Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Οι ήρωες των έργων των αρχαίων τραγικών,

Μάσκα στο φεγγάρι
Μάνος Κοντολέων
εκδ Πατάκης

Διάλογος των τραγικών ηρώων του χτες με τα πρόσωπα ενός σύγχρονου μυθιστορήματος

Οι ήρωες των έργων των αρχαίων τραγικών, του Σαίξπηρ, μα και το πιο σύγχρονων μεγάλων δραματουργών του παγκόσμιου θεάτρου είναι άραγε πρόσωπα που μπορούν να υπάρξουν μόνο όσο κρατά η παράσταση; Ή μήπως έχουν τη δυναμική να ξεφεύγουν από το σανίδι της σκηνής και να πλησιάζουν τους θεατές τους, να φεύγουν μαζί τους από το θέατρο, να τους ακολουθούν στις στιγμές της καθημερινότητάς τους;
Προσωπικά έχω βιώσει -και γι αυτό το πιστεύω- πως οι μεγάλοι ήρωες του θεάτρου είναι πρόσωπα ζωντανά, μπορούν να συνυπάρξουν με τα άτομα του σήμερα, να συνδιαλέγονται μαζί τους, να ανταλλάσσουν εμπειρίες και να προσφέρουν συμβουλές.
Την άποψή μου αυτή θέλησα να την δω να παίρνει σάρκα και οστά μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος ρεαλιστικού και σύγχρονου.
Ίσως να ήταν εύκολο αυτή μου την άποψη να την κάνω ένα μυθιστόρημα που θα απευθυνότανε σε ένα κοινό καλλιεργημένων ενηλίκων. Σε ανθρώπους δηλαδή που λίγο - πολύ θα είχαν την ίδια άποψη με εμένα. Αλλά εγώ πολύ συχνά θυμώνω όταν βλέπω πως τέτοιες «προχωρημένες» αισθητικά απόψεις έχουν ως αποδέχτες τους ανθρώπους με αντίστοιχο «προχωρημένο» προβληματισμό. Για μένα ο ρόλος του συγγραφέα έχει και την διάσταση του παιδαγωγικού. Και λέγοντας παιδαγωγικό δεν θα ήθελα να φανταστείτε κάτι το τυπικό και ψυχρό, κάτι με άλλα λόγια παρόμοιο με το ότι συμβαίνει μέσα στα σχολεία μας. Ο συγγραφέας - παιδαγωγός δεν χάνει ούτε στιγμή το ριζοσπαστισμό του, ούτε λεπτό την τάση του να αμφισβητεί και να αναθεωρεί. Απλούστατα ψάχνει όλους αυτούς τους προβληματισμούς του να τους περάσει σε ένα πιο πλατύ κοινό και μάλιστα σε ένα κοινό νεανικό. Γιατί στους νέους είναι που έχουμε αποθέσει τη συνέχεια της κουλτούρας.
Έτσι λοιπόν θέλησα να φτιάξω ένα μυθιστόρημα που θα παρουσίαζε το πόσο ζωντανοί είναι ο Ορέστης, ο Όσβαλντ και ο Οιδίποδας, η Ιουλιέτα, η Οφηλία, η Μπλανς όχι μόνο και κυρίως σε αναγνώστες έτοιμους να το αποδεχτούν, αλλά κυρίως σε αναγνώστες που δεν τους έχουν προσφέρει την ευκαιρία μήτε καν να το υποψιαστούνε.
Το μυθιστόρημά μου λοιπόν θα είχε ως ήρωές του δυο νέους -δυο μαθητές της δευτέρας Λυκείου. Δυο παιδιά καθημερινά, με δυνατότητες που θάβονται κάτω από τους όγκους της καθημερινότητας, με ελπίδες που ακρωτηριάζονται από τα νυστέρια της τρέχουσας παραγωγής ονείρων. Δίπλα τους ένα ακόμα νέος άνθρωπος. Η φιλόλογός τους. Μια πρωτοδιοριζόμενη νέα γυναίκα που εκείνη κάτι έχει υποψιαστεί, κάτι θέλει να ανακαλύψει και ότι υποψιάζεται, ότι ανακαλύπτει δεν το κρατά μόνο για δική της χρήση, αλλά θέλει να το προσφέρει και στους μαθητές της.
Τους βασικούς μου ήρωες τους είχα βρει. Όλους; Τα τρία αυτά πρόσωπα ήταν εκείνα που επρόκειτο να τα φέρω σε επαφή με την αποκάλυψη της τέχνης του θεάτρου. Αλλά ποιος θα ήταν αυτός που θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσο πρόσωπο, ως ένα είδος καταλύτη;
Κι ενώ είχα σταθεί σε αυτό το πρόβλημα, ήρθε και μου χτύπησε την πλάτη ένα παλιός μου ήρωας. Ο Λουκάς Αλεξίου -ήρωας από ένα προηγούμενο μυθιστόρημά μου -γραμμένο πριν από χρόνια. Σ΄εκείνο το μυθιστόρημα στην ουσία πρωταγωνιστούσε η μητέρα του, η Θάλεια. Ο Λουκάς κάπου στο μέσο του έργου γεννιέται και όταν το μυθιστόρημα τελειώνει εκείνος έχει μόλις εγκαταλείψει την εφηβεία του. Η μόνη πληροφορία που δίνεται στον αναγνώστη για το μέλλον του, είναι πως τελικά έγινε ένας από τους πιο σπουδαίους ηθοποιούς της γενιάς του -ο Λουκάς είχε γεννηθεί το 1946.
Αλλά τώρα ο Λουκάς με χτυπούσε στην πλάτη και μου πρόσφερε τη βοήθειά του. Αυτός θα ήταν ζητούμενος καταλύτης. Αυτός ήταν που θα μυούσε τους νέους μου ήρωες στη διαχρονική ζωή των ηρώων του κλασικού ρεπερτολογίου.
Δεν έχω σκοπό -ούτε το θέλω, μήτε και πρέπει- να σας αφηγηθώ σήμερα την υπόθεση του νέου μου μυθιστορήματος. Ότι μέχρι τώρα έχω αφηγηθεί έγινε για να μπορέσω να σας εισάγω στα ενδότερα της σκέψης μου και στις τεχνικές με τις οποίες έφερα σε επαφή δυο δεκαεπτάχρονους εφήβους και μια εικοσιπεντάχρονη φιλόλογο με πρόσωπα φερμένα από τις αρχαίες τραγωδίες , τα έργα του Σαίξπηρ και έργα σύγχρονων δημιουργών -Στρίνμπερκ, Λόρκα, Ουίλιαμς, Μπέκετ.
Εκείνο που με άλλα λόγια επέλεξα ως τεχνική σύνδεσης των θεατρικών ηρώων με τους δικούς μου, ήταν το θεατρικό παιχνίδι. Ένα θεατρικό παιχνίδι που απόλυτα αποφεύγει τις σχηματοποιήσεις και τις στείρες θεωρητικολογίες, αλλά αντίθετα χρησιμοποιεί τις τεχνικές της μύησης. Οι έφηβοι ήρωες μου μυούνται μέσα από την δραματική σύγκρουση, στα μυστήρια της ζωης -του έρωτα και την αυτοανακάλυψης. Μα και η ίδια η εμψυχώτριά τους, καθώς διδάσκει, παράλληλα και αυτοαναλύεται -μυείται στα ενδότερα διαμερίσματα της ωριμότητας της. Πριν όμως και από τους τρεις τους, τα δικά του, τα προσωπικά στάδια μύησης τα έχει βιώσει και ο ίδιος ο καταλύτης -ο χαρισματικός ηθοποιός. Μέσα από τους ρόλους που είχε ερμηνεύσει, είχε μυηθεί στο γεγονός του θανάτου. Το κάθε πρόσωπο έχει τον δικό του κύκλο μύησης. Και ο κάθε κύκλος είναι ένα τμήμα μια σπείρας που ξεκινά από το έγκλειστο "εγώ" για να καταλέιξει στο ανοιχτό "εγώ". Και να πως η ζωή, ο έρωτας, η δημιουργία και ο θάνατος, μπορεί να συνυπάρξουν.
Το θέατρο για μένα, είναι μια πράξη καλλιτεχνικής δημιουργίας που αν αρχίζει πάνω σε μια σκηνή δε σημαίνει και πως εκεί τελειώνει. Συνεχίζει τη δράση του και μέσα σε χώρους της καθημρινότητάς μας. Της καθημερινότητας όλων μας. Αυτό για να γίνει ίσως να μην είνι εύκολο, δεν είναι όμως και δύσκολο. Εκείνο που απαιτεί είναι να δούμε -εννοώ εμείς οι ενήλικες και οι υποψιασμένοι- να δούμε το θεατρικό δρώμενο με μια διάθεση δυναμικής ταύτισης* να ταυτίσουμε την κθημερινότητα του δρόμου, με τη διαχρονικότητα της θεατρικής πράξης.
Δεν ξέρω τί περισσότερο θα μπορούσα να σας πω μέσα στα πλαίσια του χρόνου που έχω στη διάθεσή μου. Ίσως το μόνο που μένει είναι να αφήσω κάποια σύντομα δείγματα της δουλειάς μου να ακουστούνε. Βέβαια θα είναι μικρά αποσπάσματα από μια ιδιαιτέρως μεγάλη σύνθεση. Αλλά τολμώ το ρίσκο.
Το μόνο που πρέπει ακόμα να σας πω -κάτι σαν υπενθύμηση στην ενημέρωσή σας θεωρήστε το- είναι πως ο Λουκάς έχει ανεξήγητα πεθάνει, και οι τρεις νέοι ψάχνουν να ανακαλύψουν και τα αίτια θανάτου του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευε τους ρόλους του. Και όπως ολοένα ψάχνουν, ανακαλύπτουν και τη μαγεία του θεάτρου, και το δράμα ενός ανθρώπου, και τις μεγάλες μάχες της ψυχής που κάποια πρόσωπα δώσανε και δίνουν πάνω στη σκηνή. Και πέρα από όλα αυτά, λίγο λίγο και σιγά σιγά , οι ήρωές μου ανακαλύπτουν πως αυτά τα σκηνικά πρόσωπα κάτι έχουν να τους πούνε, με κάποιο τρόπο μαγικό μπορούν να τους μιλήσουν.
Κι έτσι κάποια στιγμή ο Νικήτας και η Κλειώ μπορούν να ζήσουν μέσα σε ένα κήπο το δικό τους έρωτα φιλτραρισμένο μέσα στον έρωτα κάποιων άλλων μεγάλων εραστών.
Οι φράσεις από τα έργα του Σαίξπηρ και του Λόρκα έχουν μεταφραστεί από τον Βασίλη Ρώτα, τον Διονύση Καψάλη και τον Νίκο Γκάτσο.
(Απόσπασμα).
Αλλά πιο πριν μια αντίστοιχη αποκάλυψη είχε ζήσει και η Έλλη -η φιλόλογος που από τα δεκαπέντε της χρόνια προσπαθούσε να ξεδιαλύνει που σταματά ο θαυμασμός για ένα είδωλο και που αρχίζει η προσωπική έκφραση του πάθους. Μετά από μια πορεία μακρόχρονη και επίπονη, μπορεί να αξιωθεί τη συνομιλία με εκείνον και να βιώσει την δικιά της απελευθέρωση. Τα αποσπάσματα του Οιδίποδα Τύραννου που θα ακουστούν έχουν μεταφραστεί από τον Κ. Χ. Μύρη.
(Απόσπασμα)
Αισθάνομαι αμήχανα απέναντί σας. Ίσως, σκέφτομαι, να ήταν λάθος μου που δέχτηκα να κάνω αυτή την ανακοίνωση. Ότι είχα να πω, πρώτα το έζησα και μετά το έχω καταγράψει μέσα στις κοντά τετρακόσιες σελίδες ενός μυθιστορήματος. Αδίκησα κι αυτό, ίσως ξόδεψα και τον δικό σας χρόνο. Αλλά από την άλλη και δεν μπορούσα να μην αποδεχτώ την πρόσκληση. Ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τη χαρά μου γιατί μέσα από τα σπλάχνα μου -την καρδιά και το νου μου- πλάστηκαν άνθρωποι καθημερινοί και ολοζώντανοι που τους δόθηκε η ευκαιρία να ψιθυρίσουν τα λόγια που έγραψαν ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής, ο Σαίξπηρ, ο Ουίλιαμς, ο Λόρκα.
Και λέω πως κάποιος από τους αναγνώστες του βιβλίου μου θα θελήσει να ακολουθήσει το παράδειγμα των ηρώων μου. Και να κλείσει το ραντεβού με τον έφηβο Ρωμαίο, τον νεανικό Άμλετ, τον παθιασμένο Λεονάρντο, τη διχασμένη Μπλανς, την σπαράζουσα Ηλέκτρα. Κι εγώ από μια γωνιά των σελίδων θα χαμογελώ.
Δεν είμαι αυτός που μπορεί να εκφράσει γνώμη για την ποιοτική αξία του συγκεκριμένου έργου μου. Εκείνο όμως που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι πως οι δικοί μου ήρωες -άνθρωποι καθημερινοί και δίχως τίποτε το ξεχωριστό ή το ηρωικό- μπόρεσαν να γνωρίσουν από κοντά την Ηλέκτρα, τον Οιδίποδα, τον Άμλετ, τον Όσβαλντ, τον Λεονάρντο, την Ιουλιέτα. Από πολύ κοντά και με πολύ εσωτερικό τρόπο. Τόσο εσωτερικό ώστε κάποια στιγμή να δανειστούν τα λόγια εκείνων για να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα.
Από εκεί και πέρα μπορώ άνετα να ισχυριστώ -μιας και το έχω αποδείξει- πως το ίδιο γίνεται να συμβεί και με τα άτομα που δε ζουν μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή.
Φτάνει μονάχα να τους δοθεί η ευκαιρία να κάνουν τέτοιου είδους ζωντανές γνωριμίες. Αλλά αυτό δεν είναι ζήτημα δικό μου. Εγώ απλώς καταθέτω την πρόταση και προσφέρω την εμπειρία. Άλλοι ας κάνουν αλλού ότι περισσότερο απαιτείται.

(Όμιλία - παρουσίαση του μυθιστορήματος Μάσκα στο φεγγάρι) 
http://manoskontoleon2.blogspot.com/

Ο ρεαλισμός ξαναβρίσκει θέλοντας και μη τον ρομαντισμό

Η σκόνη των άστρων
Αικατερίνη Τεμπέλη 
Εκδ Μοντέρνοι Καιροί
 
Όποιος την πρωτοδιάβασε στο "Βενετσιάνικο Χρυσάφι" αποκτά την εντύπωση ότι πρόκειται για μια νέα συγγραφέα ταλαντούχα στις περιγραφές από απίστευτες αισθηματικές ιστορίες, μια γυναίκα βυθισμένη στο ρομαντικό πνεύμα αλλά και με έντονη την διάθεση να συνδέει τα στοιχεία της ιστορίας της με γνωστά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής που αναφέρεται.
Το νέο της μυθιστόρημα “Η σκόνη των άστρων” από τις εκδόσεις “Μοντέρνοι Καιροί” το οποίο συνέγραφε επί σειρά ετών συλλέγοντας ιστορικές και επιστημονικές πληροφορίες, θα έλεγε κανείς ότι την απογειώνει. Και μαζί με την συγγραφέα, απογειώνει τους ίδιους τους αναγνώστες αφού τους ταξιδεύει σε ένα σωρό χώρες και μέρη, σε άλλες διαθέσεις και συνήθειες, σε γνωστικά αντικείμενα ιδιαίτερα και ακόμα απάτητα. Η γραφή της αποκτά ωριμότητα, όχι της ηλικίας, ή της πένας, αλλά της εμπειρίας, της ενσωμάτωσης της ζωής. Οι περιγραφές καταντούν διάλογοι έντονοι, ως ακατάσχετοι, διεκδικητικοί ως απόλυτοι, ανεπιτήδευτοι ως σαρκαστικοί, κινηματογραφικοί. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση της εγγύτητας, πως βρίσκεται μια ανάσα από τους πρωταγωνιστές, σα να βρίσκεται στην πρώτη σειρά ενός θεάτρου ή πίσω από τις κουρτίνες ενός δωματίου. Το ρομαντικό πνεύμα εναλλάσσεται με τον ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός ξαναβρίσκει θέλοντας και μη τον ρομαντισμό, το πάθος, το τίμημα της αγάπης, την κάθαρση και όλα ξανά από την αρχή σε ένα κύκλο αναπαραγωγής.
Συγχρόνως στο βιβλίο της, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία συγγενή της, η Αικατερίνη Τεμπέλη καταθέτει αυτή τη φορά και μια θέση κοινωνική. Αυτή της αντοχής στη διαφορετικότητα, της αγάπης στο συνάνθρωπο, στον ασθενή, στον οικονομικό μετανάστη, στον ομοφυλόφιλο, στον σκουρόχρωμο, στον αδύνατο, στο παιδί. Και την καταθέτει η συγγραφέας φέρνοντας πειστικές αντιδιαστολές με το ένδοξο -με και χωρίς εισαγωγικά- παρελθόν όλων μας. Το παρελθόν της περηφάνειας αλλά και της μετανάστευσης λόγω ανάγκης.
Ο άξονας της ιστορίας είναι ένα παράλληλο ταξίδι δύο γυναικών με απόσταση 80 -90 ετών. Της Μελανθίας του σήμερα και της Ελοϊζ του μεσοπολέμου. Με αφορμή μια αναπάντεχη κληρονομιά ενός εγκαταλειμμένου πύργου στη Σάμο και το ξεφύλλισμα ενός κρυφού ημερολογίου, η Μελανθία μια νεαρή ηθοποιός, μας αποκαλύπτει την εποχή της δεκαετίας του ’20 και τη ζωή της Ελοϊζ. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο σε ένα ταξίδι από τη άνυδρη και περήφανη Μάνη, στη Νέα Υόρκη της μετανάστευσης, στο Λονδίνο του πλούτου, στη Νοτιοδυτική Αφρική των διαμαντιών, στη λίμνη Κόμο των διακοπών και πάλι στην μητέρα Ελλάδα. Σε αυτή την πορεία στο χρόνο η Ελοϊζ πέρα από τα δικά της, ζει γεγονότα και γνωρίζει πραγματικά πρόσωπα της εποχής κάνοντας την ιστορία ακόμα πιο αληθινή. Σαν του Τσάρλυ Τσάπλιν και της ηθοποιού Λουίζ Μπρούκς. Η Μελανθία παράλληλα παρατηρεί τον εαυτό της- κι εμείς το ίδιο- να επηρεάζεται από το ημερολόγιο, να παίρνει ιδέες και να τις αφομειώνει στην διλημματική πραγματικότητά της, σαν μια τηλεπαθητική επαφή και μυστηριακή εναλλαγή των δύο γυναικών.
Σκεφτείτε πώς, το δειλό, ντροπαλό χαμόγελο του Τσάρλυ Τσάπλιν, κάθε φορά που το διοχέτευε στις ταινίες του, ήταν αρκετό για να μετατραπεί σε γέλιο στο θεατή, σε γοητεία, σε ευχάριστη διάθεση. Σαν μια ενέργεια, μια λάμψη που μεταδίδεται με ταχύτητα φωτός. Ακόμα και τώρα τόσα χρόνια μετά. Κι έτσι θα είναι για πάντα. Γιατί κάτι που πήρε ανάσα, έζησε, “ταξίδεψε” πολύ, πλάνεψε και αγαπήθηκε εξίσου, δεν γίνεται να χαθεί. Δεν έχει τέλος. Αναγεννάται κάπως, κάπου, κάποτε... όπως λένε, όπως κάνει η σκόνη των άστρων.

ΥΓ1.”…Τίποτα δεν χάνεται στο σύμπαν. Τα νεκρά αστέρια αφήνουν τη σκόνη τους και από αυτή γεννώνται τα νέα άστρα. Η ζωή και ο θάνατος είναι αλληλένδετα. Τίποτα δεν εξαφανίζεται δια παντός. Και όλο αυτό ανταποκρίνεται σε μια δική μου ανάγκη: να μη χάνεται κάποιος όταν πεθαίνει. Να μη ξεχνιέται επειδή δεν υπάρχει η φυσική του παρουσία…”. Αικατερίνη Τεμπέλη.

ΥΓ2. Το βιβλίο της Αικατερίνης Τεμπέλη “Η σκόνη των άστρων” εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2010 από τους Μοντέρνους Καιρούς και είναι το δεύτερο βιβλίο της μετά το “Βενετσιάνικο Χρυσάφι” (Απρίλιος 2007). Σπούδασε Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία στη Θεσσαλονίκη και το Ηράκλειο και εργάσθηκε σαν δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός σε περιοδικά, εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ζει στην Αθήνα, ασχολείται με την Ιστορία, τις νέες τεχνολογίες και το θέατρο, γράφει τις νύχτες και όπως λέει η ίδια αινιγματικά, “συχνά ταξιδεύει στις ζωές των άλλων”...

Βασίλης Πουλημενάκος
Το μπλόγκ της Αικατερίνη Τεμπέλη μπορείτε να το βρείτε εδώ : http://aikaterinitempeli.wordpress.com
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση