Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Από τα αρχεία της Γκεσπάπο...

Μόνος στο Βερολίνο
Hans Fallada

εκδ Πόλις

<<Βερολίνο 1940. Τα γερμανικά στρατεύματα έχουν κατακτήσει τη Γαλλία και ο ναζισμός περνά μέρες δόξας. Πίσω όμως από τη θριαμβευτική πρόσοψη, κρύβονται η αθλιότητα και ο τρόμος. Σε μια λαϊκή πολυκατοικία της οδού Γιαμπλόνσκι, διώκτες και διωκόμενοι συγκατοικούν. Είναι η κυρία Ρόζενταλ, Εβραία, την οποία καταδίδουν (και καταληστεύουν) οι γείτονές της. Είναι ο Μπαλντούρ Περζίκε, ομαδάρχης της Χιτλερικής Νεολαίας που τρομοκρατεί την ίδια του την οικογένεια. Είναι οι Κβάνγκελ που, απελπισμένοι από τον θάνατο του γιου τους στο μέτωπο, διανέμουν προκηρύξεις εναντίον του Χίτλερ. Με ρεαλισμό και ειλικρίνεια ο Φάλαντα περιγράφει την καθημερινή ζωή των Γερμανών πολιτών, Εβραίων και μη, και την αντίσταση που πρόβαλαν στον ναζισμό κάποιοι -λίγοι- συνηθισμένοι άνθρωποι. Ο Πρίμο Λέβι χαρακτήρισε το "Μόνος στο Βερολίνο" ένα από τα ωραιότερα βιβλία για τη γερμανική αντίσταση κατά του ναζισμού.>>


Το βιβλίο αυτό το διάβασα πέρυσι και ομολογώ πως ήταν πολύ ενδιαφέρον. Κατά καιρούς ψάχνω να βρω βιβλία με κάποιο συγκεκριμένο θέμα για να διαβάσω, τότε λοιπόν ήθελα να διαβάσω, για άλλη μία φορά, κάτι που να αφορά τον πόλεμο του '40.
Έχω διαβάσει για το Λένινγκραντ, για την Ελλάδα αλλά δεν είχα διαβάσει κάποιο βιβλίο που να αφορά την Γερμάνια στα χρόνια εκείνα. Και έτσι μία μηχανή αναζήτησης μου παρουσίασε το “Μόνος στο Βερολίνο”.
Είναι στα αλήθεια περίεργο, όχι ότι δεν το έχω οι περισσότεροι σκεφτεί, να “βλέπεις” σε τι κατάσταση ζούσανε και οι ίδιοι οι Γερμανοί στη χώρα τους κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου. Δικτατορία και κομμουνισμός μαζί, σε μία περίεργη μορφή (μη με παρεξηγήσουν οι φίλοι του κομμουνισμού). Βέβαια θα μου πείτε, αυτοί το επιλέξανε. Είμαστε όμως σίγουροι πως η πλειοψηφία του Γερμανικού λαού ήθελε αυτό τον πόλεμο; Ή ήτανε άλλη μία απόφαση των λίγων και δυνατών, για να μην πω τρελών.
Δεν σας θυμίζει κάτι από τα παλιά αυτό; Εννοώ, το πραξικόπημα στην Κύπρο, και λίγο πιο παλιά η ανταλλαγή πληθυσμού με την Τουρκία, η Καταστροφή της Σμύρνης (και όχι συνωστισμός στο λιμάνι για να πάρουν το κρουαζιερόπλοιο, όπως θέλουν να το παρουσιάζουν πλέον στα σχολεία) και βέβαια πολύ πιο πίσω στην ιστορία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τελικά αυτό ήθελε να μιμηθεί ο Χίτλερ, την Οθωμανική Αυτοκρατορία;

1 σχόλιο:

  1. Μοναχικές φωνές αντίστασης

    Υπάρχει πολύς κόσμος που πιστεύει ότι όλοι οι Γερμανοί ήταν ναζιστές και συμμετείχαν ενεργά στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, υπήρχαν αρκετοί που προτίμησαν την αυτοεξορία από τη συμμετοχή ή κάποιοι που παρέμειναν στη Γερμανία και επέλεξαν να αντιδράσουν στα όσα γινόντουσαν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Μια τέτοια ιστορία αντίστασης χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη ο Fallada. Αφού μελέτησε τα αρχεία των ανακρίσεων, κράτησε τον πυρήνα της ιστορίας και δημιούργησε ένα μυθιστορηματικό κόσμο που δεν πρέπει να απέχει πολύ από την πραγματικότητα της εποχής.

    Η ιστορία ξεκινά στα 1940, όταν ο Ότο και η Άννα Κβάνγκελ πληροφορούνται το θάνατο του μοναχογιού τους στο μέτωπο. Η Άννα απελπίζεται και ο Ότο αρχίζει να προβληματίζεται για το τι συμβαίνει στη χώρα του. Αποφασίζει να δράσει. Αρχίζει να φτιάχνει κάρτες με επιχειρήματα εναντίον του Χίτλερ. Μαζί με την Άννα τις αφήνουν σε πολυσύχναστα κτίρια σε μια προσπάθεια να αφυπνίσουν συνειδήσεις. Όσοι, όμως, βρίσκουν τις κάρτες φοβούνται και προτιμούν να τις παραδώσουν στην Γκεστάπο. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο Επιθεωρητής Έσσεριχ και στα δυο χρόνια που περνούν αδυνατεί να βρει στοιχεία σχετικά με το δράστη. Όταν κάποιες συμπτώσεις και ατυχίες αποκαλύπτουν τους ενόχους, οι Κβάνγκελ θα ζήσουν από κοντά την κτηνωδία του ναζιστικού καθεστώτος με θάρρος και αξιοπρέπεια.

    Η δύναμη του μυθιστορήματος είναι οι διακλαδώσεις που δημιουργεί. Η κεντρική ιστορία είναι αυτή των Κβάνγκελ, παρουσιάζονται, ωστόσο, και αρκετές άλλες. Παρακολουθούμε τους γείτονές τους στην πολυκατοικία που μένουν: την Εβραία κυρία Ρόζενταλ, την οποία κλέβουν και καταδίδουν οι γείτονές της οι Περζίκε, ένθερμοι ναζιστές και αδίσταχτοι τυχοδιώχτες. Βλέπουμε τον ηλικιωμένο δικαστή Φρομ που προσπαθεί να κρύψει την κυρία Ρόζενταλ και τον χαφιέ Μπορκχάουζεν που παρακολουθεί τους πάντες και προσπαθεί να επωφεληθεί από διάφορες καταστάσεις. Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί και ρεαλιστικά παρουσιασμένοι, για αυτό το λόγο και ο αναγνώστης συμπάσχει.

    Παρόλο που η γλώσσα είναι εξαιρετικά λιτή, το ύφος του βιβλίου είναι σκοτεινό και απαισιόδοξο. Τα πάντα παρουσιάζονται με μαύρα χρώματα και ο φόβος είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί. Οι νότες αισιοδοξίας είναι ελάχιστες, αν και το βιβλίο είναι γραμμένο το 1947, όταν όλα έχουν κριθεί. Ή ίσως αυτός να είναι ο λόγος: με τη λήξη του πολέμου οι Γερμανοί αναλογίζονται τι συνέβη και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν αυτό που συνέβη. Πόσοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να αντισταθούν; Λίγοι σε αριθμό, αρκετοί, όμως, σε δύναμη ψυχής που προτίμησαν την καθαρή συνείδηση και την αξιοπρέπεια -όπως αναφέρει και ο Ότο- από την υποταγή.

    Αφροδίτη Δημοπούλου (diavasame.gr)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση