Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Το Diavasame διαβάζει


ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Κανή Καραβά

Εκδ ΚΕΔΡΟΣ




Από το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ και μετά, με την επικράτηση των ψυχαναλυτικών θεωριών και πρακτικών στην καθημερινότητα του πολίτη των δυτικών, «ανεπτυγμένων» (σε εισαγωγικά ή χωρίς) χωρών, πληθαίνουν οι επιχειρούμενες συγγραφικές ανατομίες του παρελθόντος (πραγματικού ή μυθοπλαστικού ή ανάμεικτου). Πολλοί καλοί πεζογράφοι επιδίδονται διεθνώς σε αυτή την ιδιότυπη ψυχανάλυση των ηρώων τους, προσθέτοντας ή όχι αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, η ίδια η συγγραφέας δήλωσε (στην παρουσίαση του μυθιστορήματός της στον «Ιανό» στις 9 Φεβρουαρίου του κρίσιμου έτους 2012) ότι πρόκειται για καθαρή μυθοπλασία, χωρίς να υπεισέρχονται –ούτε στο ελάχιστο–, αυτοβιογραφικά στοιχεία ή «δάνεια» από τις προσωπικές ιστορίες του κοινωνικού της κύκλου.

Ένα δεύτερο στοιχείο των μυθιστορημάτων ευρείας κυκλοφορίας που γράφονται την τελευταία δεκαετία είναι η επιστημονική τεκμηρίωση και οι σχολαστικές παραπομπές, είτε πρόκειται για διακειμενικές επιρροές είτε πρόκειται για ιστορικές πηγές των εποχών που αγγίζει η αφήγηση.

Και τα δύο στοιχεία διαμορφώνουν ένα νέο είδος μυθιστορήματος, που θα το ονόμαζα “novela erudita” (κατά το “commedia erudita”). Αντίθετα όμως από τον ερασιτεχνικό σχολαστικισμό των λόγιων κωμωδιών που αντιπαραβάλλονταν με τις περισσότερο λαϊκές και αυτοσχέδιες διαλογικές φόρμες οι οποίες εντάσσονταν στο πασίγνωστο και δημοφιλές είδος της commedia dell’arte, οι σύγχρονοι «λόγιοι» μυθιστοριογράφοι απευθύνονται σε ένα όλο και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Σε αυτό συνετέλεσε η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των μέσων και κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, η πληθώρα προσφερόμενων κι εκπονούμενων μεταπτυχιακών εργασιών, η πρόσβαση σε όλο και μεγαλύτερη βιβλιογραφία (του διαδικτύου βοηθούντος). Έτσι, δίπλα στην “Trivial Literature” (στη «λογοτεχνία βραχείας κι αμέσου καταναλώσεως») που θριαμβεύει εισπρακτικά σε όλες τις εποχές, από ανακαλύψεως της τυπογραφίας, έρχεται να προστεθεί ένα καινούργιο λογοτεχνικό υβρίδιο, στο οποίο αφθονούν οι παραπομπές και παρατίθεται στοιχειώδης βιβλιογραφία, ακόμα και χάρτες, όπου αυτό είναι εφικτό ή απαραίτητο (σύμφωνα με την κρίση του μυθιστοριογράφου). Πολλές φορές αυτά τα υβρίδια επικροτούνται από κριτικούς κι από κοινό κι αποσπούν υψηλές διακρίσεις, οι δε τυχεροί πονητές τους κατακτούν πολυπόθητα λογοτεχνικά βραβεία.

Το γεγονός ότι συνήθως μπορούμε εμείς οι επαγγελματικώς ασχολούμενοι με την κριτική της λογοτεχνίας να τα εντάξουμε στο λεγόμενο «μετά-μοντέρνο» ή στη μετά το μεταμοντέρνο παραγωγή, που δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί σε κάποιο αναγνωρίσιμο ρεύμα ή σχολή, ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι ακαδημαϊκοί πολίτες κι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι συναγωνίζονται στη μυθοπλαστική αρένα τούς ελάχιστους πλέον αυτοσχέδιους «μάστορες» δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.

Η μακρά αυτή εισαγωγή, προκειμένου να ομιλήσω για το βιβλίο της Κανής Καραβά, με τίτλο «Το πείραμα του χαμένου χρόνου», από τις εκδόσεις Κέδρος, δικαιολογείται σε κάθε προσεκτικό αναγνώστη του επιμελημένου αυτού κι ενδιαφέροντος βιβλίου, για τον απλούστατο λόγο ότι η συγγραφέας του, που έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και δημοσιολογία κι εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιεί με αποτελεσματικό τρόπο το διαδίκτυο προκειμένου να εντάξει στον λόγο των ηρώων της σύγχρονες θεωρίες Φυσικής και Μαθηματικών. Διαλέγει επίσης να παραπέμψει σε γνωστούς λογοτέχνες και ιστορικούς μιλώντας για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για τη χαμένη σήμερα τέχνη της σηροτροφίας, για τον «δρόμο του μεταξιού» και παραθέτει μάλιστα στο τέλος του πονήματός της επεξηγηματικό πίνακα. Είναι αρκετά τίμια στις προθέσεις της όταν βάζει εντός εισαγωγικών (και δηλώνει στην αντίστοιχη υποσημείωση) την προέλευση επιτυχημένων φράσεων ή λέξεων που παραπέμπουν σε μακρινές εποχές.

Κι αν το ταξίδι της στο παρελθόν της μυθιστορηματικής ηρωίδας φαντάζει ως αυτοσκοπός και ως πηγή αισθητικής αφηγηματικής ηδονής, το μέλλον την απασχολεί σχεδόν καθόλου, ενώ το παρόν ελάχιστα, παρά μόνο στη σύνδεσή του με το παρελθόν και ως απόρροιά του. Αυτή η ενδοσκοπική νοσταλγική ματιά σε ένα τραυματικό «πριν» που ακυρώνεται από το ευτυχές (παρά τις δυσκολίες του) και τυχερότερο «τώρα», παραλληλίζεται ευστόχως με μια «μηχανή χρόνου» που μας καθιστά θεατές του παρελθόντος, αλλά όχι και ακυρωτές ή συνδημιουργούς του. Αντιθέτως, πολλοί προσπαθούν να προφυλάξουν τις αδύναμες ψυχές από μια τέτοια ενατένιση του αληθινού, μήπως και μαρμαρώσουν σαν τη γυναίκα του Λωτ ή σαν τη γυναίκα του Ορφέα, που γύρισε πίσω και κοίταξε τον Άδη, χωρίς να μπορέσει έκτοτε να τον αποχωριστεί. Και το ερώτημα παραμένει: γνωρίζοντας τα πραγματικά συμβάντα ενός τραυματικού παρελθόντος, αποκτώντας την πολυπόθητη εκείνη αυτογνωσία, λυτρωνόμαστε από τον άδηλο πόνο, από το περίφημο «αντιπεπονθός» που μας τρώει τα σωθικά; Οι ψυχαναλυτές απαντούν «ναι», οι ψυχαναλυόμενοι δικαιολογούν τα χρήματα που επένδυσαν σε αυτή τη θεραπεία και οι συγγραφείς αυτοψυχαναλύονται ιδίοις (ή άλλοις – στην καλύτερη των περιπτώσεων) αναλώμασιν.

Βεβαίως και υπάρχει ο αντίποδας: η «φανταστική» λεγόμενη λογοτεχνία, τα πολυποίκιλα συνωμοσιολογικά σενάρια, οι ζοφερές ή ευοίωνες λογοτεχνικές ενατενίσεις του μέλλοντος, ή αναζωπύρωση αρχαίων μύθων, η επίκληση ιδεατών εξωγήινων που κανείς δεν έχει ακόμα αντικρύσει. Κι αυτή νομίζω ότι είναι μια απάντηση στην εδώ κι έναν αιώνα επιχειρούμενη παρελθοντολογία ή ανατομία τού παρελθόντος στο ζεστό ακόμα πτώμα του παρόντος, που βεβαίως έχει προκαθορισμένο ανύπαρκτο μέλλον.

Μέσα σε αυτά τα ιστορικά και λογοτεχνικά πλαίσια, η Κανή Καραβά, εκπονεί ένα λεπτουργημένο αφηγηματικό κέντημα, χρησιμοποιώντας βεβαίως τεχνικές του παρελθόντος και «δρόμους» που έχουν ανοίξει οι μεγάλοι του μυθιστορηματικού είδους, αναμειγνύει με αξιοσημείωτη ευελιξία το λαϊκό με το λόγιο, το αναμενόμενο με το απρόβλεπτο, τον μελοδραματισμό με την αποδραματοποίηση, την «ερωτική» λογοτεχνία που απευθύνεται εύστοχα στο θυμικό των αναγνωστών με την υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων λογοτεχνία. Στο τέλος φαίνεται σα να «κλείνει το μάτι» στον αναγνώστη της, γνωρίζοντας ότι έχει καλύψει ένα μεγάλο φάσμα βιβλιοφιλικών απαιτήσεων. Δεν επιθυμεί να αποδείξει τίποτα και δεν επιδιώκει να θαυμάσουμε τις πεζογραφικές ακροβασίες της. Είναι προφανές και έκδηλο από τον τρόπο που αφηγείται ότι βιώνει πρώτα η ίδια την αισθητική ηδονή του παραμυθά και τη μεταδίδει ακολούθως στον αναγνώστη της, εφ’ όσον βέβαια αυτός προσέρχεται αθώος, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς στεγανά στην αντίληψή του. Αυτή η συγγραφέας δεν υποδύεται τον λογοτέχνη. Είναι. Με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου. Και για να θυμηθούμε τον Καβαφικό στίχο «οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν», «Το πείραμα του χαμένου χρόνου» κινείται στα όρια μεταξύ του παραδοσιακού μεγάλου μυθιστορήματος και του μοντέρνου, μεταμοντέρνου, παρα-μοντέρνου, μετά-μεταμοντέρνου. Κι αυτό το καθιστά επιτυχημένο ως προς τον σκοπό του, χωρίς να είναι πάντα ευδιάβατο (ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός).

Κωνσταντίνος Μπούρας 
http://www.diavasame.gr/book.cfm?itemID=1041



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Προσαρμοσμένη αναζήτηση