Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 3

Λάκης Φουρουκλάς
ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα
http://lakisf.blogspot.com/2010/06/3.html

Της χρωστά και του χρωστά. Κανείς δε χρωστά σε κανένα όταν τα δώρα που παίρνουν και δίνουν είναι κατασκευασμένα στης καρδιάς τα βάθη. Τα δάκρυα -του πόνου ή της νοσταλγίας; δεν ξέρω- άρχισαν επιτέλους να κυλούν βιαστικά απ’ τα μάτια του, να πλημμυρίζουν μ’ αλμύρα τα μάγουλα και το πουκάμισό του. Τον αγκάλιασα αμίλητη, αδύναμη να νιώσω στα τρίσβαθα της ψυχής μου τον πόνο του, κρατώντας ακόμη στα χέρια μου τη φωτογραφία, που ξεκρέμασα απ’ τον τοίχο, μελετώντας την, προσπαθώντας να διαβάσω ότι είχαν να μου πουν τα πρόσωπα που απεικόνιζε. Ο πατέρας του έμοιαζε πρόωρα γερασμένος, καταβεβλημένος απ’ τον καθημερινό μόχθο, αλλά και κατά κάποιο παράξενο τρόπο ευχαριστημένος με τη ζωή που του έλαχε. Λεπτός, δυνατός, αλλά φαινομενικά τουλάχιστον όχι ιδιαίτερα γεροδεμένος, χαμογελούσε πλατιά δίπλα στην οικογένειά του, αφήνοντας να φανεί, σίγουρα χωρίς να δίνει ιδιαίτερα κάποια ιδιαίτερη σημασία, ένα κενό ανάμεσα από τα δόντια του. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν σχεδόν ασκητικά: μάτια μαύρα, κάπου αποτραβηγμένα, αλλά και παράδοξα φωτεινά, ένα πρόσωπο που παρέπεμπε σε αγιογραφία, γεμάτο ρυτίδες, βαθιά χαρακωμένο μα και γαλήνιο, και χέρια χαραγμένα απ’ τη δουλειά, αφημένα λες άψυχα να κρέμονται απ’ το κορμί του. Η μάνα του απ’ την άλλη πλευρά θύμιζε κάτι από παραμύθι, μια σκηνή ίσως από τη Μελωδία της Ευτυχίας. Ντυμένη πολύχρωμα, μ’ ένα πανέμορφο πράσινο μαντήλι στα μαλλιά, κι ένα πρόσωπο απερίγραπτα λευκό, σχεδόν διάφανο, με μάτια βαθυγάλανα και δόντια τέλεια, που λες και άστραφταν κάτω από τον ήλιο, θα μπορούσε να κάνει τον καθένα να χαμογελάσει, με την παρουσία της και μόνο να μαλακώσει κάθε καρδιά. Κι η Σάρα, ένα κορίτσι-γυναίκα. Στο πρόσωπό της διέκρινα ένα πείσμα που δε συνάντησα και δε θα συναντούσε ποτέ ξανά, πουθενά. Η ζωή την είχε χτυπήσει αλύπητα, αλλά αυτή ποτέ δε θα το έβαζε κάτω, αν υπήρχε λόγος θα έπαιζε μπουνιές ακόμη και με το θάνατο και θα τον νικούσε. Στη φωτογραφία ήτανε κάπως συνοφρυωμένη. Έμοιαζε να είναι στην πρίζα, έτοιμη να κλάψει, να θυμώσει, να ουρλιάξει, ή δεν ξέρω τι – μια παραφωνία στο όλο σκηνικό. Αλλά έμοιαζε να ανήκει κιόλας. Έμοιαζε ν’ ανήκει μ’ εκείνους τους ουσιαστικά άγνωστους για κείνην ανθρώπους, που από τη μια στιγμή στην άλλη, έγιναν οι γονείς, ο αδελφός, η οικογένειά της. Σίγουρα, σιγά-σιγά, θα τη μαλάκωναν η αγάπη τους κι ο χρόνος, και κάποτε θα έκαναν τα ξεπλυμένα πράσινα μάτια της να λάμψουν ξανά. Θα γινόταν -αν δεν έγινε κιόλας- ένα πανέμορφο ξανθό κορίτσι, μια υπέροχη γυναίκα, γεμάτη ζεστασιά και ζωή. Όσο για τον Άντι… Ο Άντι ήταν ο Άντι. Έτσι απλά. Ο ίδιος έμοιαζε στη φωτογραφία με τη μέρα που τον γνώρισα. Μόνο το ύψος του άλλαξε, δυνάμωσε λίγο, απέκτησε και κείνη τη μικρή ρυτίδα στο μέτωπο, την οποία πολύ μου άρεσε να χαϊδεύω κάθε φορά που κάναμε έρωτα. Το βλέμμα του έμοιαζε να κρύβει μια αποφασιστικότητα, που όπως αποδείχτηκε στο μέλλον θα δικαίωνε, που θα γινόταν το μεγάλο του όπλο.
Μία μόλις βδομάδα μείναμε εκεί, κι ακόμη και σήμερα τη σκέφτομαι σαν την πιο ευτυχισμένη της ζωής μου. Στη διάρκειά της μου είπε τα πάντα για κείνον -ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, αφού όσα θα μάθαινα στη συνέχεια θα μ’ έβγαζαν όμορφα απ’ τις ψευδαισθήσεις μου- που ήταν πάρα πολλά, και του είπα τα πάντα για μένα, που ήταν απερίγραπτα λίγα, και δυστυχώς πολύ-πολύ πληκτικά. Τα περισσότερα τα γνώριζε ήδη, ωστόσο καθόταν με τις ώρες και τα άκουγε ξανά και ξανά με ενδιαφέρον, χωρίς να διακόπτει, δίχως να κρίνει, αφήνοντάς με άνευ γκρίνιας να μονολογώ. Κάναμε τέσσερις φορές έρωτα, έξι κολυμπήσαμε στα κρύα νερά του ποταμού -του καθαρού, του Χέιβεν, κι όχι εκείνου που κατέβαινε απ’ τα βουνά μεταφέροντας μαζί του τοξικά και αργό θάνατο, του Σλάιμ- δυο φορές αποδεχτήκαμε προσκλήσεις για δείπνο, πέντε φάγαμε στην ταβέρνα της πόλης (πληρώσαμε μόνο τις δύο, αφού δε δέχονταν με τίποτα να πάρουν λεφτά απ’ τον Άντι, ενώ από μένα δεν είχαν πρόβλημα), εφτά περπατήσαμε στα χωράφια μιλώντας και σιωπώντας, παρατηρώντας από κοντά την ομορφιά, μυρίζοντάς την, νιώθοντας τους παλμούς της φύσης. Όλες εκείνες οι αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ φαίνονταν να μου τρελαίνουν τις αισθήσεις. Τα Απαλάχια, τα τόσο κοντινά κι απόμακρα, έμοιαζαν σα μια θεϊκή ασπίδα και σαν ένα πραγματικό θαύμα της μάνας γης. Τοποθετημένα λες εκεί στρατηγικά, για να χαρίζουν στον κόσμο μια ξεχωριστή σαγήνη. Σαν όνειρο περνούσε ο χρόνος, σαν ένα σύντομο ταξίδι στο δικό του χθες, στο κοινό μας σήμερα, που στιγμή τη στιγμή, βήμα το βήμα, μέσω της λιτότητας και του απέριττου, μας έκανε όλο και πιο πλούσιους, που με ένα μαγικό τρόπο μας έφερνε πιο κοντά.
Εκείνο που εξέπληξε περισσότερο στη διάρκεια της σύντομης παραμονής μας ήταν ο σεβασμός που έτρεφαν για κείνον σχεδόν όλοι στην πόλη. Λέω σχεδόν όλοι, αφού μερικοί στον αντιπαθούσαν, τον μισούσαν θα έλεγα, και δε δίσταζαν καθόλου να το δείξουν. Όταν συναντούσε τους τελευταίους στο δρόμο ο Άντι, χαμογελούσε και τους χαιρετούσε, όπως όλους, αλλά εκείνοι σήκωναν το χέρι και τον αντιχαιρετούσαν με το μεσαίο δάχτυλο. Κι εκείνος γελούσε, όλο γελούσε. Αυτοί ήταν οι εχθροί του, έλεγε. τσιράκια των αφεντικών, έμποροι ναρκωτικών, ακόμη και διεφθαρμένοι αστυνομικοί, κακέκτυπα σε μια ξεχασμένη στο χρόνο μικρογραφία της Νέας Υόρκης. Οι άλλοι, οι πολλοί του συμπεριφέρονταν με ευγένεια, με σεβασμό και ανοιχτόκαρδα, μ’ ένα ενδιαφέρον που έμοιαζε στα δικά μου, τα αμάθητα στους τρόπους της καλοσύνης μάτια, εξωπραγματικό. Τι ήτανε γι’ αυτούς τέλος πάντων; αναρωτιόμουνα. Γιατί βιάζονταν όλοι να του σφίξουν το χέρι και να του χαρίσουν ένα χαμόγελο μόλις τον έβλεπαν και δεν έχαναν ευκαιρία να μιλήσουν, έστω και για λίγο, μαζί του; Γιατί, και με ποια λογική, ακόμη και πολύ μεγαλύτεροι σε ηλικία απ’ αυτόν άντρες, αποζητούσαν με απόγνωση σχεδόν τις συμβουλές του; Μέρα με τη μέρα ο θαυμασμός, που από την πρώτη στιγμή έτρεφα για κείνον, μεγάλωνε. Και το αστείο της υπόθεσης είναι ότι δεν ήξερα καν γιατί τον θαύμαζα – ίσως επειδή τον θαύμαζαν οι άλλοι; Εντάξει, είχε ζήσει μια δύσκολη ζωή, αγωνίστηκε σκληρά κι αγωνιζόταν ακόμη, είχε κάνει τόσα και τόσα για την οικογένειά του, αλλά και πάλι, τόσος θαυμασμός πια πήγαινε πολύ!
«Μα δε σου είπε τίποτα;» Μιλούσα με τη Ρόντα, τη γειτόνισσα, η οποία, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Άντι, κατέφθασε ένα συννεφιασμένο απόγευμα κουνιστή και χοντρολυγιστή, κουβαλώντας μια μεγάλη μηλόπιτα, για να μας επισκεφθεί. Εκείνος έλειπε στην πόλη, κι εκείνη τώρα με κοιτούσε σαν κεραυνοβολημένη.
«Δεν μου είπε τι;»
«Δεν ξέρεις γιατί αποφάσισε να πάει στην πόλη και να σπουδάσει, έτσι; Δεν σου είπε γιατί καθυστέρησε τόσο να το κάνει αυτό. Και σίγουρα δεν σου αποκάλυψε που βρήκε τα λεφτά για να το κάνει». Ένιωσα μια σκιά να περνά πάνω από τα μάτια μου, για λίγο να τα σκεπάζει και μετά να τα ανοίγει, σαν τις θύρες της αντίληψης ένα πράμα. Κάτι κατάλαβα, αλλά δεν το παραδέχτηκα. Ήθελα να βεβαιωθώ πώς είχα δίκιο.
«Μου είπε ότι πήρε υποτροφία».
«Χα! Υποτροφία, λέει. Δεν υπάρχει καμία υποτροφία, τουλάχιστον όχι τώρα πια. Με άδεια χέρια έφυγε, κι απλά ελπίζει κι αγωνίζεται ώστε κάποια μέρα να επιστρέψει με γεμάτα. Κι έγνοια σου, δε μιλώ για λεφτά…».
Παρέμεινα να την κοιτώ για λίγο σιωπηλή, γιγαντώνοντας από μέσα μου τις υποψίες που έτρεφα, χαμογελώντας μυστικά, μα αδυνατώντας να μιλήσω γι’ αυτές. Εκείνη! Εκείνη έπρεπε να μου τα πει όλα. Ανυπομονούσα να μάθω, κι ας γνώριζα ήδη. Εξάλλου αγνοούσα τις λεπτομέρειες.
«Θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μου πεις…».
«Θα σου πω. Γιατί να μη σου πω;» βιάστηκε να με διακόψει. «Αυτός παιδάκι μου όλα με τη δουλειά του τα κάνει, όλα με τον ιδρώτα του τα αποκτάει. Η αλήθεια είναι ότι όντως υπήρξε μια υποτροφία από κάποιο ίδρυμα, που μας θυμάται κι εμάς εδώ στην ερημιά, κάθε πέντε χρόνια, αλλά την αρνήθηκε. Μη με διακόπτεις και μην ανησυχείς θα σου πω το γιατί: για να στείλει τη Σάρα να σπουδάσει μουσική. Ήταν πάντα σπίθα στο βιολί η μικρή, ήτανε σαν άγγελος όταν έπαιζε, κι ο Άντι δεν ήθελε το ταλέντο της να πάει χαμένο. Έτσι, δεν ξέρω στ’ αλήθεια πως, το έβαλε πείσμα και κατάφερε να πείσει την επιτροπή, να δώσει την υποτροφία σ’ αυτήν. Άργησε τόσο πολύ ν’ αρχίσει τις δικές του σπουδές, επειδή απλά περίμενε να μεγαλώσει η αδελφή του, ώστε, πλέον ασφαλής, να μην έχει την ανάγκη του. Όχι πώς την παράτησε όταν έφυγε για την πόλη, κάθε άλλο. Τους πρώτους μήνες της έστελνε ακόμη και λεφτά, κι ας μην τα χρειαζόταν, ώστε να μην της λείψει τίποτα. Πεινούσε για να μην πεινάσει εκείνη. Μέχρι που του είπε ότι αν δεν το κόψει θα παρατήσει τις σπουδές της. Έτσι τον έβαλε στη θέση του. Μα είναι τελείως τρελός; θα με ρωτήσεις τώρα. Νομίζω ότι σ’ αυτό ξέρουμε κι οι δυο την απάντηση, κι ας αναρωτήθηκα κι εγώ πολλές φορές για λόγου του. Όχι! Φυσικά και δεν είναι τρελός, είναι απλά αυτός που είναι. Αν γνώριζες τον πατέρα του και τη μάνα του θα καταλάβαινες. Άγιοι άνθρωποι κι οι δύο, αλλά ο Άντι είναι καλύτερος ακόμη κι απ’ αυτούς. Ο Άντι…».
«Μα πώς τα βγάζει πέρα;» τη διέκοψα, καθώς είδα λιμνούλες από δάκρυα να πλημμυρίζουν τα γέρικά της μάτια. «Η ζωή στη Νέα Υόρκη είναι πολύ ακριβή, τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο δύσκολα, ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός. Πού βρίσκει τα λεφτά;»
«Τον βοηθάμε όλοι, όπως μπορούμε».
«Του στέλνετε λεφτά;»
«Μόνο όταν τα έχει απόλυτη ανάγκη, αφού έτσι κι αλλιώς μόνο τότε τα δέχεται».
Χαμογέλασα, καταλαβαίνοντας επιτέλους κάτι, αλλά λίγο λυπημένα.
«Το χρέος του…»
«Μα τι λες τώρα;»
«Α, τίποτα. Απλά θυμήθηκα μια συζήτηση που είχαμε παλιά. Ξεκίνησε να μου μιλά για κάποιο χρέος, αλλά άφησε την κουβέντα στη μέση».
«Κλασικός Άντι». Χαμογέλασε απλά, σχεδόν με ζεστασιά, και ήπιε ακόμη μια χορταστική γουλιά απ’ τον κρύο πια καφέ της. Μου άρεσε πολύ η Ρόντα. Τη συμπάθησα με την πρώτη ματιά. Μου άρεσε ο τρόπος της, το ότι έμοιαζε πάντα έτοιμη να γελάσει, τα πάχη της τα κάλλη της που δεν είχε κανένα πρόβλημα να επιδεικνύει, μου άρεσαν ακόμη κι οι τριχούλες που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν άχαρα και άναρχα στην αριστερή άκρη του πηγουνιού της. Τα μάτια της τα τόσο γνωστικά και περιγελαστικά, τα βαμμένα στα καφέ χρώματα μιας εύφορης γης. Με μετρούσε με το βλέμμα. Προσπαθούσε μάλλον ν’ ανακαλύψει ποια ήμουνα, αν ήμουνα στα μέτρα του, αν έκανα για της πόλης της το αγαπημένο παιδί. Ίσως να με ενέκρινε, δεν ήμουνα και τόσο σίγουρη εκείνη τη στιγμή, αλλά ύστερα από λίγο την είδα να χαμογελά πλατιά, παίρνοντας τη βαρυσήμαντη απόφαση να μου λύσει οριστικά την απορία. «Δεν είναι τα λεφτά το χρέος του, καρδιά μου. Δεν είναι τα λεφτά, αν και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι κρατά λογαριασμούς, κι έτσι σίγουρα κι αυτά κάποια μέρα θα θελήσει να τα επιστρέψει. Το χρέος του, αυτό που εθελοντικά έχει αναλάβει είναι, όταν τελειώσει τις σπουδές, ν’ αφοσιωθεί στον πόλεμο. Όχι, μην πάει ο νους σ’ εκείνον, σ’ εκείνους που κάνουν ο πρόεδρος και τα αφεντικά του στην Ουάσιγκτον. Άλλος πόλεμος είν’ αυτός. Διαδραματίζεται εδώ, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη, σ’ αυτή την ευλογημένη γη. Ο πόλεμος των πλούσιων με τους φτωχούς. Είδε τον πατέρα του και τους φίλους του πατέρα του να χάνουν τις ζωές τους στα ορυχεία χαλκού και τις οικογένειές τους να μην παίρνουν δεκάρα για αποζημίωση. Είδε ανθρώπους να τα χάνουν όλα από τη μια στιγμή στην άλλη, από το κέντρο της κοινωνίας να βρίσκονται στο περιθώριό της. Είδε το ποτάμι, τον Σλάιμ -όνομα και πράμα- σιγά-σιγά, αλλά συστηματικά, να χάνει το χρώμα και την ουσία του, τη ζωή που έφερνε να δηλητηριάζεται και να μεταμορφώνεται σε θάνατο. Θα πολεμήσει λοιπόν τα αφεντικά. Τα όποια αφεντικά. Ήδη δίνει συμβουλές σε πολλούς συμπολίτες μας, κάνει αιτήσεις για αποζημιώσεις στο όνομά τους, τους δίνει κάτι απ’ το οποίο να κρατηθούν, όσο μικρό κι ασήμαντο κι αν ακούγεται κι αυτό. Προσπαθεί να πείσει και ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο να αναλάβει τις υποθέσεις τους. Ακόμη κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κάτι τέτοιο θα κάνει, κάποιον θα προσπαθεί να βοηθήσει. Και για να σου πω το κρίμα μου, κάπου τον λυπάμαι. Νέος άνθρωπος είναι, αλλά καταπώς φαίνεται, τίποτα δε χάρηκε στ’ αλήθεια, αλλά ούτε και θα χαρεί στη ζωή του. Θα είναι πάντα θύμα της μεγάλης του καρδιάς. Αλλά… Αλλά, απ’ την άλλη, έτσι όπως τον βλέπω πάντα χαμογελαστό, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, που θα τον έκανε τόσο ευτυχισμένο. Έχει βρει τον σκοπό στη ζωή του. Α, έχει βρει και σένα. Ουφ, στέγνωσα. Έχετε τίποτ’ άλλο εκτός από καφέ σ’ αυτό τ’ αχούρι; Κανά μπέρμπον να πούμε…».
Χαμογελούσα καθώς μου έλεγε τα πιο πάνω, γέλασα με την ψυχή μου όταν μου είπε το τελευταίο. Δάκρυα χαράς και γέλωτος κυλούσαν απ’ τα μάτια μου, κι ένιωθα το μέσα μου να γεμίζει με μια πρωτόγνωρη γαλήνη.
«Είμαι τόσο τυχερή που τον γνώρισα», είπα τελικά, εννοώντας την κάθε λέξη.
«Ευλογημένη είσαι», μου απάντησε χαμηλόφωνα η Ρόντα, και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα, ήρθε γύρω απ’ το τραπέζι και μ’ αγκάλιασε μ’ ένα τρόπο τόσο ζεστό, τόσο από καρδιάς, που ήταν σα να με τύλιγε μια πάχνη μητρικής ευδαιμονίας. Η αγκαλιά της, που μύριζε σαν σπίτι και σαν αγρό, δε θύμιζε σε τίποτα εκείνες της μάνας μου, μακρινές αναμνήσεις, και τα αιώνια φιλιά της στον αέρα. Με αγκάλιαζε όπως θα έπρεπε να συνεχίσει ν’ αγκαλιάζει ακόμη κάθε μάνα το παιδί της, σ’ ολόκληρή της τη ζωή, μεταδίδοντάς του τη ζεστασιά που χρειάζεται, δίνοντάς του να καταλάβει ότι όσο είναι αυτή εκεί δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Ήθελα να πέσω στα γόνατα, να πάρω τα χέρια της στα δικά μου και να τα φιλήσω, να την ευχαριστήσω, αλλά δεν το έκανα. Σηκώθηκα μόνο και πήγα στο ντουλάπι. Έβγαλα το μπουκάλι με το μπέρμπον γέμισα δυο ποτήρια ως τη μέση και πήγα και κάθισα και πάλι απέναντί της. Υψώσαμε τα ποτήρια στον αέρα, αλλά δεν κάναμε καμιά ευχή. Πίναμε κι οι δύο σιωπηλά στην υγεία εκείνου που δεν ήταν εκεί.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση