίσκω τα πρόσωπα παλαιών ανθρώπων, για τους οποίους γράφω. Και τα κρατώ στο γραφείο μου. Το πρόσωπο είναι ένα τοπίο, έχει διάσταση χωρική».

Και με φόβους; «Φοβίες έχουμε όλοι. Ο φόβος παλεύεται. Στη δικτατορία που έπρεπε να δουλέψω κάποτε παράνομα το βράδυ και φοβόμουν, είπα ότι θα τον πολεμήσω το φόβο μου και ήταν εμπειρία σημαντική. Ο φόβος είναι κάτι με το οποίο συνομιλείς. Και στο θάνατο πρέπει να φτάσει συμφιλιωμένος, αν είσαι ευδαίμων και δεν έχεις μείνει στη μέση».

Ο θάνατος δεν είναι πιο κοντά στη ψυχολογία της γυναίκας; «Είναι διαφορετική η ιδέα του θανάτου, τουλάχιστον παραδοσιακά, στον άντρα και στη γυναίκα. Ο άντρας είχε συχνά το θάνατο στη μάχη, το θάνατο των όπλων, που είναι συγκρουσιακός, εξωστρεφής, δημόσιος, ηρωϊκός. Η γυναίκα ασχολιόταν μέσα στο σπίτι με τον ασθενή και με τις τελετουργίες του θανάτου, με τον εσωστρεφή και συχνά γαλήνιο θάνατο άλλων, ή το δικό της, τον αντιηρωικό θάνατο. Γι αυτό και είμαστε πιο συμφιλιωμένες οι γυναίκες με ολόκληρο τον κύκλο της ζωής».
ΒΗΜagazino, τ. 405, σελ. 26-32, 20/7/2008

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Διαγωνισμός Φεβρουαρίου 2013

Να 'μαστε πάλι εδώ με τους διαγωνισμού μας! Δηλώστε την συμμετοχή σας εδω, γράφοντας μας, ποιος είναι ο λόγος που επιλέγεται να πάτε σε μία παρουσίαση βιβλίου, και μπείτε στην κλήρωση. Ο μόνος όρος είναι να είστε ΜΕΛΟΣ του blog.Το βιβλίο που προφέρεται είναι: "Εξάρες" Μαρία Κρόκου

Εγκυρες συμμετοχές εως 17/2/13 και ωρα 23:59

Μην ξεχνάτε το email σας.

Η Ηγουμένη αναγκάζεται να ακολουθήσει εντολές…



Αλμυρά ευλογημένα βλέμματα 
εκδ Άνεμος

Ο Φάνης, ο όμορφος γιατρός, φτάνει στο νησί για την άσκηση του Αγροτικού του. Τα τριάντα χρόνια του τα πέρασε στην οικογενειακή εστία, χωρίς καμιά παρεκτροπή. Είναι ανεξάρτητος, αυτόνομος για πρώτη φορά και επιζητά εντάσεις, έρωτες, περιπέτεια, ώστε να καλύψει τον χαμένο καιρό.

Η Ιωάννα, ταλαντούχα χορεύτρια, εγκαταλείπει την πολλά υποσχόμενη καριέρα της, την δίχως αναστολές έντονη ζωή της, για να δοκιμάσει τους αυστηρούς κανονισμούς του μοναχικού βίου. Αναζητά τη γαλήνη, για να επαναπροσδιορίσει την πορεία της.

Ο γιατρός καλείται στη Μονή όταν η σχεδόν αιωνόβια αδελφή Θέκλα, χρειάζεται τη βοήθειά του, και σαγηνεύεται…

Είναι δυνατόν μια γριά καλόγρια, αφιερωμένη ολόψυχα στην προσευχή και μόνο, να γνωρίζει την ανθρώπινη φύση;

Η Ηγουμένη αναγκάζεται να ακολουθήσει εντολές…

Ο αλαφροΐσκιωτος του νησιού θυμώνει…

Όσο ο χειμώνας δίνει τη θέση του στην άνοιξη, οι άνθρωποι και τα γεγονότα εξελίσσονται.

Η σαγήνη του έρωτα έχει θέση στις πεντακάθαρες αυλές του μοναστηριού;

πρόκειται για ένα μαγικό ταξίδι – στο χρόνο, στο Αιγαίο, στις Ινδίες



Το μαγικό ταξίδι

Αλεξάνδρου Γιάννης&Αλεξάνδρου Μαρίνα
εκδ Λιβάνη
 


Ο έρωτας, η μητρότητα, το Αιγαίο, οι μακρινές Ινδίες – τέσσερις κρίκοι σφιχτοδεμένοι. Στην οικογένεια του Σταύρου Λέοντος, καθένας έχει διαφορετικούς στόχους. Ζούμε μαζί τους απλές, μικρές χαρές, αλλά και δυνατά πάθη, αφού οι ήρωές μας δίνουν καθημερινά τις δικές τους μάχες. Πρωταγωνιστούν ο έρωτας και η μητρότητα. Περίγυρός μας είναι η Σύρος, με το καταγάλανο Αιγαίο που της ψιθυρίζει τρυφερόλογα, τα υπέροχα αρχοντικά και τους κήπους που λάμπουν στο φως, τα γραφικά δρομάκια της Ερμούπολης που κρύβουν δροσερές γωνιές. Η Μάρα, ασταθής κι επιπόλαια, προσγειώνεται από τη ζωή και εξελίσσεται σε αγωνίστρια και τρυφερή μητέρα, ενώ παραμένει μια γυναίκα με πάθος. Η Δάφνη, η μικρή της οικογένειας, βλέπει τα πράγματα ρεαλιστικά. Άραγε θα βρει το δρόμο για τον έρωτα; Όσο για τη Λυδία, την τραγική ηρωίδα, δραπετεύει από τον κλοιό, καταφεύγοντας στις Ινδίες. Ο Ορέστης την αγαπά και τη στηρίζει. Εκείνη, όμως, θα ανταποκριθεί; Ποια μυστικά θα οδηγήσουν τα βήματά της στη μακρινή Ανατολή; Τότε θα σκιστούν τα πέπλα και θα ξεκαθαρίσει η ομίχλη στην ψυχή της. Θα συναντηθεί με το πεπρωμένο της, γνωρίζοντας αναπάντεχα τη μητρότητα. Στις Ινδίες διασταυρωνόμαστε με την ιστορία. Εκεί, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, έφτασε ο Μέγας Αλέξανδρος με τις στρατιές του. Θαμπωνόμαστε από το βάρος των ιστορικών στιγμών. Στη σημερινή εποχή, γοητευόμαστε από τον Ρεζά, επιβλητικό μαχαραγιά, αλλά και απόγονο των Μακεδόνων. Πάνω απ’ όλα, όμως, πρόκειται για ένα μαγικό ταξίδι – στο χρόνο, στο Αιγαίο, στις Ινδίες. Σταθμοί που μας συναρπάζουν…

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

μια μυστηριώδη πρόβλεψη για το μέλλον της


ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
Μεταφραστής:ΚΟΓΙΩΝΗ ΧΑΡΑ
εκδ Ψυχογιός


Λονδίνο, 1950. Η Άλις ζει μια ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή. Το πάθος της, και η δουλειά της, είναι να φτιάχνει αρώματα. Τα βράδια τα περνάει συνήθως στο σπίτι με τους θορυβώδεις φίλους της, προς μεγάλη ενόχληση του γείτονά της, του κυρίου Ντάλντρι. Την παραμονή των Χριστουγέννων, η Άλις συναντά μια γυναίκα που κάνει μια μυστηριώδη πρόβλεψη για το μέλλον της.

«Ο πιο σημαντικός άντρας στη ζωή σου περπατούσε πίσω σου πριν από λίγο. Για να τον βρεις, θα πρέπει να κάνεις ένα μακρινό ταξίδι και να συναντήσεις έξι ανθρώπους που θα σε οδηγήσουν σ’ εκείνον. Έχεις δύο ζωές μέσα σου, Άλις. Τη ζωή που ξέρεις και μια άλλη που σε περιμένει…»

Η Άλις δεν μπορεί να ησυχάσει. Ο κύριος Ντάλντρι την ενθαρρύνει να πάρει σοβαρά υπόψη τα λόγια της γυναίκας και να κάνει αυτό το μακρινό ταξίδι. Μάλιστα, για να βεβαιωθεί ότι η Άλις δε θα αλλάξει γνώμη την τελευταία στιγμή, ο εκκεντρικός εργένης συμφωνεί να τη συνοδεύσει…

Από το Λονδίνο μέχρι την Κωνσταντινούπολη ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας γυναίκας που έχει να παλέψει με τους δαίμονες του παρελθόντος. Μια ιστορία έρωτα και φιλίας, που παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπο του παθιασμένου και αξέχαστου κυρίου Ντάλντρι, αναδίδοντας ένα μεθυστικό άρωμα νοσταλγίας.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ο Παύλος Μάτεσις στη Σόνια Ζαχαράτου

Με τα βιβλία του Παύλου Μάτεσι νοιώθω σαν να είμαι εκτεθειμένη στο ρείθρο του δρόμου. Τι θα μου συμβεί, δεν ξέρω. Μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μεταξύ φαντασίας, μύθων και άκρατης γοητευτικής ταραχής, πιάνω το μίτο κι όπου με βγάλει. Την ίδια αίσθηση είχα και με τη συνέντευξη. Κι όταν τέλειωσε, στο πολύβουο καφενείο των Εξαρχείων όπου είχε οριστεί η συνάντησή μας, αναρωτιόμουν τι να κρατήσω και τι να προσπεράσω από το χειμαρώδη λόγο του. Ενας λόγος που χρωματιζόταν άλλοτε από χαμογέλο, άλλοτε από σαρκασμό, από θλίψη, από ικανοποίηση, από εγωκεντρισμό, από θυμό. Ο πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας που δηλώνει ευθαρσώς αλαζών, που τα έργα του  κυκλοφορούν σε 15 χώρες και εκτός Ελλάδος θεωρούνται υψίστης τέχνης ενώ εντός Ελλάδος οι κριτικές για τα πεζογραφήματά του είναι σχεδόν ανύπαρκτες αλλά πλούσιες και άριστες για τα θεατρικά του, βραβευμένος εξάκις, ιστορεί τις κοιτίδες του παγκόσμιου πολιτισμού ορίζοντας τον Ομηρο, ως σπονδυλική στήλη και την Ιλιάδα, κληρονομιά παγκόσμιου βεληνεκούς. Αγαπά τους προσωκρατικούς, συνομιλεί μαζί τους και, από τον 20ο αιώνα, ξεχωρίζει τον Φώκνερ που ‘δεν μοιάζει με τους άλλους Αμερικάνους οι οποίοι, βεβαίως, είναι πάρα πολύ καλοί επαγγελματίες, αλλά ο Φώκνερ είναι Ευρωπαίος –είμαι ρατσιστής που το λέω αυτό’ και τον Μεξικάνο Χουάν Ρούλφο. Πιστεύει ότι όλοι οι γείτονές μας είναι κακόβουλοι και πρέπει να το έχουμε υπόψη μας και γι αυτό η Ελλάδα θα ήταν ευτυχέστερη αν ήταν ...νησί. Μιλά για τη σύγκρουση των πολιτισμών, θλίβεται επειδή διαπιστώνει ότι λίγος κόσμος απολαμβάνει τη λογοτεχνία, συντρέχει τα αχανή και αλλοπρόσαλα τοπία της ψυχής. Και για όλα όσα λέμε μου κάνει -εκ του περισσού- μία συμφωνία. Η συνέντευξη να γραφεί στον πληθυντικό. ‘Ο ενικός είναι μια οικειότητα δήθεν για να αποδείξουμε ότι έχουμε σχέσεις με τους δημοσιογράφους’ λέει, ρουφώντας τον καφέ του.





Στην Πράγα ανέβηκε πρόσφατα το πολυσυζητημένο έργο σας ‘Η μητέρα του σκύλου’ και θριάμβευσε. «Ναι. Το θέατρο είχε μέχρι κι ορθίους. Μία άγνωστη κυρία που καθόταν δίπλα μου, μου χάιδεψε κάποια στιγμή, το χέρι… Είχα μεγάλη προβολή, μου έκαναν πολλές συνεντεύξεις. Εστειλαν κι από την πρεσβεία στην Αθήνα μία ανταπόκριση εγκωμιαστική. Η Πράγα είναι μαγική, πήγα στα μέρη που έζησε ο Μότσαρτ και ο Κάφκα, βολτάρισα, πέρασα κι από τον τάφο του Κάφκα».

Πώς έγινε από μυθιστόρημα, θεατρικό; «Είχε μεταφραστεί στην Τσεχία κι έπεσε στα χέρια του Πάβελ Κόχουτ, ο οποίος μου ζήτησε να το διασκευάσει σε θεατρικό μονόδραμα. Το σκηνοθέτησε κιόλας. Τώρα το μεταποιώ και για την Ελλάδα. Μεταφράζω και τον Αμλετ συγχρόνως που με προκαλεί, γιατί έχει σκοτεινά διαστήματα, σκοτεινούς διαδρόμους στην ψυχή των ηρώων, η ψυχή είναι μέσα στο σκοτάδι».

Αυτά ετοιμάζετε; «Επωάζεται και ένα μυθιστόρημα… Αυτόν τον καιρό είχα στο νου μου ένα νεφέλωμα. Σαν μια πόρτα που χτύπησα και φοβόμουν όταν θα ανοίξει, τι θα βγει από εκεί μέσα. Διότι για μένα το γράψιμο δεν στηρίζεται σε μια ιδέα αλλά σε εικόνες. Και οι ήρωες δηλώνονται μέσω δράσεων».

Όταν δηλαδή βρίσκεστε μπροστά σε ένα φύλλο χαρτί, δεν ξέρετε τι θα γράψετε; «Ξέρω, γιατί υπάρχει μια προεργασία. Μου έρχεται στο νου μια εικόνα. Αν αξίζει τον κόπο επανέρχεται και βαθμιαία, πολλαπλασιάζεται σαν τις αμοιβάδες. Για ένα διάστημα, οι εικόνες διαμορφώνουν ένα έργο απλοϊκό. Ερχονται και στον ύπνο μου φράσεις που τους ταιριάζουν. Αρχίζω να κρατώ σημειώσεις. Επειτα από λίγο καιρό, στρώνομαι στη δουλειά. Το να γράφω, είναι χαρά, διασκέδαση, μου αρέσει πολύ. Και γράφω συνέχεια και σκέπτομαι ‘δεν θα μου τηλεφωνήσει κανένας κερατάς να με διακόψει;’ Πρέπει να πω ότι έχω βασανιστεί με το λόγο. Διαβάζω πάρα πολύ λεξικά και γραμματικές, που είναι τα βιβλία που αγαπώ. Η εκπαίδευση δεν τελειώνει ποτέ. Μετα από πολλά χρόνια συντροφιάς με την ‘Ιλιάδα’, τώρα μπορώ να τη διαβάζω όλη στο πρωτότυπο».

Εχετε σκεφτεί να τη μεταφράσετε; «Δεν μεταφράζεται. Τα μεγάλα έργα μεταφράζονται κατ’ ανάγκην. Τα θεατρικά πρέπει, για να παιχθούν. Γιατί ποιος θ’ ακούσει Αισχύλο ή Αριστοφάνη στο πρωτότυπο; Εχω μεταφράσει εννέα έργα του Αριστοφάνη. Κι αισθάνομαι ο πληρεξούσιος ή ο πρεσβευτής τους. Στην καταρτησή μου ως προς τις γλώσσες εξαρτώμαι από πολλά βιβλία. Δηλαδή,  προκειμένου να μεταφράσω ένα έργο του Σέξπηρ, εκτός από τα λεξικά, έχω αρκετές διαφορετικές εκδόσεις του και διαβάζω και κοινωνική ιστορία. Δεν μεταφράζω, αν δεν γνωρίζω τον περίγυρο».

Η λογοτεχνία μπορεί να καθοδηγήσει ανθρώπους; Κοινωνίες; «Οχι ή, αν θέλετε, σε ένα πολύ μικρό ποσοστό. Σκεφτείτε ότι ‘Η μητέρα του σκύλου’ έκανε 52 εκδόσεις, δηλαδή το διάβασαν 104.000 άνθρωποι σε ένα πληθυσμό 10 εκατομμυρίων. Θα ήμουν αχάριστος, αν δεν ήμουν ευχαριστημένος. Αλλά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει; Αλλωστε, το λογοτεχνικό έργο δεν ανήκει στο συγγραφέα. Δεν κατέχω τίποτα. Ο,τι γράφω είναι ιδιοκτησία του αναγνώστη. Σαν το μάγειρα που μπορεί να είναι υπερήφανος, αλλά άλλοι θα φάνε το υπέροχο πιάτο. Ο ίδιος έχει τη φήμη. Αν κι αυτό δεν το βρίσκω σπουδαίο».

Πώς νοιώθετε, λοιπόν; «Είμαι ένα είδος καραβιού που περιφέρεται χωρίς πυξίδα και χωρίς άγκυρα. Δεν καταδέχεται ούτε το ένα ούτε το άλλο. Χωρίς πυξίδα και άγκυρα σημαίνει με απόλυτη ελευθερία. Και διεκδικώ την ελευθερία μου έναντι των κριτικών, των λογίων, των επιστημόνων ως προς τη φόρμα του έργου. Κι αν περάσουμε σε χώρους εγωιστικούς, στις χώρες της Ευρώπης, στον Καναδά και στο Ισραήλ, οι κριτικές στα πεζογραφήματά μου είναι τόσο εγκωμιαστικές, που ντρέπομαι να τις αναφέρω».

Και στην Ελλάδα; «Στο θέατρο, θα πω με χαρά, ότι οφείλω χάριτες στους κριτικούς. Είχα πολύ μεγάλη ενθάρρυνση και πολύ καλές κριτικές. Στην πεζογραφία όχι, γιατί τα περισσότερα έργα μου δεν έχουν κριθεί. Υπάρχει μία μυστηριώδης σιωπή απέναντί μου. Καθένας μας, όμως, έχει δική του θέαση του κόσμου. Αν η δική μου θέαση είναι διαφορετική του κριτικού, εκείνος προβληματίζεται, εκνευρίζεται, μειώνεται, ή νοιώθει να ακυρώνεται η δική του θέση. Δικαίωμά του».

Ποια είναι η ουσία ενός θεατρικού ή λογοτεχνικού έργου; «Ο ψυχισμός του ανθρώπου. Δεν ξεπερνιέται. Κι επειδή η ψυχή όταν τη ρωτήσουν τι είσαι, δεν απαντά, είναι στο διηνεκές μοντέρνα. Είχε πει ο Ηράκλειτος ότι ‘τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα ανακαλύψεις, όσους δρόμους κι αν περιτρέξεις, διότι τόσον βαθύν λόγον έχει’. Ο ψυχικός κόσμος είναι ένα άπειρο και το εννοούμε και ως χώρο και ως χρόνο. Ενας συγγραφέας που έχει το πνευματικό θάρρος και την πνευματική υγεία να καταδυθεί στον ψυχικό χώρο, όπου ενεδρεύουν η τρέλλα, το χάος, θα βρει πολλά θέματα. Και αν είναι καλός συγγραφέας, παραμένει εκεί».

Οι καταδύσεις σας έχουν και στοιχεία μεταφυσικής. «Εγώ δεν είμαι θρήσκος, αλλά η μεταφυσική όψη των πραγμάτων επιβάλλεται από το θέμα, που είναι η ψυχή. Κι επειδή η ψυχή δεν ορίζεται και δεν περιορίζεται, γι αυτό και το σχετικό λογοτεχνικό έργο δικαιούται να έχει όποιο σχήμα θέλει».

Λέτε ότι δεν είστε θρήσκος. Η ψυχή δεν έχει σχέση με τη θρησκεία; «Οχι. Αλλωστε, τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες μιλούν για νευρώνες στον εγκέφαλο, τους οποίους αποκαλούν ψυχή».

Και ο μύθος; Και η ιστορία; «Στο έργο μου ‘Η μητέρα του σκύλου’, το θέμα είναι η ελληνική ιστορία από το 40 ως το 70. Αλλά είναι η κορνίζα μόνο. Ο ζωγραφικός πίνακας είναι δικός μου. Τα έργα μου φροντίζω να μην έχουν ούτε ειδικό χώρο γεωγραφικό. Είναι μετέωρα. Αυτό είναι το προχωρημά μου».

Πέραν του ότι δεν έχουν χώρο, συχνά είναι και άφυλα. Εμπλέκεται το αρσενικό στοιχείο με το θηλυκό... «Αυτό δεν το έχω σκεφτεί».

Υπάρχει μία αμφισημία. Στο βιβλίο σας ‘Αλδεβαράν’ θα μπορούσαν οι άνδρες να είναι γυναίκες. «Ναι. Υπάρχει ένας έρωτας ενός άνδρα προς άλλον άνδρα, ο οποίος δεν έχει ιδέα από αυτό το είδος του έρωτα. Δεν έχει καμία εμπειρία αλλά και καμία ροπή προς την ομοφυλοφιλία και δεν κατάλαβε ότι ο άλλος είναι ερωτευμένος. Και ο έρωτας προκάλεσε και το θάνατο του ερωτευμένου. Και από αυτόν το θάνατο ο άλλος αισθάνεται υπεύθυνος και ένοχος και έτσι ξεκινά και η αποδέσμευση από την ενοχή. Γιατί αναλαμβάνει την ευθύνη να λέει ‘ναι, ήμουν εραστής του’. Θέλει να μάθει το σώμα του, το τι είναι αυτός ο έρωτας, δεν ξέρει τι είναι ο έρωτας μεταξύ ανδρών. Νιώθει ένα είδος αναπηρίας».

Είναι ενοχικός ο έρωτας; «Ο έρωτας δεν είναι ενοχικός, είναι ευλογία. Ο,τι ωραιότερο πράγμα μπορεί να δοκιμάσει το ανθρώπινο σώμα. Στο ‘Συμπόσιο’ του Πλάτωνα, η Διοτίμα λέει ότι όταν ένας άνθρωπος ερωτευθεί έναν άλλον άνθρωπο, δεν πάει να του ζητήσει κάτι, αλλά να ανακτήσει κάτι δικό του το οποίο υπάρχει στον άλλον. Αυτός είναι ο έρωτας! Τι υπέροχος λόγος! Ο ερωτευμένος βλέπει στον άλλον κάτι δικό του και πάει να το ξαναπάρει. Αυτή είναι η ουσιώδης ερωτική κίνηση. Αμα στηριχτεί εκεί ο έρωτας, είναι μεγαλειώδης!».

Ισως είναι ενοχικός στην ομοφυλοφιλική σχέση. «Κι εκεί, αν υπάρχει μία αξιοπρέπεια, δεν είναι. Ουσιαστικά, η ομοφυλοφιλική σχέση είναι μία ροπή ενός αρσενικού προς το φύλο του. Ενας ανδρας εκτιμά ενα άτομο του ιδίου φύλου, εκτιμά το φύλο του. Αυτή η εκτίμηση, σιγά σιγά και βαθμιαία τον ωθεί και στον έρωτα προς το φύλο του. Μια γυναίκα ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα, επειδή διαθέτει θηλυκότητα. Ενας αρσενικός ερωτεύεται ένα άλλο αρσενικό, επειδή διαθέτει αρσενικότητα. Τώρα αυτά έχουν διαστραφεί εντελώς. Βλέπουμε σήμερα αυτά τα gay pride, τα οποία είναι γελοία. Αντί να γίνει μία παρέλαση από σοβαρούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν το θάρρος να βγουν και να πουν ‘ναι, είμαι ομοφυλόφιλος’, γελοιοποιούν αυτό που είναι, με φωνές, κραυγές και πούπουλα. Και ακυρώνουν αυτό που είναι».

Οι παρελάσεις πριμοδοτούνται για να ευτελίσουν κάτι πολύ σημαντικό που ζει ένας άνθρωπος; «Ναι, παρόλο που εγώ νομίζω ότι στους καιρούς μας, το θέμα της ομοφυλοφιλίας έχει πάψει να είναι αγριευτικό ή προκλητικό. Αυτή τη στιγμή σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, δήμαρχοι δήλωσαν ομοφυλόφιλοι. Και αυτό δεν προκάλεσε καμία αντίδραση στο κοινό. Θα ξέρετε ότι στην Αργεντινή, όταν βγήκε το ταγκό ήταν χορός μεταξύ ανδρών, οι οποίοι μάλιστα έπρεπε να είναι άκρως αρρενωποί. Και αν έμπαινε στη μέση κανένας γυναικωτός, τον πλάκωναν στο ξύλο».

Είδατε, όμως, εδώ σε μάς, τι έγινε με το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης; Ξεσηκώθηκε η Εκκλησία. Όπως και με το γάμο των ομοφύλων στην Τήλο. «Η γνώμη μου είναι ότι ένα άτομο όταν θέλει να ζήσει με ένα άλλο άτομο του ίδιου φύλου, είναι δικαίωμά του να το κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό, εφόσον είναι αξιοπρεπείς. Αλλά το γάμο, το βρίσκω γραφικό. Θα μου πείτε ότι αν ένας άντρας ερωτευμένος θέλει να παντρευτεί έναν άλλον άντρα, το κάνει και για λόγους πρακτικούς, οικονομικούς. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί αλλιώς. Με νόμο της Πολιτείας που να λέει ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι δικαιούνται να ζήσουν μαζί και ο ένας να είναι κληρονόμος του άλλου. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει την ελεύθερη συμβίωση. Αλλά ο γάμος με εκκλησίες και δημαρχεία είναι ανεδαφικά πράγματα. Γελοιοποιούνται και οι ίδιοι. Και η υιοθεσία από ομοφυλόφιλους είναι ανεδαφική».

Ζούμε σε μία κοινωνία υποκρισίας; «Ναι, γιατί έχουμε προδώσει το χαρακτήρα μας τον τρυφερό και αδρό».

Πώς θα χαρακτηρίζατε τον Έλληνα αλλά και τη ζωή μας; «Υπάρχει μία έκπτωση ήθους, έκπτωση χαρακτήρα, έκπτωση ζωής στον Ελληνα. Δείτε το Αιγαίο. Στην προσπάθεια του κράτους και των επιχειρηματιών να μαζέψουν χρήματα, έχουν ευτελίσει και μεταποιήσει την προσωπικότητα των νησιών. Δήθεν κοσμικές συγκεντρώσεις, όπου μαζεύεται όλος ο καλλιτεχνικός τηλεοπτικός υπόκοσμος και λοιπά. Με ρώτησαν για μια τέτοια συγκέντρωση‘τι νομίζετε ότι έλειπε;’ Λέω ‘μία βόμβα’».

Δεν ήταν πάντα έτσι... «Ο ελληνικός χαρακτήρας κατά την τουρκοκρατία διατήρησε έναν αδρό στωικισμό, μια αδρή τρυφεράδα και δημιούργησε ένα χειροποίητο πολιτισμό. Δεν συγκρίνεται, βέβαια, αυτός ο πολιτισμός με την Αναγέννηση, θα ήταν ανευλάβεια και ανανδρεία κάτι τέτοιο. Αλλά έπλασε πράγματα κι αργότερα, στον πόλεμο του 40, είδαμε αυτόν το χαρακτήρα. Τις γυναίκες ζαλωμένες τα πυρομαχικά να τα πηγαίνουν στο μέτωπο. Ενα στοιχείο ήθους που δεν απαντάται εύκολα. Στον εμφύλιο, ανεξάρτητα από τις βλέψεις και τους στόχους των αρχηγών,  έφηβοι ανέβηκαν στο βουνό, αντάρτες. Αν ήμουν θρήσκος, θα τους ανακήρυσσα αγίους. Αυτό το γενναίο ήθος παρήγαγε η Ελλάδα ανά τους αιώνες. Οπως και την πάρα πολύ υψηλής ποιότητας δημοτική ποίηση, που ούτε ο Σέξπηρ δεν την έφτασε».

Και μετά; Στροφή 180 μοιρών; «Δυστυχώς, μετά την απελευθέρωση, ο λαός ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, ταπεινωμένος, με τον εμφύλιο να τον ταπεινώνει ακόμα περισσότερο, δέχθηκε την εισβολή του δήθεν πρόσχαρου αμερικάνικου ήθους, σε στυλ μίκυ μάους. Πέρασε αυτό το ήθος στην αυστηρής λιτότητας ελληνική ζωή, ο λαός υπέκυψε και ακόμα και σήμερα είναι εκεί μέσα, ενώ δεν του ταιριάζε».

Δεν είστε υπερήφανος ως Ελληνας; «Οχι και δεν είμαι και ελληνόφρων. Θάθελα να είχα γεννηθεί στην Ιταλία. Μου αρέσει ο τρόπος ζωής εκεί, οι πόλεις της, έχω ταξιδέψει σε πάρα πολλές... Εχω βραβευτεί... Μου αρέσει».

Μας χαρακτηρίζει η αναρχία; «Φυσικό δεν είναι; Αλλά είναι αναρχία σπασμωδική και ενίοτε παιδική. Υπάρχει μία αντίδραση που παίρνει καιρό να εκδηλωθεί. Κάποια στιγμή –δεν ξέρω πότε- νομίζω ότι θα ξεσπάσει μια πολύ άγρια επανάσταση στην Ελλάδα. Γιατί το υποσυνείδητο δεν υποκύπτει. Ο Ελληνας πολίτης, γιατί τη λέξη ‘λαός’ την έχουν γελοιοποιήσει, όταν του επιβάλουν ένα είδος θεάτρου, λογοτεχνίας, δεν φέρνει αντιρρήσεις. Μπροστά σε ό,τι πλασάρεται ως αυθεντία, τρομάζει. Εχουμε, λοιπόν, μια πνευματική τρομοκρατία».

Πώς εννοείτε την πνευματική τρομοκρατία; «Σου επιβάλλουν οι πάντες, λόγου χάρη, τον Αντι Γουόρχολ που ήταν ένα είδος απατεώνα. Αυτό δεν τολμά να το πει κανείς εύκολα».

Απουσία γνώσης; «Ναι, αλλά δεν έχει και το θάρρος να πει τη δική του γνώμη. Ετσι, δημιουργείται μία απαξία ζωής, ας το πούμε σαν μία παιδικής μορφής αντίσταση ή αντίδραση στην τάξη της καθημερινότητας».

Αυτό συμβαίνει και στο χώρο της λογοτεχνίας; Γιατί όλοι ξέρουμε ότι πλασάρονται βιβλία λογοτεχνίας που κάθε άλλο παρά λογοτεχνία είναι. Ποια είναι η ευθύνη των εκδοτών; «Οι εκδότες προσδοκούν ένα μπεστ σέλερ, αλλά πολύ θα τους άρεσε κι ένα βιβλίο που να έχει πάρει Νόμπελ. Αυτή τη στιγμή συμβαίνει κάτι άλλο. Πολλοί νομίζουν ότι η συγγραφή  είναι κάτι σαν οικόσημο. Και ότι ανέρχονται κοινωνικά, αν γράψουν. Και βάζουν δίπλα στο επάγγελμά τους και τη λέξη ‘συγγραφεύς’. Αλλά δεν ξέρουν τι είναι η συγγραφή. Πιστεύουν ότι η προσωπική τους ζωή ή ένα σπουδαίο γεγονός είναι ύλη επαρκής για μυθιστόρημα. Μα, δεν είναι. Αυτά αφορούν τη δημοσιογραφία. Τα κοινωνικά προβλήματα είτε ατόμων είτε συνόλων, δεν είναι σπουδαία θέματα για λογοτεχνία. Γιατί προορίζονται να ξεπεραστούν μια ημέρα. Εδώ κολοσσοί ξεπερνιούνται, όπως ο Ιψεν που τα έργα του, παρόλο που έχουν μια καταπληκτική δομή, περνάνε στο αρχείο».

Εννοείτε ότι τα μεγάλα ονόματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας έχουν αρχίσει να παραμερίζονται; «Ορισμένα βιβλία, είναι φυσικό, με σεβασμό πάντα, να πηγαίνουν στο αρχείο. Τα πάντα ρεί. Μια βασική θεά του κόσμου, είναι η αλλαγή. Μπορεί κάποια θεατρικά ή πεζογραφικά να εξυπηρέτησαν ένα κλίμα, μία τάση, ένα κοινωνικό πρόβλημα, το ρομαντισμό, που είναι η πεμπτουσία της Ευρώπης. Ο Γκαίτε, λόγου χάρη, μεγάλος γλωσσοπλάστης, υπέροχος στο στίχο, επιστήμων, αλλά όταν διαβάζω τον Φάουστ, σκυλοβαριέμαι. Η άλλους μεγάλους συγγραφείς, οι οποίοι ξεγέλασαν την εποχή τους, θα έλεγα. Μπορεί να είμαι ασεβής και θρασύς, αλλά έτσι είμαι».

Ποιοι μένουν; «Ο Μπέκετ είναι μεγάλος συγγραφεύς και το αποδεικνύουν και τα χρόνια. Ο χρόνος είναι δικαστής και κρίνει. Ο Μπέκετ πέρασε στην αθανασία. Μάλλον θα περάσει και ο Πίντερ. Ο Τζέιμς Τζόυς από την άλλη, έχει γράψει ένα πανέξυπνο έργο τον ‘Οδυσσέα’, αλλά κάπου από μέσα απουσιάζει η ανθρωπίλα. Ορισμένοι συγγραφείς εθορύβησαν και σιγά σιγά ο κονιορτός διαλύεται και μπαίνουν στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αντίθεται άλλοι, όπως οι Ισπανοί Καλδερόν ντε λα Μπάρκα και ο Λόπε ντε Βέγα είναι ιλιγγιωδώς μεγάλοι».

Ομως, βλέπουμε πιο πολύ Σέξπηρ. «Αν δεν συνέβαινε εκείνη η περίφημη ναυμαχία με την αρμάδα όπου νίκησαν οι Αγγλοι, σήμερα δεν θα βλέπαμε τόσο πολύ Σέξπηρ, όσο ντε Βέγα και ντε λα Μπάρκα. Οχι πως δεν αξίζει ο Σέξπηρ... Για όνομα του θεού! Αλλά διάφορα στοιχεία, όπως η ιστορία των κρατών και των πολιτισμών προσδιορίζουν τη φήμη ορισμένων. Οι Αγγλοι είναι άγριοι ιμπεριαλιστές και προβάλουν οτιδήποτε το αγγλικό. Βεβαίως αυτό είναι αστείο, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της αγγλικής λογοτεχνίας, είναι Ιρλανδοί, σαν τον Ελλιοτ, τον Μπέκετ, τον Οσκαρ Ουάιλντ, τον Μπέρναρ Σω. Και αν βγάλουμε και από τα μουσεία τους τα ξένα αρχαία, τότε η Αγγλία μένει χωρίς βρακί».

Σκεφτήκατε ποτέ να κινήσετε τις διαδικασίες για να γίνετε μέλος της Ακαδημίας; «Οχι, γιατί το θεωρώ επαιτεία. Αμα θέλει η Ακαδημία, ας δημιουργήσει μία επιτροπή που να κρίνει και να αποφασίζει από μόνη της».

Η Ελλάδα, σαν τον Κρόνο, τρώει τα παιδιά της; «Αρκετά. Αλλά τα παιδιά τελικά δεν φαγώθηκαν. Δηλαδή, τον Καβάφη τον κυνήγησαν, τον εξευτέλισαν, τον ειρωνεύτηκαν. Ο Καβάφης είναι ίσως από τους μεγαλύτερους ποιητές των τελευταίων 500 χρόνων, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Ροϊδης είναι πάρα πολύ μεγάλος συγγραφέας. Επέζησε. Οπως επέζησαν ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός και άλλοι».

Κάποιες στιγμές όσο μιλάμε, μου θυμίζετε μικρό παιδί. Είστε; «Μικρό παιδί; Ναι; Εγώ είμαι αλαζών. Γιατί να το κρύψω; Αφού είμαι».



*Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino, τ.409, σελ. 20-25, 17/8/2008

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

3ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ»

3ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ»
Η Αστική Εταιρία «ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ» προκηρύσσει τον 3ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό στις παρακάτω κατηγορίες:
1) ΠΟΙΗΣΗ, 2) ΔΙΗΓΗΜΑ, 3) ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, 4) ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ.
Προθεσμία υποβολής: 15 Μαρτίου 2013. Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και το πλήρες κείμενο της προκήρυξης μπορείτε να απευθυνθείτε στην Πρόεδρο κ. Μαρία Αρφέ, στο τηλέφωνο 6974168584 (ώρες γραφείου).
e- mail: maria.arfe@hotmail.gr
e mail diotima_mouses@hotmail.com

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση