Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ο Παύλος Μάτεσις στη Σόνια Ζαχαράτου

Με τα βιβλία του Παύλου Μάτεσι νοιώθω σαν να είμαι εκτεθειμένη στο ρείθρο του δρόμου. Τι θα μου συμβεί, δεν ξέρω. Μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μεταξύ φαντασίας, μύθων και άκρατης γοητευτικής ταραχής, πιάνω το μίτο κι όπου με βγάλει. Την ίδια αίσθηση είχα και με τη συνέντευξη. Κι όταν τέλειωσε, στο πολύβουο καφενείο των Εξαρχείων όπου είχε οριστεί η συνάντησή μας, αναρωτιόμουν τι να κρατήσω και τι να προσπεράσω από το χειμαρώδη λόγο του. Ενας λόγος που χρωματιζόταν άλλοτε από χαμογέλο, άλλοτε από σαρκασμό, από θλίψη, από ικανοποίηση, από εγωκεντρισμό, από θυμό. Ο πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας που δηλώνει ευθαρσώς αλαζών, που τα έργα του  κυκλοφορούν σε 15 χώρες και εκτός Ελλάδος θεωρούνται υψίστης τέχνης ενώ εντός Ελλάδος οι κριτικές για τα πεζογραφήματά του είναι σχεδόν ανύπαρκτες αλλά πλούσιες και άριστες για τα θεατρικά του, βραβευμένος εξάκις, ιστορεί τις κοιτίδες του παγκόσμιου πολιτισμού ορίζοντας τον Ομηρο, ως σπονδυλική στήλη και την Ιλιάδα, κληρονομιά παγκόσμιου βεληνεκούς. Αγαπά τους προσωκρατικούς, συνομιλεί μαζί τους και, από τον 20ο αιώνα, ξεχωρίζει τον Φώκνερ που ‘δεν μοιάζει με τους άλλους Αμερικάνους οι οποίοι, βεβαίως, είναι πάρα πολύ καλοί επαγγελματίες, αλλά ο Φώκνερ είναι Ευρωπαίος –είμαι ρατσιστής που το λέω αυτό’ και τον Μεξικάνο Χουάν Ρούλφο. Πιστεύει ότι όλοι οι γείτονές μας είναι κακόβουλοι και πρέπει να το έχουμε υπόψη μας και γι αυτό η Ελλάδα θα ήταν ευτυχέστερη αν ήταν ...νησί. Μιλά για τη σύγκρουση των πολιτισμών, θλίβεται επειδή διαπιστώνει ότι λίγος κόσμος απολαμβάνει τη λογοτεχνία, συντρέχει τα αχανή και αλλοπρόσαλα τοπία της ψυχής. Και για όλα όσα λέμε μου κάνει -εκ του περισσού- μία συμφωνία. Η συνέντευξη να γραφεί στον πληθυντικό. ‘Ο ενικός είναι μια οικειότητα δήθεν για να αποδείξουμε ότι έχουμε σχέσεις με τους δημοσιογράφους’ λέει, ρουφώντας τον καφέ του.





Στην Πράγα ανέβηκε πρόσφατα το πολυσυζητημένο έργο σας ‘Η μητέρα του σκύλου’ και θριάμβευσε. «Ναι. Το θέατρο είχε μέχρι κι ορθίους. Μία άγνωστη κυρία που καθόταν δίπλα μου, μου χάιδεψε κάποια στιγμή, το χέρι… Είχα μεγάλη προβολή, μου έκαναν πολλές συνεντεύξεις. Εστειλαν κι από την πρεσβεία στην Αθήνα μία ανταπόκριση εγκωμιαστική. Η Πράγα είναι μαγική, πήγα στα μέρη που έζησε ο Μότσαρτ και ο Κάφκα, βολτάρισα, πέρασα κι από τον τάφο του Κάφκα».

Πώς έγινε από μυθιστόρημα, θεατρικό; «Είχε μεταφραστεί στην Τσεχία κι έπεσε στα χέρια του Πάβελ Κόχουτ, ο οποίος μου ζήτησε να το διασκευάσει σε θεατρικό μονόδραμα. Το σκηνοθέτησε κιόλας. Τώρα το μεταποιώ και για την Ελλάδα. Μεταφράζω και τον Αμλετ συγχρόνως που με προκαλεί, γιατί έχει σκοτεινά διαστήματα, σκοτεινούς διαδρόμους στην ψυχή των ηρώων, η ψυχή είναι μέσα στο σκοτάδι».

Αυτά ετοιμάζετε; «Επωάζεται και ένα μυθιστόρημα… Αυτόν τον καιρό είχα στο νου μου ένα νεφέλωμα. Σαν μια πόρτα που χτύπησα και φοβόμουν όταν θα ανοίξει, τι θα βγει από εκεί μέσα. Διότι για μένα το γράψιμο δεν στηρίζεται σε μια ιδέα αλλά σε εικόνες. Και οι ήρωες δηλώνονται μέσω δράσεων».

Όταν δηλαδή βρίσκεστε μπροστά σε ένα φύλλο χαρτί, δεν ξέρετε τι θα γράψετε; «Ξέρω, γιατί υπάρχει μια προεργασία. Μου έρχεται στο νου μια εικόνα. Αν αξίζει τον κόπο επανέρχεται και βαθμιαία, πολλαπλασιάζεται σαν τις αμοιβάδες. Για ένα διάστημα, οι εικόνες διαμορφώνουν ένα έργο απλοϊκό. Ερχονται και στον ύπνο μου φράσεις που τους ταιριάζουν. Αρχίζω να κρατώ σημειώσεις. Επειτα από λίγο καιρό, στρώνομαι στη δουλειά. Το να γράφω, είναι χαρά, διασκέδαση, μου αρέσει πολύ. Και γράφω συνέχεια και σκέπτομαι ‘δεν θα μου τηλεφωνήσει κανένας κερατάς να με διακόψει;’ Πρέπει να πω ότι έχω βασανιστεί με το λόγο. Διαβάζω πάρα πολύ λεξικά και γραμματικές, που είναι τα βιβλία που αγαπώ. Η εκπαίδευση δεν τελειώνει ποτέ. Μετα από πολλά χρόνια συντροφιάς με την ‘Ιλιάδα’, τώρα μπορώ να τη διαβάζω όλη στο πρωτότυπο».

Εχετε σκεφτεί να τη μεταφράσετε; «Δεν μεταφράζεται. Τα μεγάλα έργα μεταφράζονται κατ’ ανάγκην. Τα θεατρικά πρέπει, για να παιχθούν. Γιατί ποιος θ’ ακούσει Αισχύλο ή Αριστοφάνη στο πρωτότυπο; Εχω μεταφράσει εννέα έργα του Αριστοφάνη. Κι αισθάνομαι ο πληρεξούσιος ή ο πρεσβευτής τους. Στην καταρτησή μου ως προς τις γλώσσες εξαρτώμαι από πολλά βιβλία. Δηλαδή,  προκειμένου να μεταφράσω ένα έργο του Σέξπηρ, εκτός από τα λεξικά, έχω αρκετές διαφορετικές εκδόσεις του και διαβάζω και κοινωνική ιστορία. Δεν μεταφράζω, αν δεν γνωρίζω τον περίγυρο».

Η λογοτεχνία μπορεί να καθοδηγήσει ανθρώπους; Κοινωνίες; «Οχι ή, αν θέλετε, σε ένα πολύ μικρό ποσοστό. Σκεφτείτε ότι ‘Η μητέρα του σκύλου’ έκανε 52 εκδόσεις, δηλαδή το διάβασαν 104.000 άνθρωποι σε ένα πληθυσμό 10 εκατομμυρίων. Θα ήμουν αχάριστος, αν δεν ήμουν ευχαριστημένος. Αλλά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει; Αλλωστε, το λογοτεχνικό έργο δεν ανήκει στο συγγραφέα. Δεν κατέχω τίποτα. Ο,τι γράφω είναι ιδιοκτησία του αναγνώστη. Σαν το μάγειρα που μπορεί να είναι υπερήφανος, αλλά άλλοι θα φάνε το υπέροχο πιάτο. Ο ίδιος έχει τη φήμη. Αν κι αυτό δεν το βρίσκω σπουδαίο».

Πώς νοιώθετε, λοιπόν; «Είμαι ένα είδος καραβιού που περιφέρεται χωρίς πυξίδα και χωρίς άγκυρα. Δεν καταδέχεται ούτε το ένα ούτε το άλλο. Χωρίς πυξίδα και άγκυρα σημαίνει με απόλυτη ελευθερία. Και διεκδικώ την ελευθερία μου έναντι των κριτικών, των λογίων, των επιστημόνων ως προς τη φόρμα του έργου. Κι αν περάσουμε σε χώρους εγωιστικούς, στις χώρες της Ευρώπης, στον Καναδά και στο Ισραήλ, οι κριτικές στα πεζογραφήματά μου είναι τόσο εγκωμιαστικές, που ντρέπομαι να τις αναφέρω».

Και στην Ελλάδα; «Στο θέατρο, θα πω με χαρά, ότι οφείλω χάριτες στους κριτικούς. Είχα πολύ μεγάλη ενθάρρυνση και πολύ καλές κριτικές. Στην πεζογραφία όχι, γιατί τα περισσότερα έργα μου δεν έχουν κριθεί. Υπάρχει μία μυστηριώδης σιωπή απέναντί μου. Καθένας μας, όμως, έχει δική του θέαση του κόσμου. Αν η δική μου θέαση είναι διαφορετική του κριτικού, εκείνος προβληματίζεται, εκνευρίζεται, μειώνεται, ή νοιώθει να ακυρώνεται η δική του θέση. Δικαίωμά του».

Ποια είναι η ουσία ενός θεατρικού ή λογοτεχνικού έργου; «Ο ψυχισμός του ανθρώπου. Δεν ξεπερνιέται. Κι επειδή η ψυχή όταν τη ρωτήσουν τι είσαι, δεν απαντά, είναι στο διηνεκές μοντέρνα. Είχε πει ο Ηράκλειτος ότι ‘τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα ανακαλύψεις, όσους δρόμους κι αν περιτρέξεις, διότι τόσον βαθύν λόγον έχει’. Ο ψυχικός κόσμος είναι ένα άπειρο και το εννοούμε και ως χώρο και ως χρόνο. Ενας συγγραφέας που έχει το πνευματικό θάρρος και την πνευματική υγεία να καταδυθεί στον ψυχικό χώρο, όπου ενεδρεύουν η τρέλλα, το χάος, θα βρει πολλά θέματα. Και αν είναι καλός συγγραφέας, παραμένει εκεί».

Οι καταδύσεις σας έχουν και στοιχεία μεταφυσικής. «Εγώ δεν είμαι θρήσκος, αλλά η μεταφυσική όψη των πραγμάτων επιβάλλεται από το θέμα, που είναι η ψυχή. Κι επειδή η ψυχή δεν ορίζεται και δεν περιορίζεται, γι αυτό και το σχετικό λογοτεχνικό έργο δικαιούται να έχει όποιο σχήμα θέλει».

Λέτε ότι δεν είστε θρήσκος. Η ψυχή δεν έχει σχέση με τη θρησκεία; «Οχι. Αλλωστε, τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες μιλούν για νευρώνες στον εγκέφαλο, τους οποίους αποκαλούν ψυχή».

Και ο μύθος; Και η ιστορία; «Στο έργο μου ‘Η μητέρα του σκύλου’, το θέμα είναι η ελληνική ιστορία από το 40 ως το 70. Αλλά είναι η κορνίζα μόνο. Ο ζωγραφικός πίνακας είναι δικός μου. Τα έργα μου φροντίζω να μην έχουν ούτε ειδικό χώρο γεωγραφικό. Είναι μετέωρα. Αυτό είναι το προχωρημά μου».

Πέραν του ότι δεν έχουν χώρο, συχνά είναι και άφυλα. Εμπλέκεται το αρσενικό στοιχείο με το θηλυκό... «Αυτό δεν το έχω σκεφτεί».

Υπάρχει μία αμφισημία. Στο βιβλίο σας ‘Αλδεβαράν’ θα μπορούσαν οι άνδρες να είναι γυναίκες. «Ναι. Υπάρχει ένας έρωτας ενός άνδρα προς άλλον άνδρα, ο οποίος δεν έχει ιδέα από αυτό το είδος του έρωτα. Δεν έχει καμία εμπειρία αλλά και καμία ροπή προς την ομοφυλοφιλία και δεν κατάλαβε ότι ο άλλος είναι ερωτευμένος. Και ο έρωτας προκάλεσε και το θάνατο του ερωτευμένου. Και από αυτόν το θάνατο ο άλλος αισθάνεται υπεύθυνος και ένοχος και έτσι ξεκινά και η αποδέσμευση από την ενοχή. Γιατί αναλαμβάνει την ευθύνη να λέει ‘ναι, ήμουν εραστής του’. Θέλει να μάθει το σώμα του, το τι είναι αυτός ο έρωτας, δεν ξέρει τι είναι ο έρωτας μεταξύ ανδρών. Νιώθει ένα είδος αναπηρίας».

Είναι ενοχικός ο έρωτας; «Ο έρωτας δεν είναι ενοχικός, είναι ευλογία. Ο,τι ωραιότερο πράγμα μπορεί να δοκιμάσει το ανθρώπινο σώμα. Στο ‘Συμπόσιο’ του Πλάτωνα, η Διοτίμα λέει ότι όταν ένας άνθρωπος ερωτευθεί έναν άλλον άνθρωπο, δεν πάει να του ζητήσει κάτι, αλλά να ανακτήσει κάτι δικό του το οποίο υπάρχει στον άλλον. Αυτός είναι ο έρωτας! Τι υπέροχος λόγος! Ο ερωτευμένος βλέπει στον άλλον κάτι δικό του και πάει να το ξαναπάρει. Αυτή είναι η ουσιώδης ερωτική κίνηση. Αμα στηριχτεί εκεί ο έρωτας, είναι μεγαλειώδης!».

Ισως είναι ενοχικός στην ομοφυλοφιλική σχέση. «Κι εκεί, αν υπάρχει μία αξιοπρέπεια, δεν είναι. Ουσιαστικά, η ομοφυλοφιλική σχέση είναι μία ροπή ενός αρσενικού προς το φύλο του. Ενας ανδρας εκτιμά ενα άτομο του ιδίου φύλου, εκτιμά το φύλο του. Αυτή η εκτίμηση, σιγά σιγά και βαθμιαία τον ωθεί και στον έρωτα προς το φύλο του. Μια γυναίκα ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα, επειδή διαθέτει θηλυκότητα. Ενας αρσενικός ερωτεύεται ένα άλλο αρσενικό, επειδή διαθέτει αρσενικότητα. Τώρα αυτά έχουν διαστραφεί εντελώς. Βλέπουμε σήμερα αυτά τα gay pride, τα οποία είναι γελοία. Αντί να γίνει μία παρέλαση από σοβαρούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν το θάρρος να βγουν και να πουν ‘ναι, είμαι ομοφυλόφιλος’, γελοιοποιούν αυτό που είναι, με φωνές, κραυγές και πούπουλα. Και ακυρώνουν αυτό που είναι».

Οι παρελάσεις πριμοδοτούνται για να ευτελίσουν κάτι πολύ σημαντικό που ζει ένας άνθρωπος; «Ναι, παρόλο που εγώ νομίζω ότι στους καιρούς μας, το θέμα της ομοφυλοφιλίας έχει πάψει να είναι αγριευτικό ή προκλητικό. Αυτή τη στιγμή σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, δήμαρχοι δήλωσαν ομοφυλόφιλοι. Και αυτό δεν προκάλεσε καμία αντίδραση στο κοινό. Θα ξέρετε ότι στην Αργεντινή, όταν βγήκε το ταγκό ήταν χορός μεταξύ ανδρών, οι οποίοι μάλιστα έπρεπε να είναι άκρως αρρενωποί. Και αν έμπαινε στη μέση κανένας γυναικωτός, τον πλάκωναν στο ξύλο».

Είδατε, όμως, εδώ σε μάς, τι έγινε με το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης; Ξεσηκώθηκε η Εκκλησία. Όπως και με το γάμο των ομοφύλων στην Τήλο. «Η γνώμη μου είναι ότι ένα άτομο όταν θέλει να ζήσει με ένα άλλο άτομο του ίδιου φύλου, είναι δικαίωμά του να το κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό, εφόσον είναι αξιοπρεπείς. Αλλά το γάμο, το βρίσκω γραφικό. Θα μου πείτε ότι αν ένας άντρας ερωτευμένος θέλει να παντρευτεί έναν άλλον άντρα, το κάνει και για λόγους πρακτικούς, οικονομικούς. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί αλλιώς. Με νόμο της Πολιτείας που να λέει ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι δικαιούνται να ζήσουν μαζί και ο ένας να είναι κληρονόμος του άλλου. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει την ελεύθερη συμβίωση. Αλλά ο γάμος με εκκλησίες και δημαρχεία είναι ανεδαφικά πράγματα. Γελοιοποιούνται και οι ίδιοι. Και η υιοθεσία από ομοφυλόφιλους είναι ανεδαφική».

Ζούμε σε μία κοινωνία υποκρισίας; «Ναι, γιατί έχουμε προδώσει το χαρακτήρα μας τον τρυφερό και αδρό».

Πώς θα χαρακτηρίζατε τον Έλληνα αλλά και τη ζωή μας; «Υπάρχει μία έκπτωση ήθους, έκπτωση χαρακτήρα, έκπτωση ζωής στον Ελληνα. Δείτε το Αιγαίο. Στην προσπάθεια του κράτους και των επιχειρηματιών να μαζέψουν χρήματα, έχουν ευτελίσει και μεταποιήσει την προσωπικότητα των νησιών. Δήθεν κοσμικές συγκεντρώσεις, όπου μαζεύεται όλος ο καλλιτεχνικός τηλεοπτικός υπόκοσμος και λοιπά. Με ρώτησαν για μια τέτοια συγκέντρωση‘τι νομίζετε ότι έλειπε;’ Λέω ‘μία βόμβα’».

Δεν ήταν πάντα έτσι... «Ο ελληνικός χαρακτήρας κατά την τουρκοκρατία διατήρησε έναν αδρό στωικισμό, μια αδρή τρυφεράδα και δημιούργησε ένα χειροποίητο πολιτισμό. Δεν συγκρίνεται, βέβαια, αυτός ο πολιτισμός με την Αναγέννηση, θα ήταν ανευλάβεια και ανανδρεία κάτι τέτοιο. Αλλά έπλασε πράγματα κι αργότερα, στον πόλεμο του 40, είδαμε αυτόν το χαρακτήρα. Τις γυναίκες ζαλωμένες τα πυρομαχικά να τα πηγαίνουν στο μέτωπο. Ενα στοιχείο ήθους που δεν απαντάται εύκολα. Στον εμφύλιο, ανεξάρτητα από τις βλέψεις και τους στόχους των αρχηγών,  έφηβοι ανέβηκαν στο βουνό, αντάρτες. Αν ήμουν θρήσκος, θα τους ανακήρυσσα αγίους. Αυτό το γενναίο ήθος παρήγαγε η Ελλάδα ανά τους αιώνες. Οπως και την πάρα πολύ υψηλής ποιότητας δημοτική ποίηση, που ούτε ο Σέξπηρ δεν την έφτασε».

Και μετά; Στροφή 180 μοιρών; «Δυστυχώς, μετά την απελευθέρωση, ο λαός ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, ταπεινωμένος, με τον εμφύλιο να τον ταπεινώνει ακόμα περισσότερο, δέχθηκε την εισβολή του δήθεν πρόσχαρου αμερικάνικου ήθους, σε στυλ μίκυ μάους. Πέρασε αυτό το ήθος στην αυστηρής λιτότητας ελληνική ζωή, ο λαός υπέκυψε και ακόμα και σήμερα είναι εκεί μέσα, ενώ δεν του ταιριάζε».

Δεν είστε υπερήφανος ως Ελληνας; «Οχι και δεν είμαι και ελληνόφρων. Θάθελα να είχα γεννηθεί στην Ιταλία. Μου αρέσει ο τρόπος ζωής εκεί, οι πόλεις της, έχω ταξιδέψει σε πάρα πολλές... Εχω βραβευτεί... Μου αρέσει».

Μας χαρακτηρίζει η αναρχία; «Φυσικό δεν είναι; Αλλά είναι αναρχία σπασμωδική και ενίοτε παιδική. Υπάρχει μία αντίδραση που παίρνει καιρό να εκδηλωθεί. Κάποια στιγμή –δεν ξέρω πότε- νομίζω ότι θα ξεσπάσει μια πολύ άγρια επανάσταση στην Ελλάδα. Γιατί το υποσυνείδητο δεν υποκύπτει. Ο Ελληνας πολίτης, γιατί τη λέξη ‘λαός’ την έχουν γελοιοποιήσει, όταν του επιβάλουν ένα είδος θεάτρου, λογοτεχνίας, δεν φέρνει αντιρρήσεις. Μπροστά σε ό,τι πλασάρεται ως αυθεντία, τρομάζει. Εχουμε, λοιπόν, μια πνευματική τρομοκρατία».

Πώς εννοείτε την πνευματική τρομοκρατία; «Σου επιβάλλουν οι πάντες, λόγου χάρη, τον Αντι Γουόρχολ που ήταν ένα είδος απατεώνα. Αυτό δεν τολμά να το πει κανείς εύκολα».

Απουσία γνώσης; «Ναι, αλλά δεν έχει και το θάρρος να πει τη δική του γνώμη. Ετσι, δημιουργείται μία απαξία ζωής, ας το πούμε σαν μία παιδικής μορφής αντίσταση ή αντίδραση στην τάξη της καθημερινότητας».

Αυτό συμβαίνει και στο χώρο της λογοτεχνίας; Γιατί όλοι ξέρουμε ότι πλασάρονται βιβλία λογοτεχνίας που κάθε άλλο παρά λογοτεχνία είναι. Ποια είναι η ευθύνη των εκδοτών; «Οι εκδότες προσδοκούν ένα μπεστ σέλερ, αλλά πολύ θα τους άρεσε κι ένα βιβλίο που να έχει πάρει Νόμπελ. Αυτή τη στιγμή συμβαίνει κάτι άλλο. Πολλοί νομίζουν ότι η συγγραφή  είναι κάτι σαν οικόσημο. Και ότι ανέρχονται κοινωνικά, αν γράψουν. Και βάζουν δίπλα στο επάγγελμά τους και τη λέξη ‘συγγραφεύς’. Αλλά δεν ξέρουν τι είναι η συγγραφή. Πιστεύουν ότι η προσωπική τους ζωή ή ένα σπουδαίο γεγονός είναι ύλη επαρκής για μυθιστόρημα. Μα, δεν είναι. Αυτά αφορούν τη δημοσιογραφία. Τα κοινωνικά προβλήματα είτε ατόμων είτε συνόλων, δεν είναι σπουδαία θέματα για λογοτεχνία. Γιατί προορίζονται να ξεπεραστούν μια ημέρα. Εδώ κολοσσοί ξεπερνιούνται, όπως ο Ιψεν που τα έργα του, παρόλο που έχουν μια καταπληκτική δομή, περνάνε στο αρχείο».

Εννοείτε ότι τα μεγάλα ονόματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας έχουν αρχίσει να παραμερίζονται; «Ορισμένα βιβλία, είναι φυσικό, με σεβασμό πάντα, να πηγαίνουν στο αρχείο. Τα πάντα ρεί. Μια βασική θεά του κόσμου, είναι η αλλαγή. Μπορεί κάποια θεατρικά ή πεζογραφικά να εξυπηρέτησαν ένα κλίμα, μία τάση, ένα κοινωνικό πρόβλημα, το ρομαντισμό, που είναι η πεμπτουσία της Ευρώπης. Ο Γκαίτε, λόγου χάρη, μεγάλος γλωσσοπλάστης, υπέροχος στο στίχο, επιστήμων, αλλά όταν διαβάζω τον Φάουστ, σκυλοβαριέμαι. Η άλλους μεγάλους συγγραφείς, οι οποίοι ξεγέλασαν την εποχή τους, θα έλεγα. Μπορεί να είμαι ασεβής και θρασύς, αλλά έτσι είμαι».

Ποιοι μένουν; «Ο Μπέκετ είναι μεγάλος συγγραφεύς και το αποδεικνύουν και τα χρόνια. Ο χρόνος είναι δικαστής και κρίνει. Ο Μπέκετ πέρασε στην αθανασία. Μάλλον θα περάσει και ο Πίντερ. Ο Τζέιμς Τζόυς από την άλλη, έχει γράψει ένα πανέξυπνο έργο τον ‘Οδυσσέα’, αλλά κάπου από μέσα απουσιάζει η ανθρωπίλα. Ορισμένοι συγγραφείς εθορύβησαν και σιγά σιγά ο κονιορτός διαλύεται και μπαίνουν στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αντίθεται άλλοι, όπως οι Ισπανοί Καλδερόν ντε λα Μπάρκα και ο Λόπε ντε Βέγα είναι ιλιγγιωδώς μεγάλοι».

Ομως, βλέπουμε πιο πολύ Σέξπηρ. «Αν δεν συνέβαινε εκείνη η περίφημη ναυμαχία με την αρμάδα όπου νίκησαν οι Αγγλοι, σήμερα δεν θα βλέπαμε τόσο πολύ Σέξπηρ, όσο ντε Βέγα και ντε λα Μπάρκα. Οχι πως δεν αξίζει ο Σέξπηρ... Για όνομα του θεού! Αλλά διάφορα στοιχεία, όπως η ιστορία των κρατών και των πολιτισμών προσδιορίζουν τη φήμη ορισμένων. Οι Αγγλοι είναι άγριοι ιμπεριαλιστές και προβάλουν οτιδήποτε το αγγλικό. Βεβαίως αυτό είναι αστείο, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της αγγλικής λογοτεχνίας, είναι Ιρλανδοί, σαν τον Ελλιοτ, τον Μπέκετ, τον Οσκαρ Ουάιλντ, τον Μπέρναρ Σω. Και αν βγάλουμε και από τα μουσεία τους τα ξένα αρχαία, τότε η Αγγλία μένει χωρίς βρακί».

Σκεφτήκατε ποτέ να κινήσετε τις διαδικασίες για να γίνετε μέλος της Ακαδημίας; «Οχι, γιατί το θεωρώ επαιτεία. Αμα θέλει η Ακαδημία, ας δημιουργήσει μία επιτροπή που να κρίνει και να αποφασίζει από μόνη της».

Η Ελλάδα, σαν τον Κρόνο, τρώει τα παιδιά της; «Αρκετά. Αλλά τα παιδιά τελικά δεν φαγώθηκαν. Δηλαδή, τον Καβάφη τον κυνήγησαν, τον εξευτέλισαν, τον ειρωνεύτηκαν. Ο Καβάφης είναι ίσως από τους μεγαλύτερους ποιητές των τελευταίων 500 χρόνων, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Ροϊδης είναι πάρα πολύ μεγάλος συγγραφέας. Επέζησε. Οπως επέζησαν ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός και άλλοι».

Κάποιες στιγμές όσο μιλάμε, μου θυμίζετε μικρό παιδί. Είστε; «Μικρό παιδί; Ναι; Εγώ είμαι αλαζών. Γιατί να το κρύψω; Αφού είμαι».



*Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino, τ.409, σελ. 20-25, 17/8/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση