Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Κι έτσι θα ξεκινήσει ένα ταξίδι

 
Ο όρκος
Μυθιστόρημα: Βασισμένο στην παραλογή "Του νεκρού αδερφού"  
Κατσιμπούρης Φώτης
Εκδ Ωκεανός Ενάλιος

Η Αρετή και ο Κωσταντής, ονειρεύονται να χτίσουν τους δικούς τους κόσμους πάνω στη γοητευτική ομίχλη των παραμυθιών της γιαγιάς τους. Η περίοδος όμως της αθωότητας τελειώνει. Η Αρετή θα ερωτευθεί έναν ξένο, και ο μόνος από την οικογένεια που θα υποστηρίξει τον έρωτά της, θα είναι ο αδερφός της, ο Κωσταντής. Εκείνη θα ακολουθήσει τον αγαπημένο της στην πατρίδα του και θα ζήσει μαζί του την απόλυτη ευτυχία, ενώ ο Κωσταντής θα δώσει όρκο στη μητέρα τους ότι αν ποτέ τη χρειαστεί, θα πάει να τη φέρει από τα ξένα...

Στους δίσεκτους καιρούς που θα ακολουθήσουν, ο Κωσταντής θα κληθεί να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα τους.... Κι έτσι θα ξεκινήσει ένα ταξίδι για τον παγωμένο βορρά...

Στέφανος Λίβος: ο 27χρονος συγγραφέας που δεν τα παρατάει ποτέ – Συνέντευξη στο MyLady.gr

Στέφανος Λίβος. Συγκρατήστε το όνομά του, καθώς είναι ένας από τους πολλά υποσχόμενους συγγραφείς της νέας γενιάς. Μόλις 27 ετών, και με ανεξάντλητη τη δίψα να γράφει, πρωτάνοιξε τα φτερά του για το μαγικό ταξίδι στον κόσμο της λογοτεχνίας ήδη από την ηλικία των 11 ετών. Όταν πριν από χρόνια, μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα του «έκλεισαν» την πόρτα, ο νεαρός συγγραφέας δεν το έβαλε κάτω. Βρήκε τη λύση μέσα από την αυτοέκδοση, κι έγινε ο ίδιος εκδότης των έργων του. Κίνηση που δείχνει ότι «όταν θέλουμε κάτι πολύ, το πετυχαίνουμε». Μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει δύο βιβλία που δεν περνούν απαρατήρητα, ενώ στο προσωπικό του Blog,  stefivos.wordpress.com, μοιράζεται – με απόλυτη ειλικρίνεια – σκέψεις και εικόνες με το αναγνωστικό κοινό. Εδώ κι ένα χρόνο, ζει κι εργάζεται ως ψυχολόγος στην Αγγλία, και αυτή την περίοδο ετοιμάζει το τρίτο του βιβλίο.
Τον Στέφανο Λίβο, τον «γνώρισα» πριν από λίγους μήνες, τον Χειμώνα του 2011, μέσα από το blog του, το οποίο και ανακάλυψα μέσω του Twitter. Πρόκειται για έναν σύγχρονο νεαρό που ζει την εποχή του με μπόλικη δόση χιούμορ και με κριτική ματιά. Διαβάζοντας τα κείμενά του, οι πρώτες σκέψεις που έκανα ήταν δύο. Πρώτον, ότι περνάω καλά… που σημαίνει γελάω, ταξιδεύω, προβληματίζομαι θετικά… που, με τη σειρά του, σημαίνει παίρνω «κάτι», χωρίς να χάνω άσκοπα τον χρόνο μου. Δεύτερον, ότι η ιστορία αυτού του νεαρού δεν είναι διόλου τυχαία και οφείλω κάποια στιγμή να «τρέξω» μία συνέντευξη μαζί του. Η στιγμή αυτή ήρθε σχεδόν μισό χρόνο μετά, το βράδυ της 16ης Αυγούστου και κράτησε μέχρι τα ξημερώματα της 17ης. Εγώ από τη ζεστή Αθήνα, ο Στέφανος από τη δροσερή Αγγλία, απλώσαμε τη «γέφυρα» του Skype για να ξετυλίξουμε το υπέροχο κουβάρι των ερωτήσεων και των απαντήσεων αποκλειστικά για τις φίλες και τους φίλους του MyLady.gr.
Στέφανος Λίβος: who is who
Λοιπόν, είμαι 27 χρονών, μένω στην Αγγλία και λέω πάντα ότι είμαι πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, αφού έχω κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα μέχρι τώρα. Έχω υπάρξει από κλόουν μέχρι ψυχολόγος και από σερβιτόρος μέχρι σκηνοθέτης.
Όσον αφορά στο “πολυτεχνίτης”, με ακαδημαϊκό background ή διδάχτηκες από το σχολείο της ζωής;
Ακαδημαϊκά, έχω ένα πτυχίο στην Ψυχολογία και ένα μεταπτυχιακό «Ψυχολογία και  ΜΜΕ». Στα υπόλοιπα είμαι αυτοδίδακτος, και γι’ αυτό, δυστυχώς, δεν εντρύφησα ποτέ και σε τίποτα 100%.
Με τέτοιες αξιόλογες σπουδές εδώ, τι ήταν εκείνο που σε ταξίδεψε και σε εγκατέστησε στην Αγγλία;
Νομίζω ότι πλέον οι σπουδές στην Ελλάδα δεν παίζουν κανένα ρόλο. Έχουμε φτάσει στο σημείο να έχει μεταπτυχιακό και ο τελευταίος μαθητής της τάξης, οπότε ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Και στην Αγγλία βέβαια είναι, αλλά εδώ υπάρχει αξιοκρατία. Εγώ π.χ. που γι’ αυτούς είμαι ξένος, αν και κοινοτικός πολίτης, δουλεύω στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, που είναι ουσιαστικά ευρύτερος δημόσιος τομέας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο ανταγωνισμός θα ήταν αθέμιτος γιατί πάντα υπάρχει ο γιος του κουμπάρου ή η κόρη της γειτόνισσας που θα παρακάμψει τη διαδικασία και θα πάρει τη δουλειά. Έτσι πήρα την απόφαση να φύγω, επειδή ήξερα ότι δεν είχα το στομάχι να παλεύω για τα αυτονόητα. Κάποιοι μας λένε ριψάσπιδες, αλλά εγώ το είδα σαν τακτική οπισθοχώρηση.
Πήρες την απόφαση λες και ακούγεται τόσο απλό. Ήταν όντως εύκολο να αφήσεις τα πάντα πίσω και να κάνεις μια νέα αρχή στο εξωτερικό;
Μια φράση-κλειδί στο μυθιστόρημα λέει “Μην κοιτάς ποτέ πίσω, γιατί το μόνο που θα βρεις είναι ό,τι άφησες ή ό,τι σε άφησε να φύγεις”. Η δική μου περίπτωση βέβαια δεν περιέχει τόσο δράμα. Έφυγα σε μια εποχή που μόνο να κερδίσω μπορούσα, και γι’ αυτό δεν κοίταξα ποτέ πίσω, γιατί το μόνο θα έβρισκα ήταν η νοσταλγία. Δεν το μετάνιωσα και χαίρομαι που το έκανα, γιατί όντας υποψήφιος μακροχρόνια άνεργος, κέρδισα ξανά την αυτοπεποίθησή μου.
Αυτό δείχνει άτομο που ξέρει πολύ καλά τι θέλει στη ζωή του. Σήμερα, μπορείς να πεις ότι άξιζε που έφυγες από την Ελλάδα, με το όποιο τίμημα μπορεί να είχε αυτή η απόφαση;
Σίγουρα, ναι. Το τίμημα ήταν η οικογένεια και οι φίλοι, αλλά ζούμε στην εποχή που η Αγγλία είναι μόλις 4 ώρες και 150€ μακριά.
Πέρα από την οικογένεια και τους φίλους, τι άλλο σου λείπει από την Ελλάδα; Υπάρχουν εικόνες που τις σκέφτεσαι και αναπολείς στιγμές;
Μπορεί να σου κάνει εντύπωση αλλά πραγματικά δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά τα “ρομαντικά”.  Στην πραγματικότητα, το μόνο που μου λείπει είναι το ελληνικό φαγητό που δεν μπορώ να βρω εδώ, όπως τα κλασικά πιττόγυρα, που είναι για μένα το εθνικό μας φαγητό. Από εκεί και πέρα βέβαια, μου λείπει ίσως και το δωμάτιό μου, το καταφύγιό μου, εκεί που έγραψα τις πρώτες μου σελίδες, εκεί που έκανα τα εφηβικά μου όνειρα, εκεί που θέλω να βρεθώ με ένα κλείσιμο των ματιών, όποτε συναντάω τα δύσκολα.
Η ανάγκη της συγγραφής, πότε εμφανίστηκε στη ζωή σου και πως;
Εμφανίστηκε στα 11 μου, και ο κύριος λόγος ήταν η Αγγλίδα συγγραφέας Enid Blyton, της οποίας τα βιβλία πλέον είναι δυστυχώς δυσεύρετα. Έγραφε νεανική λογοτεχνία και διαβάζοντας τις ιστορίες της για τα Πέντε Λαγωνικά και για τους Μυστικούς Εφτά, κατάλαβα ότι αυτό ήθελα να κάνω κι εγώ, να γράφω ιστορίες. Ήμουν και σε μια ηλικία που ούτως ή άλλως δημιουργούσα με ευκολία φανταστικούς κόσμους, οπότε το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να πάρω ένα μολύβι και να αρχίσω να γράφω. Κι έτσι και έκανα.
Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά τη δημιουργία των πρώτων σου φανταστικών κόσμων, τι σε εμπνέει για να χτίσεις τις ιστορίες και τους ήρωές σου, τους χαρακτήρες σου;
Πραγματικά, δεν ξέρω. Στα διηγήματα είναι μια ξαφνική ανάγκη να γράψω, και τις περισσότερες φορές ξεκινάω από μια πρώτη φράση, χωρίς να έχω σκεφτεί καν την ιστορία που πρόκειται να αφηγηθώ. Στο μυθιστόρημα που τώρα ετοιμάζω (και αναφέρομαι σε αυτό γιατί κάνω πραγματική προεργασία) όλα ξεκίνησαν από κάποιες αφηγήσεις για τον πόλεμο, που άκουσα από έναν ηλικιωμένο φίλο. Αμέσως κατάλαβα ότι η επόμενη ιστορία μου θα είχε να κάνει με αυτή την εποχή, και για περίπου ένα μήνα, συνειδητά και υποσυνείδητα ένιωθα την ιστορία να γεννιέται μέσα μου. Δεν θέλω να ακουστεί προκλητικό, αλλά αυτό που ένιωθα, φαντάζομαι ότι είναι παρόμοιο με το συναίσθημα της εγκυμοσύνης. Κουβαλάς μέσα σου κάτι που μεγαλώνει, έχοντας δική του ζωή.
Πότε ένιωσες την ανάγκη να μοιραστείς αυτά που γράφεις με τον κόσμο, τους αναγνώστες;
Αφού είχα αρχίσει να γράφω σοβαρά, μετά τα 15, κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα μόνο να γράφω, αλλά έπρεπε να βρω και κάποιους να τα διαβάσουν, να μου πουν τη γνώμη τους. Απευθύνθηκα έτσι σε μια γνωστή μου φιλόλογο, η οποία με ενθάρρυνε να συνεχίσω, και φυσικά σε κάποιους φίλους. Πολύ αργότερα, όταν θέλησα να εκδώσω κάτι, έστειλα το μυθιστόρημα σε 3-4 μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Φυσικά το απέρριψαν όλοι, αλλά τουλάχιστον ο ένας μπήκε στον κόπο να μου γράψει ότι είναι μεν καλό και βλέπει συγγραφική φλέβα, αλλά δεν ταιριάζει με το ύφος των συγκεκριμένων εκδόσεων. Έτσι, το διόρθωσα άλλες 2-3 φορές και προχώρησα στην αυτοέκδοση.
Για όσους δεν το γνωρίζουν, τι είναι η αυτοέκδοση;
Είναι η διαδικασία που δίνει σε ένα συγγραφέα το δικαίωμα να μην αναζητήσει εκδότη προκειμένου να προσεγγίσει το κοινό, αλλά να ακολουθήσει εναλλακτικά μονοπάτια, είτε προσφέροντας το βιβλίο του ως e-book (δωρεάν ή  επί πληρωμή) είτε επωμιζόμενος ο ίδιος τα έξοδα για την εκτύπωσή του και τη διάθεσή του στα βιβλιοπωλεία. Εγώ διαθέτω τα βιβλία μου από το blog μου ως δωρεάν e-books, παρέχοντας όμως και τη δυνατότητα σε όποιον το επιθυμεί να παραγγείλει τη χαρτόδετη έκδοση τους. Αυτό που θα κάνει η πλατφόρμα με την οποία συνεργάζομαι είναι να εκτυπώσει ένα και μοναδικό αντίτυπο και να το αποστείλει στον εκάστοτε αναγνώστη. Αυτό είναι το περίφημο print-on-demand, που σου δίνει τη δυνατότητα να εκτυπώσεις έστω και ένα μόνο αντίτυπο. Στην Ελλάδα πολλοί επικαλούνται τον όρο, αλλά όλοι απαιτούν προαγορά μιας μεγάλης ποσότητας βιβλίων, επικαλούμενοι το κόστος εκτύπωσης και έτσι, το print-on-demand γίνεται print-on-their-demand. Μεγάλη και πονεμένη ιστορία, ελπίζω να μην ακούγονται κουραστικά όλα αυτά.
Καθόλου κουραστικά σε σύγκριση με την θελημένη “κούραση” της προσπάθειάς σου. Αυτό, μου δίνει την αφορμή να σε ρωτήσω αν το όνειρό της συγγραφής, που προχώρησε ένα μεγάλο βήμα με την έκδοση των βιβλίων σου από σένα τον ίδιο, αποτελεί μία απόδειξη του ότι «δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δεν θέλω».
Ακριβώς. Μπορώ να δεχτώ πιο εύκολα το “δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει βαριέμαι”, αλλά σε καμία περίπτωση το “δεν μπορώ”. Το θέμα είναι να μπορέσεις, και αν δεν τα καταφέρεις, τουλάχιστον δε θα αναρωτιέσαι αν έφταιγε που δεν προσπάθησες ή που όντως δεν μπορούσες.
Εσύ το τόλμησες και τώρα πια ξέρεις. Πιστεύεις ότι η αυτοέκδοση είναι μία διαδικασία με τα αρνητικά και τα θετικά της για έναν συγγραφέα;
Βέβαια. Στα θετικά είναι ότι είσαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και δεν χρειάζεται να συμβιβαστείς με τίποτα. Στα αρνητικά είναι ότι επωμίζεσαι εσύ όλες τις ευθύνες, του επιμελητή, του  γραφίστα, του τυπογράφου, του μαρκετίστα κλπ. Και προφανώς, στην ελληνική αγορά, ξέρεις εκ των προτέρων ότι δε θα ανταμειφθείς, πέρα από την ηθική ικανοποίηση που προφανώς θα λάβεις. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που η ηλεκτρονική μορφή των βιβλίων μου είναι δωρεάν. Θα ήταν σχεδόν ανέκδοτο ένας νέος συγγραφέας, όχι μόνο να αυτοεκδίδει, και μάλιστα e-book, αλλά να χρεώνει κιόλας γι’ αυτό.
Δεν χρεώνεις, λοιπόν, για τα e-books σου. Ωστόσο, εσύ πληρώνεις γι’ αυτά;
Τα μόνα χρήματα που πλήρωσα ήταν τα έξοδα εκτύπωσης για να έχω τα βιβλία μου σε χαρτόδετη έκδοση (περίπου στην τιμή των βιβλίων, όπως φαίνεται στο blog). Από εκεί και πέρα, πληρώνω αυτή τη στιγμή τη μετάφραση του “Όσα Χωράει Μια Στιγμή», προκειμένου να το διαθέσω ως e-book στην αγγλόφωνη αγορά, που βέβαια είναι τεράστια, και γι’ αυτό τρομακτικά ανταγωνιστική. Κατά πάσα πιθανότητα θα φάω τα μούτρα μου, αλλά τουλάχιστον θα έχω απολαύσει τη χαρά της ελεύθερης πτώσης.
Ποιο είναι το προσωπικό σου κέρδος, από τη στιγμή που δεν κερδίζεις χρήματα από την συγγραφή και την αυτοέκδοση;
Προς το παρόν, είναι μια μεγάλη ηθική ικανοποίηση, που όχι μόνο ο κόσμος διαβάζει τα γραπτά μιας δεκαετίας, αλλά και που δείχνει ότι του αρέσουν. Πέρα από αυτό όμως, η δωρεάν διάθεση των βιβλίων μου αυτή τη στιγμή είναι ουσιαστικά μια επένδυση για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού, με το οποίο, λόγω ίντερνετ, μπορώ να έχω και άμεση επικοινωνία. Το επόμενο μυθιστόρημα δεν θα είναι δωρεάν, αλλά σίγουρα θα είναι σε πολύ χαμηλή τιμή, όπως και η αγγλική ηλεκτρονική έκδοση του “Όσα Χωράει Μια Στιγμή” που θα είναι σχεδόν ένα δολάριο, δηλαδή περίπου 0,70€.
Ας μιλήσουμε λίγο για τα δύο βιβλία σου. Το «Κλεφτές ματιές» και το «Όσα χωράει μια στιγμή», των οποίων οι τίτλοι θα έλεγα ότι είναι αρκετά έξυπνοι κι ελκυστικοί. Τι πραγματεύονται και ποιες είναι οι μέχρι τώρα εντυπώσεις των αναγνωστών;
Το “Κλεφτές Ματιές” είναι μια συλλογή 13 διηγημάτων, γραμμένα σε διάστημα μιας δεκαετίας, πράγμα που σημαίνει πολλά, διαφορετικά ύφη γραφής.  Ο μόνος κοινός τους άξονας είναι ότι καθένα από αυτό αποτελεί μια κλεφτή ματιά του αναγνώστη μέσα στη ζωή των φανταστικών ηρώων. Αντιθέτως, το “Όσα Χωράει Μια Στιγμή” είναι μυθιστόρημα το οποίο, με αφορμή την ιστορία του Βασίλη, ενός παιδιού που έχει μεγαλώσει χωρίς γονείς και με ένα οικογενειακό μυστικό που αγνοεί, πραγματεύεται τα διάφορα παιχνίδια της ζωής, τις ξαφνικές ανατροπές της και γενικά, το ταξίδι των ανθρώπων προς ένα προορισμό που τελικά είναι διαφορετικός από αυτόν που αρχικά είχαν ορίσει.
Θα σε πάω, για λίγο, κάπου στην αρχή της συνέντευξης. Είπες κάτι που το “κράτησα”. Ότι νιώθεις – γράφοντας – πως κουβαλάς μέσα σου κάτι που μεγαλώνει έχοντας δική του ζωή. Έχεις την αίσθηση, δηλαδή, πως οι χαρακτήρες σου παίρνουν σάρκα και οστά και καθοδηγούν εκείνοι την σκέψη σου ώστε να ξεδιπλώσεις την ιστορία τους;
Ακούγεται τρομακτικό, αλλά έτσι είναι. Λες θα γράψω μια ιστορία και τελικά γράφεται από μόνη της. Εσύ απλά πληκτρολογείς και την κάνεις να διαβάζεται εύκολα και όμορφα. Προφανώς, δεν ξεφεύγεις από την ιστορία που έχεις στο μυαλό σου, αλλά πολλά περιστατικά στην πορεία της συγγραφής γεννιούνται επειδή ο χαρακτήρας έχει μια ιστορία που θέλει να ακουστεί.
Ποια είναι η θέση ή ο ρόλος της γυναίκας στα βιβλία σου;
Είχα γράψει ένα κείμενο στο blog μου για την ημέρα της Γυναίκας, όπου αναφέρω αυτό που τραγουδάει ο James Brown: “αυτός είναι ένας αντρικός κόσμος, αλλά δε θα ήταν τίποτα, χωρίς την παρουσία μιας γυναίκας”. Ακούγεται σε πρώτη φάση φαλλοκρατικό, αλλά θεωρώ ότι είναι πέρα για πέρα φεμινιστικό, όπως το αστείο “ο άντρας είναι το κεφάλι, αλλά η γυναίκα ο λαιμός”. Αυτή είναι και η γυναίκα στις ιστορίες μου. Η γυναίκα που έχει το κλειδί για όλα.  Άλλοτε δυναμική, άλλοτε μοιραία, άλλοτε αδύναμη, αλλά πάντα και πάνω απ’ όλα, αληθινή.
Πρέπει να παραδεχτώ ότι και το blog σου το βρίσκω πολύ έξυπνο. Φαντάζομαι ότι όποιος το επισκέπτεται και σε διαβάζει, περνάει καλά. Τα κείμενά σου, έχουν χιούμορ όπου και όσο πρέπει. Είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα; Δηλαδή, έτσι είναι ο Στέφανος Λίβος;
Έτσι είναι. Το χιούμορ είναι ένα πραγματικά πολύ μεγάλο κομμάτι στη ζωή μου, αφού εκτός από μηχανισμός άμυνας, είναι και το όπλο μου στην προσέγγιση των ανθρώπων. Για να είμαι ειλικρινής, κυρίως των γυναικών. Αν δεν μπορώ να κάνω μια γυναίκα να γελάει, τότε ξέρω ότι δεν ταιριάζουμε. Το ίδιο και με όλους τους ανθρώπους. Δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ έναν άνθρωπο στη ζωή μου που θα μένει σιωπηλός, όποτε προσπαθώ να αστειευτώ.
Πέρα από μηχανισμός άμυνας, είναι το χιούμορ για σένα κι ένας ειλικρινής μηχανισμός για να χτίσεις τη σχέση σου με τους αναγνώστες; Τουλάχιστον εγώ, εισέπραξα κάτι τέτοιο από την πρώτη κιόλας στιγμή που επισκέφθηκα το blog σου. Μιλάς στον επισκέπτη με τρόπο άμεσο, οικείο, ευχάριστο. Τον κερδίζεις, με λίγα λόγια.
Ναι, γιατί θέλω οι αναγνώστες του blog να είναι αυτοί που θα μπορούσα, αν τους ήξερα προσωπικά, να βγω και για έναν καφέ μαζί τους. Να κάνουμε την πλάκα μας, και μετά να το γυρίσουμε σε μια φιλοσοφική συζήτηση, χωρίς να φοβόμαστε ότι μπορεί να πούμε κάτι και να παρεξηγηθούμε. Ένα blog είναι κάτι σαν στέκι για κάποιους ανθρώπους, και στο δικό μου στέκι δεν θέλω ανθρώπους που δεν ταιριάζουνε τα χνώτα μας, γι’ αυτό και γράφω όπως γράφω, ώστε αν κάποιος παρεξηγηθεί, να καταλάβει ότι πρέπει να αλλάξει στέκι.
Γι’ αυτό και σχολιάζεις με τον δικό σου τρόπο την επικαιρότητα; Πέρα από το να εκφράσεις τις σκέψεις σου, είναι και μία αφορμή για ανάπτυξη διαλόγου;
Ακριβώς, αν και ο διάλογος, στην πραγματικότητα, γίνεται σε άλλες πλατφόρμες, όπως το facebook, όπου ο κόσμος αισθάνεται περισσότερο οικεία για να εκφραστεί.
«…γράφω όπως γράφω, ώστε αν κάποιος παρεξηγηθεί, να καταλάβει ότι πρέπει να αλλάξει στέκι». Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται “σκληρή” αυτή η φράση. Ωστόσο, εκφράζει ειλικρίνεια με την έννοια ότι γράφεις αυτά που πιστεύεις και όχι αυτά που οι άλλοι θέλουν να διαβάσουν.
Δεν είναι σκληρή, είναι κυνική ακριβώς επειδή είναι πέρα για πέρα ειλικρινής. Όταν γράφω, γράφω επειδή θέλω να εκφραστώ εγώ, όχι επειδή θέλω να εκφράσω τους άλλους. Αν συμβαίνουν και τα δύο, είναι το καλύτερο, αλλά σε μια επικοινωνία δεν υπάρχει μόνο η χαρά της συγκατάθεσης. Υπάρχει και η χαρά της διαφωνίας, που είναι ακόμα πιο δημιουργική, γιατί οξύνει το μυαλό να δει και λίγο παραπέρα. Παρομοίως και όταν γράφω λογοτεχνικά. Για παράδειγμα, το τέλος του “Όσα Χωράει Μια Στιγμή” δεν ήταν το τέλος που οι περισσότεροι αναγνώστες ήθελαν να διαβάσουν, και κάποιοι μου το είπαν, αλλά εγώ χάρηκα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Γιατί δεν τους έδωσα αυτό που περίμεναν, το εύκολο, το μη διαπραγματεύσιμο. Προτίμησα να τους οδηγήσω στη διαπίστωση ότι τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα περιμένεις, αλλά ακόμα και έτσι, έχεις κερδίσει κάτι από την όλη ιστορία. Το θέμα είναι να βρεις τι είναι αυτό.
Καθώς έχεις εξοικείωση με την τεχνολογία και το διαδίκτυο, πιστεύεις ότι σήμερα είναι απαραίτητα για έναν συγγραφέα εργαλεία όπως τα κοινωνικά δίκτυα, τα blogs ή τα sites για επεξεργασία και sharing φωτογραφιών κ.α. ή μπορεί να πετύχει κάποιος σ’ αυτό τον χώρο όντας τεχνοφοβικός;
Είναι πάρα πολύ σημαντικά τα εργαλεία που προσφέρει σήμερα το ίντερνετ, όχι μόνο για έναν συγγραφέα, αλλά για τον οποιονδήποτε που η δουλειά του έχει σχέση με το ευρύτερο κοινό. Το να είσαι τεχνοφοβικός, όμως, και να φιλοδοξείς να πετύχεις, είναι σαν να θες να πάρεις μέρος σε αγώνα Formula 1 οδηγώντας ποδήλατο, και να πιστεύεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις.
Είναι αρκετοί οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, που έχουν όνειρα αλλά συναντούν εμπόδια. Με αφορμή το κλίμα ανασφάλειας που επικρατεί, τι θα τους έλεγες αν είχες τη δυνατότητα; 
Μπορεί να ακουστώ σκληρός, αλλά φοβάμαι ότι η Ελλάδα δεν δείχνει σημάδια ανάκαμψης – και δεν αναφέρομαι στην οικονομική. Επειδή πριν λίγο καιρό είχα έρθει, αυτό που είδα παντού ήταν είτε μια μιζέρια ικανή να σκοτώσει κάθε τι νέο και ελπιδοφόρο, είτε μια καταναγκαστική χαρά τύπου “ουάου, έχουμε καλοκαίρι, μπάνιο όλη μέρα, μοχίτος και twitter από το iPhone”. Στην ψυχολογία αυτό λέγεται Διπολική Διαταραχή. Γιατί λοιπόν ένας άνθρωπος με φρέσκες ιδέες να πρέπει να υποστεί την ψυχοπαθολογία της χώρας, για να επιβιώσει; Ο καθένας απαντάει στο ερώτημα όπως θέλει. Εγώ το έχω κάνει ήδη, γι’ αυτό και δε θα πω κάτι παραπάνω.
Από τις μέχρι τώρα προσπάθειές – γενικά στη ζωή σου – τι είναι αυτό που σε γεμίζει με συναισθήματα ικανοποίησης; Ποια είναι η “επιβράβευση”;
Στο συγγραφικό κομμάτι, είναι τα σχόλια που λαμβάνω από τους αναγνώστες, γιατί μου δείχνουν ότι υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που περιμένουν να ακούσουν τι άλλο έχω να τους πω. Στο προσωπικό κομμάτι, είναι η παρουσία στη ζωή μου ανθρώπων που ξέρω ότι είναιεκεί. Και αυτό από μόνο του εμένα μου αρκεί.
Θα ήθελα να κλείσουμε τη συνέντευξη κάπως έτσι. Ποιο κομμάτι από τα βιβλία σου είναι αυτό που σε αγγίζει περισσότερο και στο οποίο βρίσκεις απαντήσεις όταν τις χρειάζεσαι; Ποια λόγια υψώνονται ως άστρο που καθοδηγεί τα βήματά σου;
Είναι αυτό εδώ, από το “Όσα Χωράει Μια Στιγμή”: “Όταν είμαι κάπου με πολύ κόσμο, ξέρεις τι κάνω; Ανεβαίνω νοερά όλο και πιο ψηλά, απομακρύνομαι από το έδαφος, σαν να πετάω. Και μετά από κάποιο ύψος, νιώθω ότι μπορώ να καταλάβω περισσότερα για τους ανθρώπους. Είναι σαν να βλέπω τα νήματα που συνδέουν τον έναν με τον άλλον “. Αν καταφέρουμε, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πόσο κοντά και πόσο δεμένοι (πρέπει να) είμαστε οι άνθρωποι μεταξύ μας, τότε θα ζήσουμε, αν όχι εντελώς ειρηνικά, τουλάχιστον λίγο πιο ήρεμα..
Στέφανε, θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω πραγματικά για τα όσα μοιράστηκες με μένα και το MyLady.gr. Αν και εδώ στην Ελλάδα, η ώρα είναι κάτι παραπάνω από 4 τα ξημερώματα, οφείλω να πω ότι η συνέντευξη μαζί σου κύλησε τόσο ευχάριστα που ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκα το προχωρημένο της ώρας. Σου εύχομαι όλο και πιο ψηλά, γιατί έχεις “πένα” ως συγγραφέας και “βάθος” ως άνθρωπος.
Χριστίνα, εγώ σε ευχαριστώ! Είναι πάντα πρόκληση μια συνέντευξη, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι καρπούς θα σου δώσει.. Ελπίζω να βγάλαμε καλή σοδειά.
Χριστίνα Αγγελακοπούλου
Δημοσιογράφος-Κοινωνιολόγος
Xristina.agg@mylady.gr

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση