Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Λένα Μαντά

Μια πολίτισσα από το Καπανδρίτι
Του Κώστα Κατσουλάρη

Η ιδέα μιας κουβέντας με τη Λένα Μαντά μου τριβέλιζε για καιρό το μυαλό, ωστόσο δίσταζα. Έχει άραγε κάτι να πει που δεν φαίνεται ήδη στα βιβλία της; Δεν είναι δα και διανοούμενη, ούτε και διεκδικεί τέτοιο ρόλο. Κι έπειτα, το είδος της πεζογραφίας που γράφει βρίσκει ούτως ή άλλως το δρόμο του προς το κοινό, ποιος ο λόγος για λίγο ακόμη… Μαντά;
Από την άλλη, μέσα μου διαολιζόμουν: Είναι, όπως και να το δεις, ένα φαινόμενο: Οι αναγνώστες της τη λατρεύουν, κάθε νέο της βιβλίο πουλιέται σαν ζεστό ψωμί, κι όλα μαζί τα πωληθέντα βιβλία της ξεπερνούν τις 700 χιλιάδες – νούμερο αστρονομικό που ίσως μονάχα ο Νίκος Θέμελης να έχει δει τα τελευταία χρόνια. Ίσως αξίζει τον κόπο...
Στα γραφεία των εκδόσεων Ψυχογιός συνάντησα μια νέα, ευχαριστημένη με τον εαυτό της γυναίκα. Ανατολίτικα χαρακτηριστικά, καθαρή φωνή, ξεκάθαρες απόψεις. Προσπάθησα να την «τσιγκλίσω», παραμένοντας, ελπίζω, σε ένα πλαίσιο ευγένειας, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι εγώ.

Πότε ακριβώς ήρθατε στην Ελλάδα;
Το 1969, μαζί με τους γονείς μου. Ήμουν δηλαδή πέντε χρόνων όταν ήρθα, για να μείνουμε μόνιμα. Είχε προηγηθεί ο παππούς μου με τις απελάσεις του 1964 και ακολουθήσαμε και οι υπόλοιποι.
Δεν φύγατε δηλαδή βιαίως…
Όχι. Ο πατέρας μου είχε τουρκική υπηκοότητα, δεν ήταν υποχρεωμένος να φύγει. Απλώς η οικογένεια λίγο λίγο είχε αρχίσει να μαζεύεται στην Ελλάδα, είχαν κάνει και μια επένδυση εδώ, γιατί οι Έλληνες της Πόλης έβλεπαν τα πράγματα που δυσκόλευαν και λίγο λίγο έστελναν μερικά λεφτά όποτε μπορούσαν, να χτίσουν ένα σπίτι.
Τούρκικα, μιλάτε;
Εγώ όχι. Οι γονείς μου, ναι. Δεν μας τα μάθαιναν εμάς τα τούρκικα, γιατί ήταν μια γλώσσα για εκείνους μισητή. Που υποχρεώνονταν κι εκείνοι να τη μιλήσουν. Υποψιάζομαι βέβαια ότι το έκαναν για να μιλούν μεταξύ τους χωρίς να τους καταλαβαίνουμε τα παιδιά…
Πηγαίνετε συχνά στην Πόλη;
Δεν έχω ξαναπάει ποτέ. Κανένας μας δεν έχει ξαναπατήσει εκεί. Η περιουσία μας είχε χαθεί, οι γονείς μου δεν είχαν λόγο να πάνε. Κι έπειτα τους έπιασε και μια κακία, ότι δεν πάνε τώρα να αφήσουν και συνάλλαγμα. Έζησαν πολύ άσχημες καταστάσεις, και είναι λογικό να τους άφησαν απωθημένα. Εγώ απλώς δεν έτυχε ποτέ να πάω, ελπίζω κάποια στιγμή να τα καταφέρω…
Να σας πω την αλήθεια, η ιδέα ότι «δεν έτυχε» δεν ακούγεται πολύ πειστική…
Δεν θέλει ο άντρας μου να πάει, αυτή είναι η αλήθεια. Κι εγώ δεν πάω πουθενά χωρίς τον άντρα μου. Νομίζω όμως ότι πια είμαι κοντά στο να τον πείσω… Η ειρωνεία είναι ότι το «Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης», ένα παλιότερό μου βιβλίο, κυκλοφόρησε φέτος στα τούρκικα, παρότι έχει μερικά αποσπάσματα που δεν είναι και τόσο… φιλικά. Το πήρα να δω τι θα έχουν κόψει, και είναι προς τιμήν τους ότι δεν έχουν κόψει ούτε φράση.
Οπότε ίσως είναι μια καλή ευκαιρία για να πάτε στην Πόλη…
Ή για να μην πάω. Ούτως ή άλλως, το «Μαντά» δεν είναι το δικό μου όνομα, το δικό μου είναι πολύ διαφορετικό, και δεν το λέμε κιόλας, είναι τούρκικης προέλευσης. Εγώ χρησιμοποιώ το επίθετο του άντρα μου απ’ όταν παντρευτήκαμε.
Στις φεμινίστριες δεν θα άρεσε και πολύ αυτή η ιδέα…
Δεν είμαι φεμινίστρια. Και διαφωνώ και κάθετα με αυτά τα ρεύματα. Ο φεμινισμός τι ήθελε να αποδείξει; Το αυταπόδεικτο;
Το χρησιμοποιείτε όμως επειδή είναι του άντρα σας ή επειδή είναι εύηχο;
Επειδή το αγάπησα πάρα πολύ. Όλοι ως Μαντά με γνωρίζουν. Το άλλο το άφησα στα σχολικά μου χρόνια, οπόταν μου έλεγαν «εσύ με το δύσκολο επώνυμο, βγες να πεις μάθημα.»
Με τον άντρα σας δηλαδή γνωρίζεστε πολλά χρόνια…
Από τα δεκαοχτώ μου. Είκοσι οκτώ χρόνια. Κι έχουμε δύο παιδιά, ένα αγόρι, εικοσιτεσσάρων και μια κόρη στα δεκαεννιά. Πρόσφατα αρραβωνιάστηκε κι ο γιος μου, κι έτσι αυξανόμαστε με γοργούς ρυθμούς… Και ζούμε όλοι μαζί, στο σπίτι μας, στο Καπανδρίτι.
Γιατί στο Καπανδρίτι; Το γράφετε και στο βιβλίο σας δίνοντας έμφαση «Μένει μόνιμα στο Καπανδρίτι», λέτε. Μα τι το τόσο φοβερό έχει το Καπανδρίτι;
Είναι ο τόπος καταγωγής του άντρα μου. Και δεν τον αλλάζω με τίποτε. Είναι οι ρίζες μου. Όπως σας είπα, έφυγα μικρή από την Πόλη, οι γονείς μου χώρισαν, ήμουν παιδί του σαββατοκύριακου. Όταν τα είπα όλα αυτά στον άντρα μου, μου είπε: Θα χτίσουμε ένα σπίτι για να έχεις ρίζες. Και τελικά το Καπανδρίτι έγινε ο τόπος μου, δεν έχω ψηφίσει ποτέ πουθενά αλλού, εκεί έκανα τα παιδιά μου, εκεί μεγάλωσαν, εκεί μένουμε όλοι, και γενικώς αγαπάω πολύ το σπίτι μου και σπάνια βγαίνω από αυτό.
Είστε δηλαδή μια πολίτισσα από το Καπανδρίτι…
Ναι, ναι, ακριβώς! Κι ίσως επειδή οι δικοί μου και γενικότερα οι δικοί μου έφεραν τα ήθη και τα έθιμα της Πόλης εδώ, νομίζω ότι το κουβαλάω πολύ μέσα μου. Είμαι πολύ παραδοσιακή σαν άνθρωπος, δηλαδή θα μαγειρέψω κάθε μέρα, θα φάμε όλοι μαζί κάθε μέρα, μου αρέσει αυτό. Το απολαμβάνω. Έφτιαξα την οικογένεια έτσι όπως την ήθελα εγώ, η αλήθεια είναι αυτή.
Να δούμε τα παιδιά τι θα πούνε….
Τα παιδιά θα δώσουν τις δικές τους εξετάσεις όταν φτιάξουν τη δική τους οικογένεια. Ο γιος μου έκανε ήδη το πρώτο βήμα, βιάστηκε λίγο, αλλά ήταν επιλογή του.
Θυμίζει λίγο παλιά εποχή, όταν οι άνθρωποι έμεναν όλοι μαζί, γονείς, παιδιά, νύφες, γαμπροί…
Και η μάνα μου μαζί. Τρεις γενιές! Αυτό ήταν το όνειρό μου από πάντα. Όταν χωρίζουν οι γονείς σου έχεις δύο δρόμους: Ή παραδειγματίζεσαι και λες, εγώ δεν παντρεύομαι γιατί είναι μάταιο κ.λπ, ή φτάνεις στο άλλο άκρο όπως εγώ και λες, εγώ θα τα καταφέρω καλύτερα, και έφτιαξα αυτό που μου έλειπε πάντοτε από παιδί, που ήταν η οικογένεια.
manta_moroΣε τι ηλικία χώρισαν οι γονείς σας;
Ήμουν έξι χρονών. Δεν τους έκανε και πολύ καλό η Ελλάδα. Με το πού ήρθαμε εδώ χώρισαν. Δεν τους σήκωσε το κλίμα… Εγώ έμενα με τη μητέρα μου, έβλεπα τον πατέρα μου τα Σαββατοκύριακα, αυτό το γελοίο πράγμα που γίνεται και τώρα. Μέχρι τα δεκαοχτώ. Μετά, γνώρισα τον άντρα μου, κι έφυγα.
Μοιάζει να είναι το σημαντικότερο γεγονός της παιδικής σας ηλικίας.
Για όλα τα παιδιά είναι δύσκολο, σε κανένα παιδί δεν αρέσει να διαλύεται η οικογένειά του. Πάντως, από το να τους βλέπεις και τους δύο δυστυχισμένους μαζί, καλύτερα να τους βλέπεις τον καθέναν ξεχωριστά κι ευτυχισμένο.
Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι ίσως βιαστήκατε να παντρευτείτε. Σε μια ηλικία που, στην εποχή μας, συνήθως οι νέοι ψάχνουν διαφορετικές εμπειρίες…
Εγώ ήμουν μεγαλωμένη με αυστηρές αρχές. Εκείνος είχε χάσει στα οκτώ του τον πατέρα του, ήθελε κι εκείνος μια οικογένεια. Δεν λέμε συχνά ότι ο γάμος είναι λαχείο, ε, εμάς μας κλήρωσε. Θέλαμε κι οι δύο να κάνουμε οικογένεια. Αυτό που σίγουρα χρωστάω στο διαζύγιο των γονιών μου, και το ανακάλυψα πολύ πολύ αργότερα, είναι η συγγραφή. Ήταν το ταξίδι που χρειαζόμουν για να φύγω από μια πραγματικότητα που δεν μου άρεσε…
Τόσα χρόνια με τον άντρας σας, είστε ακόμη ευτυχισμένοι;
Ερωτευμένοι! Κάτι που λέμε συχνά στα παιδιά μας είναι ότι εμείς με τον πατέρα σας είμαστε μαζί επειδή θέλουμε να είμαστε μαζί κι όχι γιατί έτυχε να είμαστε μαζί. Δεν υπάρχουν σκιές, όσο κι αν ψάξω. Ήταν ένα πραγματικό λαχείο. Γι’ αυτό και λέω ότι η ζωή μου ξεκίνησε από τη στιγμή που τον γνώρισα. Έχω περάσει πάρα πολύ όμορφα με τον άντρα μου. Όχι εύκολα, δύσκολα. Αλλά όμορφα. Μέχρι να πατήσουμε γερά στα πόδια μας ως νέο ζευγάρι, είχαμε πολλές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές. Αλλά πάντοτε τα προβλήματα έρχονταν από τα έξω, δεν ήταν μέσα στο ζευγάρι.
Εσείς εργαστήκατε ποτέ; Ως νηπιαγωγός, για παράδειγμα, μια και έχετε σπουδάσει;
Όχι. Ποτέ. Δεν το ήθελε ούτε εκείνος, ούτε κι εγώ. Το να δουλεύει η γυναίκα έχει τα συν, έχει και τα πλην. Ένας επιπλέον μισθός σίγουρα βοηθάει, αλλά θα με στερούσε από τα παιδιά. Κι έτσι προτιμήσαμε λίγο να χαμηλώσουμε τις ανάγκες μας, παρά να στερηθούν τα παιδιά τη μητέρα τους. Και δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτό. Θεωρώ ότι έκανα πολύ πιο σπουδαία δουλειά στο σπίτι. Το ίδιο πιστεύω και για τις άλλες γυναίκες, γι’ αυτό κι είπα πριν ότι δεν πιστεύω στον φεμινισμό. Αν οι άντρες το καταλάβαιναν αυτό, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν, ίσως δεν έσπρωχναν τη γυναίκα τόσο πολύ να αποδείξει ότι κι εκείνη μπορεί να τα καταφέρει.
Μήπως όμως αποτελείτε εξαίρεση; Το δικό σας μοντέλο βασίζεται στην πολύ καλή σχέση με τον άντρα σας. Τι γίνεται στις περιπτώσεις που ο άντρας δεν είναι σωστός κι έχει και το εργαλείο του χρήματος με το μέρος του;
Δεν υποτιμώ καθόλου το γεγονός ότι πολλές γυναίκες ανέχτηκαν δυσάρεστα πράγματα επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να φύγουν. Θεωρώ ότι οι γυναίκες έπρεπε να έχουν τα εφόδια ώστε να αντιμετωπίσουν την αναποδιά.
Δεν θεωρείτε ότι οι γυναίκες χάνουν κάτι όταν δεν βγαίνουν έξω, στον επαγγελματικό στίβο;
Όχι. Γιατί έτσι θα υποτιμούσα πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να φέρνεις στην κοινωνία ανθρώπους σωστούς κι ολοκληρωμένους, σωστά δομημένους, κι αυτό μπορεί να το κάνει μια μάνα μέσα στο σπίτι, να τα κοιτάζει στα μάτια και να συζητάει μαζί τους, καταλαβαίνει τα προβλήματά τους, να έχει το χρόνο να τα μοιραστεί. Σήμερα όμως είναι πράγματι πολύ δύσκολο να το κάνει μια γυναίκα αυτό, γιατί δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα να κάτσει η γυναίκα στο σπίτι και να μεγαλώσει ένα ή δύο παιδιά με ένα μισθό μόνο.
Δηλαδή την έχουν πατήσει και λίγο οι γυναίκες με το σημερινό μοντέλο;
Πολύ. Πιστεύω, ίσως να είμαι ρομαντική, ότι αυτό το «κάθομαι στο σπίτι» που έλεγαν παλιά οι γυναίκες περιλάμβανε πάρα πολλά πράγματα, άσχετα αν οι άντρες το υποτιμούσαν. Κι έτσι η γυναίκα αναγκάστηκε να βγει στην αγορά εργασίας, κι έλαβε περισσότερη μόρφωση, κι άρχισε να παίρνει κάποια ηνία. Με αποτέλεσμα τελικά, η γυναίκα να έχει γίνει αντίγραφο αυτού που απεχθανόταν, του άντρα. Έγινε αυταρχική, έχασε τη θηλυκότητά της, την πονηρία της, από τα μεγαλύτερα όπλα της γυναίκας, κι έγινε αντράκι. Κακέκτυπο του άντρα.
Και τι βλέπετε; Θα μπορούσαν οι γυναίκες σήμερα να επιστρέψουν στο παλιό πρότυπο;
Δεν το πιστεύω. Καμιά φορά προχωράς και κόβεις τις γέφυρες πίσω σου. Δεν είναι εύκολο η σημερινή γυναίκα να αφήσει τις κατακτήσεις της και να γυρίσει πίσω και να γίνει νοικοκυρούλα χαρωπή. Μπήκε σε μονόδρομο, μου φαίνεται…
Εσείς πάντως δεν μείνατε ακριβώς «σπίτι». Κερδίσατε την επαφή με την «αγορά» μέσα από τη γραφή.
Η γραφή ήρθε πολύ αργά, όταν ξεκίνησα με το πρώτο μου βιβλίο, αλλά δεν τη θεωρώ δουλειά. Δεν μπορώ να το θεωρήσω δουλειά. Είναι σαν να πάω να πιω καφέ μ’ ένα φίλο και να μου πεις ότι δουλεύω. Παρότι εργάζομαι οκταώρο σχεδόν, από το πρωί έως το μεσημέρι, είναι οι δημιουργικές μου ώρες, δεν μπορώ να τις ονομάσω «δουλειά».
Ωστόσο έχετε βγάλει πολλά χρήματα….
Ναι, θα ήμουν αχάριστη αν έλεγα το αντίθετο. Και θα αδικούσα και τον εκδότη μου, που όχι μόνο είναι γαλαντόμος, αλλά είναι και πολύ έντιμος. Ναι. Βέβαια, αυτό έγινε σταδιακά. Δεν υπήρξα αλεξιπτωτίστρια στο χώρο. Ωστόσο, πράγματι, για τα ελληνικά δεδομένα τα νούμερα που φτάνουν οι πωλήσεις των βιβλίων μου είναι εξωπραγματικά.
mantamesyzygoΤο γεγονός ότι φέρατε πολύ χρήμα στο σπίτι επηρέασε καθόλου τις ισορροπίες;
Όχι. Στο σπίτι μας δεν υπήρχε ποτέ δικό σου και δικό μου. Ούτε κι ο άντρας που έφερνε τα λεφτά τόσα χρόνια είπε ποτέ κάτι τέτοιο. Όπως τα έβγαζε, έτσι μου τα έφερνε στο σπίτι για να τα διαθέσω εγώ, όλα είναι σε κοινό λογαριασμό. Δεν υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί, κι αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί στα μοντέρνα ζευγάρια…
Γίνατε πάντως ο ισχυρός παράγοντας στο σπίτι. Το χρήμα έχει συμβολική και πραγματική ισχύ…
Ναι. Και γι’ αυτό φέρνει ανακατωσούρες σε πολλές οικογένειες σε περιπτώσεις που η γυναίκα βγάζει περισσότερα από τον άντρα. Σε αυτό παίζει ρόλο ο χαρακτήρας του άντρα μου, ο οποίος δεν έχει κόμπλεξ, γιατί με την επιτυχία δεν ήρθαν μόνο τα χρήματα, ήρθε και η δημοσιότητα. Κι αυτό ήταν ακόμη πιο επίφοβο. Έχει τύχει ακόμη και να πάμε σε παρουσίαση βιβλίου μου και να ξεχάσω να τον συστήσω τον άνθρωπο… Δεν έχει τέτοια θέματα.
Τα βιβλία σας τα διαβάζει πριν εκδοθούν;
Φυσικά. Καθημερινά. Κάνει παρατηρήσεις. Έρχεται κάθε βράδυ, βλέπει πάνω στον εκτυπωτή τις σελίδες που έγραψα μες στη μέρα, τις φυλλομετρά, κι αν δεν του φανούν αρκετές, λέει «τεμπελιάσαμε σήμερα ή ιδέα μου είναι»;
Αυτά που γράφετε, έχουν ποτέ ενοχλήσει κάποιον από το οικογενειακό ή φιλικό σας περιβάλλον;
Από το φιλικό, ναι. Αυτό έχει συμβεί. Όταν πιάνεις να γράψεις, δεν μπορείς να αποφύγεις να βάλεις προσωπικά δεδομένα από τη ζωή σου, ή τη ζωή φίλων σου, που όμως τα έχεις βιώσει κι εσύ, έχουν αγγίξει κι εσένα. Κάποιοι έχουν ενοχληθεί, όχι όμως τόσο ώστε να μου κόψουν την καλημέρα, δεν γράφω βιογραφίες. Μπορεί να πάρω ένα περιστατικό και να τους πω, έχε υπόψη σου ότι αυτό θα το δεις κάπου. Κι έχει τύχει να μου πουν, αυτό δεν θα ήθελα να βγει, και το έχω σεβαστεί. Σε γενικές γραμμές δεν έχω γράψει κάτι κακό για τους φίλους μου. Τους κακούς ρόλους τους δίνω στα επινοημένα πρόσωπα. Τους δικούς μου ανθρώπους μερικές φορές τους φέρνει σε αμηχανία η επιτυχία, οι εκδηλώσεις αγάπης του κόσμου…
Για πείτε μας μερικές από αυτές τις εκδηλώσεις αγάπης…
Στη βιβλιοθήκη μας έχουμε εγκαινιάσει ένα καινούργιο τμήμα, που είναι αυτά που εγώ λέω «τα θυμητάρια μου», κάποιο κολιέ, κάποιο στυλό, κάποιο χειροποίητο κουκλάκι, αυτά μου τα φέρνουν στις παρουσιάσεις. Μου ζωγραφίζουν πέτρες, το καλοκαίρι, διάφορα πράγματα. Αλλά η μεγαλύτερη και πιο συγκινητική επαφή με τους αναγνώστες μου είναι μέσα από το διαδίκτυο. Χρειάζομαι δύο ώρες περίπου τη μέρα για να απαντήσω σε όλα αυτά τα μέιλ.
Τι σας λένε;
Εξαρτάται. Για παράδειγμα, μετά το «Τελευταίο τσιγάρο» που έχει ένα κορίτσι που πάσχει από νευρική ανορεξία, πήρα πολλά μηνύματα από νέες κοπέλες που έχουν αυτό το πρόβλημα. Τις οποίες και προτρέπω βέβαια να πάνε σε ψυχολόγο, γιατί είναι μια σοβαρή αρρώστια. Όλα αυτά με γεμίζουν τόσο πολύ, ώστε δεν με αγγίζουν οι αρνητικές κριτικές, οι κακίες, τα κουτσομπολιά.
Απευθύνεστε σε ένα τεράστιο κοινό. Δεν αισθάνεστε ότι έχετε ευθύνη απέναντί του;
Πολύ. Υπάρχει ευθύνη, ειδικά όταν σου ζητούν ευθέως συμβουλές για το ένα ή το άλλο πρόβλημα. Αλλά ευτυχώς για μένα, έχω ένα μηχανισμό προστασίας που μπλοκάρει το σύστημα όταν ξεκινάω να γράφω. Διαφορετικά, θα έγραφα αυτά που θέλουν οι άλλοι, όχι αυτά που θέλω εγώ. Κι εγώ επιμένω να γράφω αυτό που θέλω, αυτό που θα ήθελα να διαβάσω στη συγκεκριμένη στιγμή.
Γιατί ξεκινήσατε να γράφετε;
Για να ξεφύγω από τις δυσκολίες της πραγματικότητας, για φυγή. Είμαι στης άποψης ότι δεν υπάρχει λόγος οι μεγάλοι να στερούμαστε την καραμέλα τη γλυκιά. Όταν είσαι δύσκολα, πιεσμένος, έχεις ανάγκη να φύγεις από αυτή την πραγματικότητα, ώστε να επιστρέψεις αργότερα πιο ήρεμος να αντιμετωπίσεις το πρόβλημά σου. Έτσι βλέπω τα βιβλία, ως ένα ταξίδι ψυχής και μυαλού, ένα ταξίδι γαλήνης. Γι’ αυτό έγραφα και τότε, γι’ αυτό γράφω και τώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι στα περισσότερα μέιλ που παίρνω διαβάζω τη φράση «σας ευχαριστώ για το ωραίο ταξίδι που μου δώσατε». Είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες που μου έδειξαν τι έχουν πάρει από τα βιβλία μου.
Υπαινιχθήκατε πριν ότι αυτό το ταξίδι το κάνετε πιο γλυκό από την πραγματικότητα; Κατάλαβα καλά;
Καταρχάς, μου αρέσει το χάπι έντ. Δεν βλέπω ταινία, ας πούμε, που δεν έχει καλό τέλος. Αν δεν τελειώνει καλά, συγχύζομαι. Και στα βιβλία μου, αν το τέλος δεν είναι ξεκάθαρα καλό, τότε είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρο.
Εστιάζετε στα θετικά στοιχεία της ζωής…
Έτσι ήμουν πάντοτε, από μικρή έβλεπα την καλή πλευρά των πραγμάτων, κι αυτό μου έδινε κουράγιο να αντιμετωπίζω και τα άσχημα. Προετοιμαζόμουν για τα άσχημα. Η θετική ενέργεια, που λέμε σήμερα.
Με τους κριτικούς πώς τα πάτε; Σας έχουν γίνει κακές κριτικές;
Ναι. Αλλά μπορώ να ξεχωρίσω τις κακές κριτικές από την επίθεση. Γράφτηκε για παράδειγμα άρθρο που έθιξε εμένα, το αναγνωστικό μου κοινό, το απαξίωνε, τάχα ότι όλες οι αναγνώστριές μου είναι γυναίκες παραμελημένες, με κουρασμένο βλέμμα κ.λπ… Ήταν μια προσωπική επίθεση, χωρίς καμιά συγκεκριμένη αναφορά στα βιβλία μου. Δεν είπα ποτέ ότι γράφω βαριά λογοτεχνία, ότι γράφω δύσκολα βιβλία, υπάρχουν ομότεχνοι που το κάνουν καταπληκτικά, κι έχουν τις κατάλληλες γνώσεις. Εγώ αυτό που ξέρω να κάνω είναι συγκεκριμένο, προσφέρω ένα ταξίδι. Έρχονται αναγνώστες και μου λένε ότι εγώ χάρη σ’ εσάς μπήκα για πρώτη φορά σε βιβλιοπωλείο, δεν διάβαζα ποτέ πριν, σήμερα έλαβα πέντε μέιλ που μου λένε αυτό το πράγμα. Ότι δεν διάβαζαν ούτε περιοδικό. Αλλά ότι στην παρέα τους μιλούσαν τόσο πολύ για τα βιβλία μου, που αναγκάστηκαν να πάνε να το αγοράσουν. Και τώρα, μου λένε, τα πήρα όλα. Ρωτάνε τους βιβλιοπώλες πώς περιμένουν τα βιβλία μας για να δουλέψουν; Κι εγώ αναρωτιέμαι: πριν κάνουν επίθεση, γιατί δεν ρωτάνε έναν αναγνώστη πρώτα, έναν άνθρωπο που διαβάζει τα βιβλία μας να τους πει τι σκέφτεται, πώς νιώθει. Και θα τους λύνονταν όλες οι απορίες. Ξέρω ότι οι μεγάλες πωλήσεις είναι προκλητικές, ειδικά στις μέρες μας. Όταν μέχρι πριν λίγα χρόνια με εφτά οκτώ χιλιάδες αντίτυπα ένα βιβλίο χαρακτηριζόταν μπεστ σέλερ, κι εσύ φτάνεις να πουλάς εκατό χιλιάδες με κάθε σου βιβλίο, είναι πρόκληση. Καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να ενοχλεί ορισμένους, αλλά πρέπει κι εκείνοι να καταλάβουν ότι εγώ δεν μπορώ να γράψω δοκίμιο, δεν έχω τις γνώσεις, εγώ γράφω ένα είδος καινούργιο, και το αναγνωστικό κοινό που διαβάζει αυτό το είδος είναι μεγαλύτερο. Όταν πουλάς πέντε χιλιάδες, έχεις σκεφτεί ότι αυτό είναι το κοινό σου;
Υπάρχει στην κριτική που σας γίνεται η μομφή ότι κολακεύετε το κοινό σας…
Γιατί, τι να κάνω; Να τους βρίσω; Όταν μου λένε ότι χάρη στα βιβλία μου ξεκίνησαν να διαβάζουν. Ή όταν εγώ προτείνω μέσα από το ιστολόγιό μου βιβλία συγγραφέων που δεν πουλάνε πολύ, και τους βοήθησα να τους γνωρίσουν κι άλλοι αναγνώστες. Ας δούμε πώς θα κάνουμε αυτό το 8% που είναι οι Έλληνες αναγνώστες να φτάσει στο 18%; Κι αν έρθει ο αναγνώστης στο βιβλιοπωλείο, εκτός από το δικό μου βιβλίο ή κάποιο παρόμοιο θα πάρει και άλλα βιβλία. Αυτό το έχουν σκεφτεί όλοι αυτοί που ασκούν κριτική;
Υπάρχει βέβαια και η άποψη ότι αυτοί που αγοράζουν βιβλία σαν το δικό σας, θα αναζητούν και στη συνέχεια παρόμοια βιβλία. Ότι εθίζονται σε αυτού του τύπου την ανάγνωση.
Αυτό θα δείξει. Δεν περιμένεις από έναν άνθρωπο που διάβασε δύο βιβλία της Μαντά, της Δημουλίδου, της Οικονόμου, ότι μετά από δύο μήνες θα πάει και θα ζητήσει την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι».
Τον βάζεις στο βιβλιοπωλείο…
Ναι, και τον ασκείς σε αυτή τη μοναχική διεργασία που είναι η ανάγνωση. Όταν ο άλλος δεν το έχει συνηθίσει, δεν το ξέρει καν, είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεκινήσει από κάποιο στρυφνό και βαρύ λογοτεχνικό βιβλίο. Θα το κλείσει στις δύο πρώτες σελίδες. Βάλτον πρώτα στο βιβλιοπωλείο, να μάθει να αγαπάει το βιβλίο. Για παράδειγμα, οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς μου διαβάσαμε κάποια στιγμή Άρλεκιν. Αυτό σημαίνει ότι μείναμε στα Άρλεκιν; Όχι, προχωρήσαμε. Διαβάσαμε κι άλλα πράγματα. Γίναμε τελικά αναγνώστες.
Δεν σας θυμώνει που δεν ασχολούνται οι κριτικοί των εφημερίδων με τα βιβλία σας; Διαβάζετε τις κριτικές;
Τις διαβάζω. Πιο πολύ για να δω την υπόθεση, δεν τις παίρνω και απολύτως τοις μετρητοίς.
Δεν βρίσκετε σε αυτά τα κείμενα καμιά ενδιαφέρουσα σκέψη;
Πλέον έχω μάθει να ξεχωρίζω αν γράφουν για κάποιον της κλίκας τους ή όχι. Φαίνεται από τον τρόπο που γράφουν, αν είναι γύρω γύρω όλοι. Όμως όταν βγαίνουν 9500 βιβλία το χρόνο, με 8% αναγνωστικό κοινό, τι τύχη έχει ένα καινούργιο βιβλίο ενός νέου συγγραφέα; Αυτούς πρέπει να προβάλουν οι εφημερίδες, όχι τη Μαντά.
Θα βρουν οι νέοι συγγραφείς χώρο στο βιβλιοπωλείο, ή τα δικά σας βιβλία και άλλα παρόμοια θα έχουν πιάσει όλο το χώρο;
Υπάρχει μια πραγματικότητα. Οι Έλληνες γράφουν πιο πολύ απ’ ό,τι διαβάζουν, αυτό είναι αλήθεια. Οι εκδότες δεν είναι ούτε όλοι φερέγγυοι, ούτε όλοι κάτοικοι στο χώρο. Υπάρχουν και αλεξιπτωτιστές. Θα την πληρώσουν λοιπόν και κάποιοι που δεν φταίνε, αλλά και πολλοί άλλοι φταίνε γιατί πλήρωσαν για να βγάλουν τα βιβλία τους.
Είστε ενάντια σε αυτή την πρακτική;
Ο εκδότης που θα πληρωθεί για να βγάλει ένα βιβλίο, δεν έχει κανένα λόγο να ασχοληθεί με το να το προωθήσει, γιατί έχει ήδη βγάλει το κόστος του κι έχει κι ένα κέρδος. Αν πουληθούν κι εκατό αντίτυπα από τον κύκλο γνωριμιών του συγγραφέα, βγάζει κι από εκεί κάτι. Είμαι αντίθετη στο να πληρώσεις για να βγάλεις βιβλίο. Όταν έχεις γυρίσει δέκα εκδότες, και έχεις ακούσει από όλους «όχι», δεν μπορεί όλοι να είναι τρελοί. Βγαίνουν πολλά κακογραμμένα βιβλία.
Πιστεύετε ότι τα βιβλία σας είναι μια συνέχεια των «Άρλεκιν», έστω σε διαφορετικό «πακετάρισμα»;
Η ζωή έχει αλλάξει. Έχει έρθει ο καιρός για ένα νέο είδος λογοτεχνίας, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σήμερα.
Είναι όμως νέο, ή μια διαφορετική εκδοχή των Βιβλίων Περιπτέρου;
Εκείνα ήταν πανομοιότυπα. Το τετράγωνο σαλόνι. Ένα συγκεκριμένο στιλ ηρωίδας, συγκεκριμένη δομή, άλλαζαν μόνο τα ονόματα. Θα υποτιμούσα, όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι άλλους ομότεχνούς μου που γράφουν σε αυτή την κατεύθυνση, αν έλεγα ότι είναι συνέχεια των Άρλεκιν. Θα ήταν άδικο. Πρέπει να είσαι αποφασισμένος να το δεις σαν Άρλεκιν για να το δεις έτσι. Είναι βιβλία με αξιώσεις, που δίνουν πράγματα στο κοινό, χρησιμοποιούν μια στρωτή ελληνική γλώσσα. Ακόμη ασχολούνται ορισμένοι αν τα αστυνομικά είναι λογοτεχνία ή παραλογοτεχνία…
Και τα δικά σας, όπως και παρόμοια βιβλία, θεωρείται ότι είναι λογοτεχνία, ότι ανήκουν στην παράδοση της λογοτεχνίας;
Ναι. Ένα νέο είδος που αναδύθηκε από την ανάγκη του αναγνώστη για κάτι που να μην τον κουράζει, για κάτι που να τον βγάζει από τα προβλήματά του. Και σε ό,τι αφορά τα δικά μου τα βιβλία, και σε αυτό θα επικεντρωθώ στα δικά μου, ισχύει ότι αναφέρονται πάντοτε στην οικογένεια, στη φιλία, σε αξίες που έχουμε ξεχάσει. Η κρίση που βιώνουμε ξεκίνησε πρώτα από μέσα μας. Πρώτα χάσαμε σαν άνθρωποι, στραφήκαμε στην ευτέλεια, κι έπειτα βγήκε αυτό προς τα έξω. Για κάποιους, όταν διαβάζουν τη λέξη οικογένεια λειτουργεί σαν κόκκινο πανί, ή τη λέξη φιλία. Δεν είναι κακό να θυμίζεις κάποιες αξίες. Να δούμε τι έχουμε χάσει. Υγιείς σχέσεις, υγιείς φιλίες, υγιείς γάμους. Αυτό που επίσης με ενοχλεί είναι το τσουβάλιασμα. Για κάποιους, ό,τι πουλάει είναι παραλογοτεχνία. Εδώ στις εκδόσεις Ψυχογιός, για ορισμένους δεν βγαίνει λογοτεχνία.
Εσείς διαβάσατε ποτέ βιβλίο που έχει κάνει μεγάλη επιτυχία και σας φάνηκε κακό βιβλίο. Ή ό,τι πουλάει είναι για εσάς καλό;
Όχι, έχω διαβάσει κακά βιβλία που έχουν πουλήσει πολύ. Από την άλλη, το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «Η δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, που όμως δεν πρόκειται ποτέ να πουλήσει πενήντα κι εκατό χιλιάδες. Συχνά πάντως παρασυρόμαστε, κι όταν ένα βιβλίο έχει την ταμπέλα του «μπεστ σέλλερ» πολλοί το αγοράζουν μόνο και μόνο επειδή οφείλεις να το έχεις διαβάσει.
Ξένους συγγραφείς διαβάζετε;
Όχι, σχεδόν καθόλου. Έχουμε τόσους καλούς Έλληνες συγγραφείς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάω να ψάξω τον ξένο.
Δεν αισθάνεστε παράξενα καμιά φορά που τα βιβλία σας έχουν πουληθεί μέσα σε λίγα χρόνια περισσότερο από τα βιβλία, για παράδειγμα, του Καραγάτση;
Ναι, μου συμβαίνει καμιά φορά να αισθάνομαι σαν να μου κάνουν πλάκα. Δεν το φαντάστηκα ποτέ, δεν το έλπιζα ποτέ, δεν είχα πει ποτέ ότι θέλω να γίνω συγγραφέας. Γι’ αυτό καλό είναι να μην ξεκινά κανείς εύκολα. Όταν ήρθε η επιτυχία ήμουν έτοιμη να την αποδεχτώ και να δεν νόμιζα ότι κάτι έγινα, ότι έγινα Καραγάτσης.
Είστε ένα πρόσωπο με μεγάλη αναγνωρισιμότητα πια. Έχετε σκεφτεί ποτέ να τη χρησιμοποιήσετε για κάποιο άλλο λόγο. Ας πούμε, η πολιτική σας ενδιαφέρει;
Όχι, όχι. Η πολιτική είναι έξω από τις σκέψεις μου. Παρότι σε τοπικό επίπεδο μου έχουν προτείνει να συμμετέχω σε κάποιο ψηφοδέλτιο, δεν το κάνω. Οι πολιτικοί λένε πολλά ψέματα, κι εμένα μου αρέσει η αλήθεια.
Δεν πιστεύετε ότι άνθρωποι που τους αρέσει η αλήθεια θα πρέπει να μπουν στην πολιτική;
Δεν φτάνουν οι προθέσεις. Δεν σε αφήνουν. Η πολιτική είναι κάτι που με κάνει απαισιόδοξη. Ακούω ότι στις εκλογές που έρχονται θα υπάρχει μεγάλη αποχή και αυτό με στεναχωρεί. Ανήκω σε μια γενιά που θεώρησε την ψήφο ύψιστη τιμή, και το κάναμε με περισσή χαρά. Δεν έχω πει ποτέ ότι δεν θα πάω να ψηφίσω. Και έχω τσακωθεί με ανθρώπους που δεν έχουν πάει να ψηφίσουν. Το θεωρώ προσβολή σε όσους αγωνίστηκαν για να έχουμε αυτό το δικαίωμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αν οι πολιτικοί δεν αλλάξουν αυτή την ξύλινη γλώσσα, τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Τους περισσότερους δεν τους καταλαβαίνουν. Και με ενοχλεί απίστευτα αυτό το ατελείωτο κατηγορώ του ενός προς τον άλλο.
Τίποτε θετικό δεν βλέπετε;
Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή γίνεται μια έντιμη προσπάθεια. Άσχετα τι ψηφίζω, σαν ελληνίδα έχω μια ελπίδα ότι γίνεται μια κάθαρση. Πάντοτε έλεγα κι εγώ ότι η Ελλάδα είναι μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους, και να πού τώρα αυτό έχει γίνει φανερό. Γίνεται πάντως μια έντιμη προσπάθεια, και ίσως αξίζει τον κόπο όλοι μας να βοηθήσουμε στη φάση αυτή, μήπως τελικά και δούμε την ελλαδίτσα μας εκεί που της αξίζει. Αγαπάω την Ελλάδα πάρα πολύ, και δεν θα την άλλαζε με καμιά άλλα χώρα.
Για τους Τούρκους τι σκέφτεστε, αλήθεια;
Καμιά φορά μπερδεύω τον τουρκικό λαό με τις τουρκικές κυβερνήσεις. Τους ταυτίζω μέσα μου. Κι αυτό είναι λάθος. Από την άλλη, καλή είναι η φιλία μεταξύ των λαών, αλλά έχω πάντοτε την αίσθηση ότι με τους Τούρκους θα κοιτάμε και λίγο πίσω μας μήπως μας τη φέρουν…
Δεν τους έχετε γνωρίσει, πάντως.
Όχι. Και απεχθάνομαι τα τούρκικα σίριαλ. Θεωρώ ότι έπρεπε να βλέπουμε δικά μας. Αυτό που συμβαίνει φέτος με την τηλεόραση με κάνει έξαλλη.
Έχετε δει κάποιο επεισόδιο από αυτά τα σίριαλ;
Όχι, ούτε λεπτό. Ούτε κατά λάθος δεν πέφτω πάνω τους. Θέλω να βλέπω ελληνικές δουλειές από Έλληνες δημιουργούς. Υπήρξα νοικοκυρά. Η τηλεόραση υπήρξε για μένα ένας πολύ γλυκός σύντροφος. Και τώρα, που θα έπρεπε να δικαιώσει το ρόλο της, κάνει έγκλημα. Στην κρίση πάνω, έπρεπε να σταθεί. Όλα αυτά τα χρόνια τους στηρίζαμε, κι αυτοί τώρα μας ταΐζουν σκουπίδια. Είτε λέγονται ριάλιτι, είτε τούρκικα, είτε δεν ξέρω γω. Γιατί να στηρίζουμε τους Τούρκους σκηνοθέτες, σεναριογράφους, ηθοποιούς και όχι τους δικούς μας; Που τους έχουμε στον πάγκο, λες κι έχουν σπάσει το πόδι τους; Θέλω να βλέπω ελληνικές σειρές, να ακούω ελληνικά ονόματα, να βιώνω αναγνωρίσιμες καταστάσεις. Σε αυτό είμαι κάθετη. Από το τελευταίο προϊόν στο σουπερμάρκετ, μέχρι τα βιβλία και τα σίριαλ, θέλω να στηρίζω τα ελληνικά. Να θυμηθούμε ξανά εκείνη την καμπάνια που έλεγε «Ο επιμένων Ελληνικά»
Φαίνεστε θυμωμένη με την φετινή τηλεοπτική πραγματικότητα…
Να μην είμαι; Ο κόσμος θέλει να δει κάτι. Μα έντεκα ριάλιτι μαγειρικής; Πάμε καλά; Δεν πέφτω ούτε κατά λάθος πάνω τους. Να μαγειρεύουν, να τσακώνονται ή τι άλλο κάνουν.
Δεν βλέπετε ριάλιτι καθόλου;
Ούτε κατά διάνοια. Μέχρι και στρατιωτικό νόμο θα έκανα για να απαγορεύσω στα παιδιά μου να βλέπουν αυτά τα πράγματα.

ΤΑ ΒΙΒΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ (701.000 αντίτυπα συνολικά)
  • «Βαλς με δώδεκα θεούς»
    Μάιος 2005, 86η χιλιάδα
  • «Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης»
    Μάιος 2006, 99η χιλιάδα
  • «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι»
    Μάιος 2007, 209η χιλιάδα
  • «Η άλλη πλευρά του νομίσματος»
    Μάιος 2008, 93η χιλιάδα
  • «Ερωτας σαν βροχή»
    Μάιος 2009, 119η χιλιάδα
  • «Το τελευταίο τσιγάρο»
    Μάιος 2010, 95η χιλιάδα

* Μια πολύ πιο συντομευμένη εκδοχή αυτής της συνέντευξης δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Veto» στις 7 Νοεμβρίου του 2010. 

 www.bookpress.gr

6 σχόλια:

  1. Υπέροχη συνέντευξη, άξιζε τον κόπο! Παρόλο που γνωρίζω την κα Μαντά από το ιστολόγιό της, μου άρεσε πολύ που έμαθα κι άλλα πράγματα για κείνη μέσα απ'αυτήν εδώ τη συνέντευξη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφη συνέντευξη. Μου άρεσαν πολύ οι απόψεις της κ.Μαντά, ιδίως αυτές για την οικογένεια και τον γάμο. Δεν είναι τυχαίο που καταφέρνει να αγγίζει τόσο άμεσα ένα μεγάλο κοινό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. την εχω γνωρισει και απο κοντα στην παρουσιαση ενος βιβλιου της και ειναι ιδιαιτερα ζεστός ανθρωπος...μονο που θα διαφωνησω σχετικα με τη γυναικα που μενει σπιτι...οταν είναι επιλογη της όλα καλά,μα όταν δεν το αντεχει μονο φορτίο επιπλεον είναι για την οικογενεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Θα ήταν "ιδανικό" η γυναίκα να έμενε σπίτι και να φρόντιζε τα παιδιά, χωρίς ο άντρας να λέει "ότι αυτός φέρνει" τα λεφτά και να έβαζε και ένα χεράκι στις δουλειές..... αλλά τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ!!! και χωρίς τα χρήματα του μισθού της δεν επιβιώνει μία οικογένεια.Φαντάζομαι πως κάπως έτσι θα το σκέφτεται και η κυρία Μαντά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ακριβώς! Στις μέρες μας, μια οικογένεια θα ήταν αδύνατον να επιβιώσει με έναν μόνο μισθό και αυτό το είπα ήδη στην συνέντευξη. Το μόνο κακό είναι οτι η γυναίκα απέκτησε χαρακτηριστικά που απεχθανόταν στον άντρα.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. τελικά μήπως έτσι διαπιστώνουμε πως κάποια στοιχεία που βρίσκουμε στη συμπεριφορά των ανδρών δεν είναι από επιλογή τους, αλλά.... από την καθημερινότητα τους?

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση