Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 7

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com




Η Μάριαν, με τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια που έμοιαζαν με τις εποχές, καθώς άλλαζαν συνεχώς φωτοσκιάσεις. Ένιωσα μεγάλη χαρά μόλις τη γνώρισα, μόλις τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα μακριά, λίγο χαρακωμένα, δικά της, κι εκείνη μ’ έχωσε στη ζεστή αγκαλιά της, λες και με ήξερα από μικρή και τώρα απλά συναντιόμασταν ξανά. Εθελόντρια κι αυτή, βοηθούσε τα παιδιά όπως μπορούσε, να δουν τον κόσμο λίγο πιο φωτεινό.
Φεύγοντας από κει, με τις πρωτόγνωρες εμπειρίες νωπές ακόμη στη μνήμη μου, κινήσαμε για ένα μικρό φαγάδικο όπου, όπως αποδείχτηκε όλοι γνώριζαν τόσο τον Άντι όσο και τη Μάριαν. Μόλις άκουσαν ν’ ανοίγει η πόρτα πολλά ζευγάρια μάτια γύρισαν διερευνητικά προς το μέρος μας, με μια σκιά υποψίας να τα βαραίνει, όταν όμως αντίκρισαν τους δύο τελευταίους τα ερωτηματικά μεταμορφώθηκαν αμέσως σε χαμόγελα. Εμένα παρέμειναν να με παρατηρούν για λίγο ακόμη, σα μια εξωτική παρουσία, με φανερή περιέργεια, αλλά σύντομα έστρεψαν και πάλι την προσοχή τους εκεί που την είχαν πριν καταφθάσουμε.
Καθίσαμε σ’ ένα ακρινό στενόμακρο ξύλινο τραπέζι, μπροστά από μια τζαμαρία, την οποία διαπερνούσαν τα πρώτα χλωμά φώτα της νύχτας. Στο δρόμο η κίνηση ήταν αραιή, σχεδόν ανύπαρκτη. Σα να μην ήμασταν στη Νέα Υόρκη, αλλά κάπου αλλού, σ’ ένα σκηνικό από ταινία, σε μια παλιά φωτογραφία. Ο Άντι και η Μάριαν συζητούσαν κάτι για τις τάξεις τους, κι εγώ απλά τους άκουγα. Ένιωθα λίγο ξένη ανάμεσά τους, αλλά την ίδια ώρα δεν είχα καμιά απολύτως αμφιβολία ότι εκεί ακριβώς ανήκα. Μια βαριά σκιά πήρε σκιά στο τραπέζι, σκοτείνιασε λίγο την οπτική μου γωνία. Σήκωσα το βλέμμα για να αντικρίσω μια χοντρή σαν πλατεία γυναίκα, σχεδόν τετράγωνη. Σίγουρα δεν ήταν ντόπια, αλλά δεν μπορούσα ακριβώς να την τοποθετήσω κιόλας. Κάπου από τη νότιο Αμερική ερχόταν. Κουβανή ίσως. Κρατούσε ένα μπλοκάκι παραγγελιών στο χέρι και περίμενε υπομονετικά την παραγγελία μας, που δεν ερχόταν.
«Τι κάνεις αγόρι μου;» ρώτησε τον Άντι σε σπασμένα αγγλικά, κι ένα βλέμμα όλο τρυφερότητα, αποσπώντας του την προσοχή. «Κορίτσια;» απευθύνθηκε και σε μας, αλλά όχι με την ίδια θέρμη. Ωστόσο χαμογελούσε πλατιά, καθόλου επαγγελματικά, λες κι η δουλειά της ήταν αυτή ακριβώς που την έκανε ευτυχισμένη.
«Όλα καλά, κυρία Πιλάρ», απάντησε ο Άντι, ανταποδίδοντας το χαμόγελο. «Πεινάμε. Τι καλό έχεις για μας σήμερα;»
Άρχισε να του απαριθμεί τα πιάτα στα ισπανικά, κι εκείνος απλά την άκουγε και σκεφτόταν, και ρωτούσε κι εμάς τι θα θέλαμε να φάμε. Δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση έτσι στο τέλος κατέληξε να παραγγείλει και για τους τρεις μας το ίδιο φαγητό, ένα από τα καλύτερά της, όπως μου είπε: κοτόπουλο κρασάτο, με μαύρα φασόλια και λαχανικά. Για ποτό επιλέξαμε το νερό, αφού ήτανε ακόμη πολύ νωρίς για ν’ αρχίσουμε να μπεκρουλιάζουμε.
«Δεν το ήξερα ότι μιλάς ισπανικά», του είπα άθελά μου επικριτικά, καθώς η Πιλάρ, όνομα αλλά όχι πράμα, απομακρυνόταν κουνώντας επιδεικτικά τα τεράστια οπίσθιά της.
«Περισσότερο τα καταλαβαίνω παρά τα μιλώ, Χοπ. Τα μαθαίνω μαζί με τα παιδιά, ή μάλλον από τα παιδιά στην τάξη. Θα έλεγα ότι είναι αναγκαίο καλό. Εξάλλου δεν είναι και πολύ δύσκολα. Η Μάριαν τα μιλά πολύ καλύτερα από μένα».
«Κι εγώ, τις πρώτες μου λέξεις απ’ τα παιδιά στην τάξη τις έμαθα. Δεν είναι εύκολο να διδάσκεις μικρά παιδιά, που ποτέ δεν έμαθαν αγγλικά, αν δε μιλάς τη γλώσσα τους. Αλλά εγώ, μια και έχω πολλή χρόνο στη διάθεσή μου, πηγαίνω τρεις φορές τη βδομάδα σε κάποια μαθήματα. Υπάρχουν μερικές υπέροχες εκφράσεις σ’ αυτή τη γλώσσα, που ακούγονται σχεδόν σαν τραγούδι. Όταν τελειώσω μ’ αυτή τη σπουδή, σκέφτομαι ν’ αρχίσω να μαθαίνω γαλλικά κι ιταλικά. Ακόμη και καταλανικά, αφού κάποια μέρα θα ήθελα να πάω να ζήσω στη Βαρκελώνη, την ευρωπαϊκή πόλη των ονείρων μου».
«Μα πού βρίσκεις το χρόνο; Πού τον βρίσκετε;»
«Όσο κι αν ακούγεται κλισέ, για μένα όλα είναι θέμα προγραμματισμού. Όταν τα βάζεις όλα σε μια τάξη, όταν φτιάχνεις ένα ολόδικό σου σχεδιάγραμμα, τότε όλα μπορούν να γίνουν. Και πολύ εύκολα μάλιστα», απάντησε ο Άντι.
«Εγώ από την άλλη δεν μπορώ να λειτουργήσω μέσα στην τάξη, παρά μόνο μέσα στην αταξία, αυτή μου ταιριάζει, και το χάος. Δεν προγραμματίζω ποτέ τίποτα και όλα απλά γίνονται, σαν από μόνα τους. Τα μαθήματα που παίρνω και δίνω, αυτά μονάχα είναι οι σταθερές μου», είπε χαμηλόφωνα εκείνη. Όπως θ’ αντιλαμβανόμουν στη συνέχεια δεν ήξερε άλλο τρόπο για να μιλά. Ακόμη και την οργή της χαμηλόφωνα την εξέφραζε.
«Δε δουλεύεις;»
«Ζωγραφίζω».
«Και;»
«Τίποτ’ άλλο. Βγάζω αρκετά απ’ τη δουλειά μου».
Ασυναίσθητα χαμογέλασα. Ένιωθα σα να μιλούσα με τη θηλυκή εκδοχή του Άντι. Δεν έλεγε περισσότερα απ’ όσα είχε να πει και δεν έκρυβε απολύτως τίποτα, χωρίς να αποκαλύπτει κάτι κιόλας. Η στάση της μου κίνησε ακόμη περισσότερο την περιέργεια.
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Σχεδόν τριάντα».
Τριάντα! Παρέμεινα για λίγο να την παρατηρώ σιωπηλή, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Τριάντα; Μα αυτή έμοιαζε έφηβη, σχεδόν παιδί. Ή, καλά, ίσως όχι παιδί, αλλά κάποια κοντά στην ηλικία μου, όχι δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Ωστόσο, δε μου έλεγε ψέματα, γι’ αυτό δεν είχα καμιά αμφιβολία. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Ίσως να ήταν αυτή η απόκοσμη γαλήνη που εξέπεμπε που έκρυβε τα χρόνια της. Ίσως να ήταν και το απέριττο που ανέδιδε ολόκληρη η ύπαρξή της. Τη μετρούσα με το βλέμμα εκείνη την ώρα, αλλά εκείνη δε φαίνονταν να νοιάζεται. Ήταν σα να με προκαλούσε. Σα να μου έλεγε, κάνε ό,τι θες μικρή μου, αλλά αν δεν το θελήσω εγώ ποτέ δε θα με καταλάβεις. Για λίγη ώρα μείναμε έτσι, να κοιτάμε συνεχώς η μια την άλλη, και στα διαλείμματα τον Άντι, συνάπτοντας λες μεταξύ μας μια κρυφή συμφωνία, υφαίνοντας μια αμίλητη συνομωσία. Ως συνήθως, εγώ ήμουνα αυτή που έσπασε τη σιωπή.
«Γνωριστήκατε στην τάξη;»
«Όχι στην τάξη, αλλά στη σχολή. Πριν τρία χρόνια. Ο κύριος αποδώ έγραψε μια κριτική για τη ζωγραφική μου στο μπλογκ του και θέλησα να τον γνωρίσω. Όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ αρχικά, με διάβασε…».
«Όπως κι εμένα», ξεφώνισα αυθόρμητα, προτού προλάβω να συγκρατήσω τις λέξεις. Άρχισαν κι οι δύο να γελάνε. Γέλασα κι εγώ. Γιατί όχι; Μαζί μου γελούσαν, όχι στην πλάτη μου. Έστρεψα την προσοχή μου στον Άντι, που εκείνη την ώρα έμοιαζε απερίγραπτα χαρούμενος, ξεκομμένος απ’ τα προβλήματα όλου του κόσμου και τα δικά του.
«Πόσα μυστικά μου κρύβεις ακόμη;» τον ρώτησα στα ίσια.
«Πόσα αντέχεις να μάθεις;»
«Θέλω να τα μάθω όλα».
«Τότε αυτό ακριβώς θα συμβεί. Αλλά όχι τώρα. Σιγά-σιγά. Το κάθε πράγμα στον καιρό του. Εξάλλου όπως εσύ θες να μάθεις εμένα, άλλο τόσο θέλω εγώ να μάθω εσένα».
«Να μη σας εμποδίζω, παιδιά», είπε η Μάριαν πειρακτικά και σηκώθηκε απότομα για να φύγει. Όμως κάθισε αμέσως ξανά, προτού καν αντιδράσουμε. «Έρχεται το κοτόπουλο», είχε έτοιμη τη δικαιολογία, κι όντως αυτή ήταν πολύ καλή.
Πρώτη φορά έφαγα τόσο νόστιμο φαγητό στην πόλη μου. Μαθημένη καθώς ήμουνα από μικρή στο τζανκ φουτ και στα άλλα ετοιματζίδικα φαγητά στα ακριβά εστιατόρια, ποτέ πριν δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω ένα καλομαγειρεμένο σπιτικό πιάτο σ’ ένα φαγάδικο. Και το απόλαυσα τόσο, μα τόσο πολύ. Σαν ένα ταξίδι στις αισθήσεις ήταν εκείνο το δείπνο, το πρώτο αλλά όχι το τελευταίο που θα απολαμβάναμε μαζί οι τρεις μας.
Με το που τελειώσαμε όμως ο Άντι είπε ότι είχε δουλειά και έπρεπε να φύγει. Η Μάριαν μου πρότεινε, αν δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, να τη συνοδεύσω μέχρι το σπίτι της. Δεν έφερα αντίρρηση, τόσο επειδή είχα όλο το χρόνο στη διάθεσή μου, αλλά και λόγω της ακατανίκητης περιέργειάς μου. Ήθελα να γνωρίσω όσο καλύτερα και όσο συντομότερο μπορούσα αυτό το παράξενο πλάσμα, την έφηβη γυναίκα.
Το ταξίδι με τον υπόγειο κύλησε σαν τίποτα, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω καθώς μιλούσαμε. Στη διάρκεια της διαδρομής έμαθα μερικά πράγματα για τη ζωή της, αποκόμισα αποκόμματα από την ιστορία της. Κατέφθασε κι αυτή στη Νέα Υόρκη, από τη Βαλτιμόρη, πριν από χρόνια με δυο βαλίτσες γεμάτες αγωνία και όνειρα. Δεν είχε πολλά λεφτά, αλλά δεν ήταν φτωχή τότε, όπως και τώρα άλλωστε. Τώρα ήταν μάλλον πλούσια ή τουλάχιστον σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Σπούδασε αυτό που ακριβώς επιθυμούσε, ζωγραφική δηλαδή, αλλά όπως φάνηκε στην πορεία δεν υπήρχε λόγος για να το κάνει αυτό, αφού ήτανε φυσικό το ταλέντο της, έμφυτο. Ωστόσο η σχολή δεν αποδείχτηκε χάσιμο χρόνου, αφού αυτή ήταν που της έδωσε την ευκαιρία να εκθέσει τα έργα της και να αναδυθεί σχετικά εύκολα στο παράξενο και δύστροπο καλλιτεχνικό στερέωμα. Δεν της πήρε και πολύ να γίνει γνωστή. Άρχισε να πουλάει απ’ την πρώτη στιγμή και δε σταμάτησε ποτέ, αφού όλα τα έργα της έμοιαζαν να ξεφεύγουν από τους γνωστούς κανόνες, να καταδύονται στην ουσία των πραγμάτων χωρίς να την υπερπροβάλλουν. Γι’ αυτό και δε χρειάστηκε στα έντεκα χρόνια που βρισκόταν εδώ να βρει κάποια δουλειά. Ο Άντι την οδήγησε, όπως κι εμένα σήμερα, στην τάξη, στο κρυφό του σχολειό, πριν από δύο χρόνια -αυτό είναι το μεγάλο κόλπο της ζωής μου, της είπε- κι από τότε διδάσκει εκεί.
«Φίλο δεν έχεις;»
«Είχα. Πολλούς. Αλλά ήταν όλες επιφανειακές σχέσεις, άοσμες, άχρωμες, σχεδόν τυπικές. Δε με καταλάβαιναν, όπως δεν καταλάβαινα κι εγώ εκείνους άλλωστε».
«Καλλιτέχνες;»
«Δυο-τρεις. Αλλά αυτοί ήταν οι χειρότεροι. Λένε, ή μάλλον το φωνάζουν ότι είναι ιδιόρρυθμοι, εκκεντρικοί ή δεν ξέρω τι, ενώ ξεκάθαρα κι απλά είναι ιδιότροποι, ξεροκέφαλοι κι εγωιστές, και κατά βάθος καθάρματα. Όλη την ευαισθησία τους τη βάζουν σ’ αυτά που κάνουν, για τους απλούς ανθρώπους, για τον κόσμο, δεν τους περισσεύει. Άστα να πάνε. Γνώρισα και κάποιους συγγραφείς-καθηγητές. Ακόμη χειρότεροι αυτοί. Δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να αυτοθαυμάζονται και να προσπαθούν να παρασύρουν κάποιο κοριτσάκι στο κρεβάτι τους. Όσο για τους δήθεν διανοούμενους, αυτοί κι αν με κάνουν ν’ αρρωσταίνω. Ειλικρινά τους σιχαίνομαι, τους τοποθετώ στο ίδιο επίπεδο με τους βιαστές και τους παιδεραστές. Ξοδεύουν όλο το βιος τους αναλύοντας τις ζωές των άλλων, ενώ εκείνοι στο τέλος της ημέρας δεν έζησαν τίποτα, ή τουλάχιστον τίποτα συνταρακτικό. Η ζωή τους όλη αρχίζει και τελειώνει μέσα στα κεφάλια και τις αναμφισβήτητες πεποιθήσεις τους. Άνυδρα, αποστειρωμένα ενυδρεία…». Ξάφνου άρχισε να γελά, δυνατά, πηγαία, εκκωφαντικά, κι εγώ παρέμεινα απλά να την κοιτάω, μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη – όχι αμήχανα, αλλά με περιέργεια. Με περιέργεια την παρατηρούσαν κι οι άλλοι συνένοχοι-συνεπιβάτες στο βαγόνι, αλλά όχι για πολύ. Σύντομα έστρεψαν την προσοχή τους και πάλι στις μουσικές, τα βιβλία και τις εφημερίδες τους, τα κινητά τηλέφωνα και τους φορητούς υπολογιστές τους – ανίκανοι να απολαύσουν το τυχαίο. Τελικά, σαν στέρεψε το γέλιο, έστρεψε το δακρυσμένο βλέμμα της πάνω μου, και μ’ ένα μάλλον διφορούμενο χαμόγελο, είπε να βάλει την τελευταία πινελιά στο μονόλογό της: «Τελικά κουβαλώ πολλά και βαριά μπαγκάζια πίσω μου!»
«Ναι, απ’ αυτά που μου λες μοιάζεις να είσαι περπατημένη», είπα, στην απουσία κάποιου ουσιαστικού σχολίου εγώ. Γέλασε.
«Περπατημένη, ε; Μπορείς να το πεις κι έτσι, αν είσαι αρκετά ευγενική, κι εσύ είσαι. Αλλά δεν είμαι περπατημένη, γαμημένη είμαι. Έτσι ακριβώς. Μου γαμήσανε για μια εποχή τα μυαλά όλοι αυτοί οι ειδικοί του τίποτα, του κοπανιστού αέρα, προσπάθησαν να μου κλέψουν τα πάντα, να με κάνουν κάποια άλλη, να, σαν και τα μούτρα τους, μα δεν τους πέρασε. Ήμουνα το λάθος παιχνίδι για κείνους».
«Κι ο Άντι;»
«Ο Άντι! Επιτέλους φτάσαμε στο ψαχνό της υπόθεσης». Δεν το είπε με ίχνος κακίας αυτό, ούτε καν με κάποια υποψία ειρωνείας, απλά το τόνισε σαν ένα αναμφισβήτητο γεγονός. «Ο Άντι ήταν ο γαμημένος ιππότης που ήρθε καβάλα στ’ άλογο και τις αρχές του για να με σώσει απ’ τα κοράκια και τα κατάφερε!»
«Πώς μπορείς να φωνάζεις, να βρίζεις και την ίδια ώρα ν’ ακούγεσαι γαλήνια;» τη ρώτησα με πραγματική απορία, κι εκείνη αρκέστηκε να χαμογελάσει.
Βγήκαμε από το βαγόνι και ανεβήκαμε σιγά-σιγά τα σκαλιά για να βρεθούμε στους δρόμους του Μπρούκλιν, στην εκκωφαντική πραγματικότητα μιας πόλης, που έμοιαζε να αγνοεί την παρουσία μας. Φώτα, κόρνες, διαφημίσεις -μια μαζική κακοφωνία- και άνθρωποι βιαστικοί που δεν κοιτούσαν γύρω τους, αλλά ίσια μπροστά, σα φαντάσματα που έψαχναν να βρουν το σπίτι που θα στοίχειωναν κι εκείνο το βράδυ. Αδιέξοδες ζωές.
Κρατώντας σφικτά απ’ το χέρι με οδήγησε μέσα από μια πλατιά λεωφόρο και στενά ημιφωτισμένα δρομάκια στη γειτονιά της που, αν και στο άλλο άκρο της πόλης, θύμιζε κάτι απ’ την άλλη, αυτή που πρωτοαντίκρισα λίγες ώρες πριν, εκείνη των απόλυτα φτωχών. Το διαμέρισμά της ήταν σ’ ένα παλιό μεγάλο κτήριο, που με μια πρώτη ματιά έμοιαζε εγκαταλειμμένο.
«Πάμε από την πίσω πόρτα», μου είπε, κι εγώ απλά την ακολούθησα χωρίς να ρωτήσω το γιατί. Ανεβήκαμε μια παλιά στριφογυριστή σιδερένια σκάλα, που έτριζε στο κάθε μας βήμα, και η οποία κρεμόταν σαν προφυλακτήρας απ’ το πλάι της πολυκατοικίας, για να φτάσουμε σ’ ένα ψηλό σιδηρόφρακτο παράθυρο, το οποίο ξεκλείδωσε μ’ ένα μεγάλο σκουριασμένο κλειδί. Σειρά πήρε μια τζαμόπορτα, που έμοιαζε παράταιρη στο μέχρι τότε σκηνικό.
Το ξάφνιασμα που ένιωσα όταν μπήκαμε μέσα και άναψε το φως, δεν μπορώ εύκολα να το περιγράψω με λόγια. Ήταν σα να βρέθηκα από τη μια στιγμή στην άλλη σ’ ένα εφιάλτη. Ακριβώς όπως το λέω. Όλοι οι τοίχοι του δωματίου ήταν γεμάτοι από πίνακες, που έμοιαζαν βγαλμένοι ή έστω εμπνευσμένοι από την Αποκάλυψη. Σκελετωμένα κορμιά, κομμένα μέλη, άνθρωποι να βουλιάζουν στην άβυσσο, καράβια αντιμέτωπα με άγριες καταιγίδες, τεράστια τρομακτικά κύματα, γυναίκες να οδύρονται, παιδιά να δακρύζουν με πόνο, κι άντρες νεκροί, κατάκοιτοι σε μια γη ποτισμένη με αίμα, με τα όρνια τριγύρω να ετοιμάζουν τη δική τους γιορτή. Αυτά που έβλεπα μου θύμιζαν για κάποιο λόγο την πτώση του Εωσφόρου, αλλά και κάποιες από τις εικόνες του Μπλέικ, του προπάτορα.
«Το δωμάτιο της πραγματικής ζωής», μου είπε εκείνη απαλά, αγγίζοντάς με φευγαλέα στον ώμο, προσπαθώντας λες να μου δώσει δύναμη, κουράγιο να αντικρίσω την πραγματικότητα μέσα από τη δική της ματιά. «Ζωγραφίζω τους εφιάλτες μου». Με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε στο επόμενο δωμάτιο. Άναψε και πάλι τι φως, κι αυτή τη φορά τα μάτια μου πλημμύρισαν χρώματα. «Το δωμάτιο της ζωής όπως θα έπρεπε να είναι», μου ψιθύρισε. «Ζωγραφίζω τα όνειρά μου». Ο κόσμος όλος λοιπόν, ο δικός της, κι ο δικός μας, μέσα σε δύο μόλις δωμάτια. Αυτό το δεύτερο έγινε μεμιάς το αγαπημένο μου, γαλήνεψε αμέσως τις φουρτούνες που φούντωσαν μέσα μου λίγες στιγμές πριν, κατέπνιξαν τους εφιάλτες στη γένεσή τους. Κι όσο κι αν δίστασα προηγουμένως να σταθώ και να μελετήσω με προσοχή εκείνους τους πίνακες, μπροστά σ’ αυτούς αφέθηκα, παραδόθηκα στην ομορφιά τους. Μια μάνα να κρατά στην τρυφερή αγκαλιά της ένα νιογέννητο παιδί και να του χαρίζει τους χυμούς της ζωής από το σώμα της, καθώς στο φόντο, μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο διακρίνεται ο ήλιος ροδοκόκκινος να ανατέλλει. Δυο κοριτσάκια να πετάνε ψηλά, σ’ ένα γαλανό ουρανό, κρατημένα από μια δέσμη πολύχρωμα μπαλόνια. Μια γριά, με χαραγμένο το πρόσωπο απ’ της ηλικίας και της γνώσης τις ρυτίδες κι ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη, να υφαίνει κάτι με το βελόνι. Ένας άντρας να περπατά σε κάποιο άγνωστο σε μένα πάρκο αγκαλιά με την αγαπημένη του, καθώς γύρω τους οργιάζει η φύση. Κάποιο αγόρι, μάλλον στην Αφρική, να παίζει μπάλα μ’ ένα ξύλινο πόδι και να δείχνει πολύ-πολύ ευτυχισμένο. Ένα κορίτσι και μια φάλαινα να κολυμπάνε μαζί στα διάφανα πράσινα νερά μιας θάλασσας εξωτικής. Αστερίες και όστρακα να στολίζουν, σαν οι καλύτερες διακοσμητές της πλάσης, μια αχανή παραλία. Ο Άντι! Ο Άντι μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ν’ ακουμπά σ’ ένα τοίχο, φορώντας εκείνο το τόσο γνώριμο πια αγαπημένο του ξεβαμμένο τζιν κι ένα πουκάμισο γαλάζιο, παρακολουθώντας κάποια παιδιά να παίζουν μπάσκετ.
«Σου αρέσει;» Με έβγαλε απ’ τις θαυμαστές μου σκέψεις η Μάριαν.
«Πολύ. Είναι σα να τον βλέπω ζωντανό μπροστά μου».
«Δικός σου!»
Τον ξεκρέμασε απ’ τον τοίχο και μου τον έδωσε. Έτσι απλά. Χωρίς καν ένα στιγμιαίο δισταγμό, δίχως δεύτερη σκέψη. Κι εγώ δεν άντεξα και τη ρώτησα:
«Ήσασταν ποτέ μαζί εσείς οι δυο;»
«Όχι. Ποτέ! Η αλήθεια είναι ότι το ήθελα κάποια εποχή, ίσως να το ήθελε κι εκείνος, αλλά στο τέλος της μέρας η αλήθεια είναι ότι δεν ταιριάζουμε. Είμαστε συμβατοί, είμαστε τέλειοι σα φίλοι, αλλά μέχρι εκεί. Το ξέρω καλά, το ξέρει κι αυτός. Αν σμίγαμε θα τρελαίναμε ο ένας τον άλλο, ενώ τώρα…».
«Μα πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρη;»
«Μας γνωρίζω. Θα μας μάθεις κι εσύ, με τον καιρό».
«Κι όμως, εγώ πιστεύω ότι ταιριάζετε, κι ας μισώ τον εαυτό μου που το λέει αυτό. Έχετε τόσα κοινά οι δυο σας».
«Μ’ εσένα ταιριάζει περισσότερο, το κατάλαβα απ’ την πρώτη φορά που σε είδα, απ’ τα λίγα που είπαμε. Ο Άντι έχει χαράξει μια πορεία στη ζωή του και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι δε θα παρεκκλίνει καθόλου απ’ αυτή. Εμένα δε μου αρέσει, δε μου πάει αυτή η επίφοβη σιγουριά, μισώ το ότι δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, μου την σπάει αυτή η μονοτονία. Εγώ θέλω συνεχώς ν’ αλλάζω, ό,τι μπορώ, μου αρέσει να έχω την ελευθερία των πολλών επιλογών».
«Ενώ εγώ…».
«Ενώ εσύ…».
Ενώ εγώ δεν έχω άλλη επιλογή από το να τον ακολουθήσω, ήθελα να πω, μα δεν το είπα. Δεν ήθελα να με ρίξω στα μάτια της, να με ισοπεδώσω με τις λέξεις, κι ας ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αυτά τα λόγια. Προτού τον γνωρίσω δεν είχα κανένα στόχο στη ζωή, κανένα σκοπό. Το μόνο που ήθελα ήταν να περνώ καλά και περνούσα, επιφανειακά τουλάχιστον, όπως όλοι. Η γνωριμία μου μαζί του έδωσε στη ζωή μου αξία, τη σημάδεψε, κι ας ένιωθα -και νιώθω ακόμη- ανάξια απέναντί του. Καθώς κρυβόμουνα πίσω από το πέπλο των ματιών μου και τις εικόνες της, η Μάριαν σηκώθηκε αθόρυβα απ’ τον πάτωμα, που μέχρι εκείνη την ώρα καθόμασταν και πήγε στην κουζίνα. Επέστρεψε λίγο αργότερα κρατώντας δυο ποτήρια κόκκινο κρασί, γεμάτα μέχρι πάνω, σχεδόν ξέχειλα. Δε με ρώτησε καν αν μου άρεσε αυτό το ποτό, το θεωρούσε μάλλον δεδομένο. Κρατώντας στο ένα χέρι τον πίνακα του Άντι και στο άλλο το ποτήρι, την ακολούθησα σ’ ένα διπλανό δωμάτιο, όπου υπήρχαν δυο πολυθρόνες, ένα γυάλινο τραπεζάκι, ένας παλιός και ξεφτισμένος από τη χρόνια χρήση καναπές και μα βαρυφορτωμένη με τόμους βιβλιοθήκη. Βιβλία τέχνης και λογοτεχνίας, ποίησης και ταξιδιωτικά, ακόμη και φιλοσοφίας βάραιναν τα ράφια της, χαρίζοντάς τους αξία. Ένα ακόμη γλυκό κομμάτι της περιουσίας της. Καθίσαμε, η μια απέναντι από την άλλη, στις πολυθρόνες, βγάλαμε τα παπούτσια κι ακουμπήσαμε τα πόδια στο τραπεζάκι, και μείναμε για λίγα λεπτά σιωπηλές, να παρατηρούμε τα φώτα απ’ τις αντικρινές εργατικές πολυκατοικίες και τους ουρανοξύστες στην όχι και τόσο μακρινή άκρη του ορίζοντα.
Ένιωθα γαλήνια και ανήσυχη την ίδια ώρα. Το μυαλό μου ταξίδευε απ’ το ένα πράγμα στο άλλο, απ’ τη μια σκέψη στην επόμενη, απ’ τις εφιαλτικές σκηνές που αντίκρισα στους τοίχους λίγο πριν έως τις πρόσφατες φωτεινές αναμνήσεις.
«Θα ήθελα να είμαι στα Απαλάχια τώρα», της είπα ξαφνικά.
«Θα πρέπει να είναι πολύ όμορφα, τουλάχιστον όπως τα βλέπω στις φωτογραφίες και σύμφωνα με τις περιγραφές τους στα βιβλία».
«Μα…»
«Δε με πήγε ποτέ. Με προσκάλεσε, αλλά εγώ αρνήθηκα, αφού η μνήμη μου στάθηκε εγκληματικά δυνατή…». Κόμπιασε για λίγο. Συνέχισε. «Βλέπεις, η μνήμη μου δε διαγράφει τίποτα: λέξεις, εικόνες, όνειρα, σκηνές στο δρόμο, όλα τα θυμάμαι. Ακόμη και συγκεκριμένες εκφράσεις σε συγκεκριμένες στιγμές. Έτσι θυμήθηκα ότι κάποτε μου είχε πει, όταν τον πρωτογνώρισα, ότι η μόνη γυναίκα που θα μπορούσε να τον συνοδέψει εκεί ήταν η γυναίκα της ζωής του. Καμία άλλη. Και όπως σου είπα: ήξερα πως αυτή η γυναίκα δεν ήμουν εγώ!»
Δεν είχα τι να πω, έτσι απλά έβγαλα το σκασμό. Με κρασί, λίγες αδιάφορες και μη κουβέντες και μεγάλες σιωπές, ξοδέψαμε τις επόμενες ώρες. Και ξαφνικά ήταν πια πολύ αργά για να γυρίσω σπίτι. Έτσι κι αλλιώς σε κανένα δε θα έλειπα. Κανείς δε θα πρόσεχε την απουσία μου. Γι’ αυτό κι όταν με ρώτησε αν ήθελα να μείνω εκεί δέχτηκα. Μου δάνεισε ένα ζευγάρι ανάλαφρες γαλάζιες πιτζάμες που μου ταίριαζαν γάντι και κοιμηθήκαμε μαζί, στο ίδιο κρεβάτι, σα δύο αδελφές αγαπημένες.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση