Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Η πατρίδα είναι η σημαδούρα μας

noel_baxerΜε αφορμή το τελευταίο της βιβλίο, η Νοέλ Μπάξερ μιλάει στην Ελπίδα Πασαμιχάλη για την έμπνευση, την καταγωγή και την παγκοσμιοποίηση.
«Ένα από τα θέματα που με απασχολούν στα βιβλία μου είναι ο τρόπος με τον οποίο οι παλιοί ‘‘ξεβάφουν’’ στους νεότερους. Όταν ξεκινάμε την ενήλικη ζωή μας, κουβαλάμε και το ‘‘χρώμα’’ των προηγούμενων γενιών. Θέλω να δω τη ρυτίδα του ήρωα. Το παρελθόν του.
Ένας ήρωας που έχει κάνει πλαστικές εμένα δεν μου λέει τίποτα. Γιατί δεν είναι ρεαλιστικός». Τη δήλωση αυτή κάνει η συγγραφέας Νοέλ Μπάξερ, μιλώντας με την ευκαιρία έκδοσης του δεύτερου μυθιστορήματός της, με τίτλο «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος» (εκδόσεις Ψυχογιός). Με μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Βρετανό, η Μπάξερ, η οποία προσδιορίζει τον εαυτό της ως «Ελληνίδα συγγραφέας με ξενικό όνομα», μιλά για τις πηγές της έμπνευσης, τις χαμένες πατρίδες που χαρακτηρίζουν τη θεματολογία της, για τον τρόπο που την επηρέασε η διπλή της καταγωγή, για τον Οδυσσέα και την παγκοσμιοποίηση.
Πώς έρχεται η έμπνευση για ένα μυθιστόρημα;
Άλλοτε έρχεται μια εικόνα, σαν να ανοίγεις ένα βιβλίο και σου έρχεται ξαφνικά η κεντρική του σελίδα. Άλλοτε έρχεται ο ήρωας, και ξαφνικά υπάρχει στη ζωή μου. Στο τελευταίο μου βιβλίο βρισκόμασταν σε διακοπές στη Θάσο και καθόμασταν κοιτάζοντας τα κύματα. Ξαφνικά η κεντρική ηρωίδα, η Σουλτάνα, εμφανίστηκε σαν να την έφερνε το κύμα. Ήταν σαν μια οπτασία, αλλά πολύ έντονη, ένα πρόσωπο που έβλεπα, με όλα του τα χαρακτηριστικά, σαν να ήταν μέλος της παρέας. Από εκεί και πέρα άρχισε να χτίζεται η υπόθεση. Σαν ένα παζλ από επιμέρους στοιχεία.
Στο προηγούμενο βιβλίο σας, «Από δρυ παλιά και από πέτρα», τι είχε συμβεί;
Εκεί είχε έλθει μια εικόνα από το βιβλίο, η κεντρική ιδέα. Μετά άρχισαν να μπαίνουν σκέψεις σκόρπιες που με απασχολούσαν επί χρόνια. Όπως η ιδέα της «Οδύσσειας», που ήλθε στο μυαλό μου όταν είχα πάει την κόρη μου να δει την Καβάλα. Είχα να πάω 25-30 χρόνια, από τότε που είχα φύγει δηλαδή. Τότε αισθάνθηκα πως είμαι τυχερή που εγώ έχω κάπου να επιστρέψω. Αντίθετα, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν πού να πάνε. Σκεφτόμουν τι θα γινόταν αν ο Οδυσσέας δεν εύρισκε την Ιθάκη!... Αν ήταν από εκείνους τους Έλληνες που δεν έχουν πια πατρίδα.
Σας τρομάζει η πιθανότητα να μην έχει κάποιος πατρίδα;
Αυτό το θέμα με έχει απασχολήσει από τότε που γεννήθηκα. Γιατί είμαι μισή Ελληνίδα, μισή Βρετανίδα. Στην Ελλάδα θεωρούμαι Αγγλίδα, στην Αγγλία θεωρούμαι Ελληνίδα! Δηλαδή, δεν ανήκω πουθενά εκατό τοις εκατό.
Πώς δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για τις χαμένες πατρίδες του ελληνισμού που κυριαρχεί και στα δύο βιβλία σας;
Το πρώτο βιβλίο ήταν ο δικός μου τρόπος να αποχαιρετίσω τον 20ό αιώνα. Ο αιώνας που είχε χαμένες πατρίδες –που δεν είναι μόνο η Μικρά Ασία, η Ιωνία, είναι και ο Πόντος και η Κύπρος–, που είχε Κατοχή, είχε Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε την προσφυγική Ελλάδα. Με το τωρινό μου βιβλίο λέω «ευχαριστώ» σε μια πόλη, την Καβάλα, και σε μια εποχή της στην οποία βρίσκονται τα παιδικά μου χρόνια. Μιλάμε για τη δεκαετία του ’60 και του ’70, που ήταν σημαντική για όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Τότε είχε ακόμη προσφυγικό πληθυσμό που ενσωματωνόταν. Μπορούσα να δω τη διαφορετική κουλτούρα. Έβλεπα Μικρασιάτες, έβλεπα Πόντιους, και καταλάβαινα πώς μπορεί να υπάρξει ένα σύνολο από πολλά μέρη, γιατί κι εγώ έτσι ήμουνα.
Με ποιον τρόπο σάς έχει επηρεάσει η διπλή σας καταγωγή;
Θεωρώ τον εαυτό μου Ελληνίδα κι έχω πει ότι είμαι μια Ελληνίδα συγγραφέας με ξενικό όνομα. Πιστεύω ότι, αν για σήμερα είμαι μια εξαίρεση, στην επόμενη γενιά συγγραφέων θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα ξένα ονόματα. Γιατί από τόσα παιδιά μεταναστών στην Ελλάδα σίγουρα θα δημιουργηθούν και νέοι συγγραφείς.
Πότε πρωτοπήγατε στην Αγγλία;
Ο πατέρας μου δεν είχε συγγενείς εκεί και πηγαίναμε κάποια ταξίδια σαν τουρίστες. Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο, πήγα στην Αγγλία για να κάνω μεταπτυχιακά. Ήθελα να διερευνήσω σε ποιον βαθμό είμαι και Αγγλίδα. Σας πληροφορώ ότι δεν μου άρεσε τίποτα! Όταν ήρθα πίσω, ήμουν πολύ πιο συνειδητοποιημένη Ελληνίδα από όσο ήμουν όταν έφυγα. Μου έλειπαν οι Έλληνες φίλοι και η ελληνική οικογένεια όπως την γνώρισα. Δεν ήταν τόσο ο ήλιος, αλλά οι άνθρωποι.
Σε επίπεδο κουλτούρας, ποια σας έχει επηρεάσει περισσότερο; Ο Όμηρος ή ο Σαίξπηρ;
Ήταν και ο Όμηρος και ο Σαίξπηρ, και η γερμανική και η γαλλική λογοτεχνία! Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που διάβαζαν πάρα πολύ, υπήρχαν πάρα πολλά βιβλία, και αυτό με είχε τρομάξει στην εφηβεία. Έβλεπα όλα αυτά τα βιβλία, με τα ράφια να φτάνουν μέχρι το ταβάνι. Η μητέρα μου χρησιμοποιούσε τον όρο «οι κλασικοί» και τόνιζε ότι είναι αδύνατον να μην ξέρεις κάποιον από αυτούς! Όλη αυτή η παγκόσμια λογοτεχνία μού φαινόταν απρόσιτη. Εκείνο που δεν είχα κατανοήσει τότε ήταν ότι το ζήτημα δεν ήταν να τα μάθω όλα αυτά, αλλά να τα απολαύσω.
Ποια είναι η δική σας ματιά στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης που χαρακτηρίζει την εποχή μας;
Η παγκοσμιοποίηση στην τέχνη είναι ελευθερία. Είναι ένα ποτάμι που έχει τη δική του ροή. Νομίζω ότι όλα έχουν την καλή και την κακή τους πλευρά. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ούτε μάστιγα, αλλά ούτε και το μεγάλο όφελος. Προερχόμενη από μια «πανευρωπαϊκή» οικογένεια, έκανα αγώνα να βρω τον εαυτό μου ως ενήλικας. Ο άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη από μια πατρίδα, γιατί έτσι έχει μια σημαδούρα. Αλλιώς πηγαίνει κι έρχεται και τον παρασύρει το κύμα.
TH_NYXTA_POY_GYRISE_O_XRONOS_FINALΤη νύχτα που γύρισε ο χρόνος
Νοέλ Μπάξερ
Ψυχογιός 2010

πηγή: http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/xenoi/i-patrida-einai-i-simadoura-mas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση